ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Ο ποιητής Γιώργης Μανουσάκης

Του Γιαννη Κουβαρα

Λίγοι ποιητές αξιώθηκαν ευτυχισμένο θάνατο. Ο Χανιώτης Γιώργης Μανουσάκης (γενν. 1933) έπεσε για ύπνο αργά την 9.2.2008 -έχοντας δεχτεί την επίσκεψη των τριών γιων του- και δεν ξύπνησε ποτέ, περνώντας στο βασίλειο της Περσεφόνης από το οποίο εξακολουθητικά, δίκην ομηρικής νέκυιας, ανακαλούσε και συνομιλούσε με αγαπημένες σκιές («Ανθρωποι και σκιές» είναι ο τίτλος μιας συλλογής του μέσω της οποίας πριν από είκοσι χρόνια πρωτογνώρισα την ποίησή του και κατέθεσα τις εντυπώσεις μου στο περ. «Σχεδία». Ο ίδιος παρέμενε για μένα έκτοτε ιερή σκιά, πνευματικός ακρίτας της Κρήτης, σύμβολο αντίστασης στα θέλγητρα του μαυλιστικού κέντρου με τις ποικίλες ευκαιρίες ανάδειξης και κοσμικών σχέσεων. Σχεδόν ανά πενταετία μου έστελνε τα τέσσερα βιβλία του, για τα τρία από τα οποία έχω καταθέσει τη γνώμη μου σε εφημερίδες. Εμελλε να τον συναντήσω πρώτη και τελευταία φορά πριν από δύο μήνες, όταν μου απεστάλη τιμητική πρόσκληση από την πόλη του να είμαι ένας εκ των ομιλητών σε αφιέρωμα που του έκανε.

Μίλησα για ευτυχισμένο θάνατο, όχι μόνο γιατί δεν σπατάλησε το ταλέντο του, δίνοντας έργο αντοχής στον χρόνο, αλλά και γιατί πρόλαβε να παραδώσει στο τυπογραφείο το κύκνειο άσμα του «Ο Εθελοντής», μια τοιχογραφία του 1920-1940, κατανυκτικές σελίδες της οποίας μας διάβασε το εν λόγω βράδυ. Ευτυχισμένος θάνατος και γιατί η πόλη του τού πρόσφερε ένα τιμητικό διήμερο (5-6 Νοεμβρίου 2007) στον κάλλιστον αυτής τόπο, το μέγα Αρσενάλι, χώρο εσωτερικής αρχιτεκτονικής μαγείας (έμπνευσης του αρχιτέκτονα κ. Αντωνακάκη). Διόλου τυχαία, αφού και η ποίηση του Μανουσάκη διέπεται από βαθιά εσωτερική αρχιτεκτονική και υπερασπίζεται παντί σθένει το χρώμα και το χώμα της πόλης του, τη μοναδική της αρχιτεκτονική αρχοντιά που την κατατάσσει στις μητροπόλεις της μεσογειακής αρχιτεκτονικής, στα (κ) άστρα του χρόνου.

Εκτελώντας τη σεφερική διαθήκη, «το ποίημα μην το καταποντίζεις στα βαθιά πλατάνια / θρέψε το με το χώμα και το βράχο που έχει. / Τα περισσότερα / σκάψε στον ίδιο τόπο να τα βρεις», ο Μανουσάκης το έθρεψε με ριζιμιά υλικά, με υψηλό απόσταγμα κρητοσύνης, ανάγοντας τα Χανιά σε ομφαλό της γης. Σε Χανιά που δεν χάνονται, καθώς τα σκέπει το πνεύμα του, νυκτοφύλακας και ονειροφύλακάς τους. Εμβληματική η παρουσία του, τα υπεράσπισε και με την καθημερινή του εγρήγορση, ως ενεργός πολίτης, ένας εδραίος Ανταίος. «Η Κρήτη δεν θέλει νυκοκυραίους, θέλει κουζουλούς. Αυτοί οι κουζουλοί την κάνουν αθάνατη», λέει ο Μεγάλος Κρητικός. Από τέτοια κουζουλάδα εμφορούνταν ο ολύμπια γαλήνιος Γιώργης Μανουσάκης και έμενε μακριά από τα εκτυφλωτικά φώτα της πρωτεύουσας, υψώνοντας το τοπικό σε παγκόσμιο, τον τόπο σε ου τόπο ψυχής (ψίχα της ποίησής του η αγωνιώδης υπαρξιακή αγωνία). Δεν χρειάζεται να αναφέρουμε ότι η ποίησή του έχει μεταφραστεί εκτός από τις μεγάλες γλώσσες και σε ουγγρικά, πολωνικά, ρωσικά, τουρκικά. κ.ά.

Ευτυχισμένο θάνατο γιατί τα μεγάθυμα Χανιά τον τίμησαν (όχι μετά θάνατον ως είθισται «σαν την προαγωγή του στρατιώτη σε υποδεκανέα που φτάνει μετά (θάνατον)», γεμίζοντας το θέατρο της πόλης που παίζονταν κάθε βράδυ τα μονόπρακτα του ποιητή διασκευασμένα από τον θίασο του Μιχάλη Βιρβιδάκη, αλλά και γιατί αυτό το τιμητικό διήμερο κατά ευτυχή συγκυρία συνέπιπτε με μια άδηλη τριπλή επέτειο του Μανουσάκη: πριν από πενήντα χρόνια που αποδημεί ο Ν. Καζαντζάκης στο Φράιμπουργκ της Γερμανίας, πρωτοεμφανίζεται στα γράμματα ο ποιητής Γ. Μανουσάκης στη «Φιλολογική Βραδυνή» με το ποίημα «Εικόνες». Συμπληρώνει δηλ. χρυσό ιωβηλαίο διακονίας της ποίησης. Συμπτωματικά πενήντα χρόνια επίσης τους χωρίζουν ηλικιακά (1883/1933). Πριν από τριάντα χρόνια ο Δήμος Ηρακλείου πρωτοκαθιερώνει το Βραβείο Ν. Καζαντζάκης και απονέμεται στον Γ. Μανουσάκη. Πριν από 25 χρόνια ο Γ. Μανουσάκης τιμάται με το Κρατικό Βραβείο για το χρονικό του «Οδοιπορικό στα Σφακιά» και πριν από 55 χρόνια πρωτοεμφανίζεται δεκαεννιάχρονος ως πεζογράφος. Αλλά περισσότερο, εννοείται, τιμάμε τους ποιητές όταν εξακολουθούμε να τους διαβάζουμε.

Μου δόθηκε το προνόμιο την επαύριο της εν λόγω τιμητικής εκδήλωσης να με ξεναγήσει ο ποιητής στις μυστικές ομορφιές των Χανίων, στην πύλη του χρόνου, σε ιστοριοδιφικές της λεπτομέρειες, στον απύθμενο πλούτο της, να συνεκδράμουμε στην εξαγιαστική και ουράνια Θέρισο με οδηγό τον προσωπικό του φύλακα-άγγελο, την Αγγελική Καραθανάση, συμβία του και ιστορικό της κρητικής εκπαίδευσης, να σταυροκοπηθούμε μπροστά στην προτομή του Βενιζέλου, να φωτογραφηθούμε και μπροστά στον φάρο-σήμα της πόλης που μου αφηγήθηκε ότι την ημέρα της κηδείας του Βενιζέλου είχε βαφτεί και αυτός μαύρος, όπως και μαύρες σημαίες είχαν όλα τα βουλιαγμένα από κόσμο και πένθος παράθυρα και μπαλκόνια των Χανίων. Το χρώμα του διαρκούς πένθους που υπογραμμίζουν οι μαυροπουκαμισάδες της ιστορικής παράδοσης.

Παίρνοντας μόλις πριν από μια βδομάδα με το ταχυδρομείο αυτές τις φωτογραφίες που μου έστειλε έμεινα στήλη άλατος, ακούγοντας την επαύριο για τον αδόκητο θάνατό του και μοιραία η εμβληματική του μορφή είναι αναγνωρίσιμη στη συνείδηση κάθε υποψιασμένου Χανιώτη και φίλου, όσο και ο μαυροντυμένος τότε Φάρος της πόλης του. Ομως, αυτός σαν έτοιμος από καιρό -το έργο του εν πολλοίς είναι μια παρατεταμένη μελέτη θανάτου και παραμυθητική αγρυπνία- είχε συμφιλιωθεί με το αναπότρεπτο της ανθρώπινης φύσης συνομιλώντας ως ανδρείος με τον θάνατο: «Πού πήγε η μουσική τόσων κελαηδισμάτων; / Το θρόισμα τόσων φτερών; / Μάταιη των χρωμάτων η χλιδή. / Σ' αναγνωρίζω παντοκράτωρ Θάνατε / Εσύ 'σαι ο συνθέτης της απόλυτης σιγής / Εσύ ο γλύπτης της πιο τέλειας ακινησίας».

Και μια ταξιδιωτική οδηγία: Οσοι ποτέ σχεδιάσετε να διασχίσετε το φαράγγι της Σαμαριάς, πάρτε ως οδηγό τον Δροσουλίτη Γιώργη Μανουσάκη, ανοίγοντας το βιβλίο του «Οδοιπορικό στα Σφακιά», στη σελίδα 121 και εξής. Θα επωφεληθείτε πολλαπλά.

Έντυπη