ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Στο 41% του ΑΕΠ τα δάνεια των ελληνικών νοικοκυριών

Του ανταποκριτή μας στις Βρυξελλες Κωνσταντινου Καλλεργη

Περιορισμένα με ευρωπαϊκά δεδομένα, παρά την κινδυνολογία που κατά καιρούς αναπτύσσεται, παραμένουν τα χρέη των νοικοκυριών σύμφωνα με απάντηση του Επιτρόπου Οικονομικών Χοακίν Αλμούνια σε ερώτηση του ευρωβουλευτή του ΣΥΝ κ. Δ. Παπαδημούλη.

Συγκεκριμένα σύμφωνα με χθεσινή ανακοίνωση του κ. Παπαδημούλη, τα χρέη των νοικοκυριών ανήλθαν το 2007, τελευταίο έτος για το οποίο υπάρχουν στοιχεία, στο 40,9% του ΑΕΠ, με άλλα λόγια σε περίπου 91 δισεκατομμύρια ευρώ. Είναι ένα ποσοστό που ο Αλμούνια χαρακτηρίζει «σχετικά χαμηλό», ιδίως αν συγκριθεί με χώρες των οποίων τα γενικότερα οικονομικά μεγέθη είναι αντίστοιχα εκείνων της Ελλάδας, όπως είναι η Πορτογαλία στην οποία τα χρέη των νοικοκυριών είναι περίπου διπλάσια στο 78,7% του ΑΕΠ. Αλλες χώρες που ενδεικτικά περιλαμβάνει στην ανακοίνωσή του ο Αλμούνια είναι η Ιρλανδία, που έχει φθάσει το 83,2% του ΑΕΠ, ή η Ισπανία που βρίσκεται στο 80,4%.

Αυτό το 40,9%, σχετικά χαμηλό βέβαια όπως σημειώνει ο Αλμούνια ήταν ακόμα χαμηλότερο, μόλις 26,3 στο τέλος του 2003, όταν όμως η αγορά δεν είχε ακόμα αρχίσει να επωφελείται πλήρως από τα αγαθά του ευρώ, πρωτίστως τα χαμηλά επιτόκια αλλά και της άρσης, από τον Ιούνιο του ίδιου έτους, των τελευταίων περιορισμών που υπήρχαν στη λήψη καταναλωτικών δανείων.

Φαινόμενο του '90

Είναι άλλωστε ένα φαινόμενο που όπως επισημαίνει ο Αλμούνια άρχισε ήδη από το τέλος της δεκαετίας του 1990 λόγω της πτώσης των επιτοκίων και της γενικότερης απελευθέρωσης των αγορών.

Σε κάθε περίπτωση η αυξητική τάση στα δάνεια επιβραδύνθηκε το 2007 κάτι που η Επιτροπή αναμένει να συνεχισθεί και το 2008 υπό το βάρος της γενικότερης οικονομικής κρίσης στην Ευρώπη και «της αβεβαιότητας που εξακολουθεί να χαρακτηρίζει τις κεφαλαιαγορές και αναμένεται να επηρεάσει την αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης».

Ωστόσο, αν και αναμένεται μια πτώση του ρυθμού αύξησης της κατανάλωσης των νοικοκυριών λόγω της κρίσης, αυτή εκτιμάται ότι «θα παραμείνει ισχυρή». Αλλωστε σύμφωνα και με την τελευταία έκθεση της Επιτροπής η ιδιωτική κατανάλωση παραμένει ένα από τα βασικά θεμέλια του σχετικά υψηλού ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ της χώρας έχοντας άλλωστε αυξηθεί κατά σχεδόν 50% την τελευταία δεκαετία, εκ παραλλήλου με τη μείωση του ρυθμού αποταμίευσης.

Σε ό,τι αφορά από την άλλη πλευρά τα… κανόνια ή «τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια», ο Αλμούνια επικαλείται έκθεση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου του περασμένου Οκτωβρίου που όμως περιλαμβάνει στοιχεία του 2005.

Σύμφωνα με αυτή την έκθεση το ποσοστό των «μη εξυπηρετούμενων δανείων» ανήλθε στην Ελλάδα, πάντα το 2005, στο 6,96% του συνόλου του δανεισμού. Το ποσοστό αυτό, που θα πρέπει να σημειωθεί δεν αφορά μόνο τα δάνεια των νοικοκυριών αλλά τον συνολικό δανεισμό, παραμένει όμως σχετικά υψηλό, τουλάχιστον σε σύγκριση με τις περισσότερες άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Αν και ο τρόπος με τον οποίο ένα δάνειο κρίνεται «μη εξυπηρετούμενο» διαφέρει από χώρα σε χώρα, από τα παραδείγματα που παραθέτει ο Αλμούνια, πλησιέστερη στην Ελλάδα είναι η Ιταλία (7,25%), ενώ στη Γαλλία και τη Γερμανία το αντίστοιχο ποσοστό είναι 3,54% και 4,05% αντίστοιχα.

Στην Κύπρο το ποσοστό είναι ελαφρά υψηλότερο από της Ελλάδας (7,08%) και στη Μάλτα 12%, αλλά σε πολλές άλλες χώρες δεν υπερβαίνει το 1%, προφανώς λόγω και διαφορετικών κανόνων και πρακτικών σε κάθε χώρα και πιστωτικό ίδρυμα ως προς τον δανεισμό.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ