ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Με ελληνικούς ρυθμούς ο διάλογος για την Παιδεία

Του Αποστολου Λακασα

Μετά τις 11 Μαρτίου, ημέρα κατά την οποία άρχισε πανηγυρικά στο Ζάππειο Μέγαρο ο εθνικός διάλογος για τις αλλαγές στο Λύκειο και το νέο σύστημα πρόσβασης στα ΑΕΙ, το αρμόδιο Συμβούλιο Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΣΠΔΕ) συνεδρίασε εκ νέου στις 27 Μαρτίου. Η επόμενη συνεδρίασή του έχει οριστεί για τις 9 Απριλίου ή για μετά το Πάσχα, και συγκεκριμένα τις 24 Απριλίου. Ο ορισμός και μιας δεύτερης, εναλλακτικής, ημερομηνίας κρίθηκε απαραίτητος, αφού η 9η Απριλίου είναι Πέμπτη, μια ημέρα πριν από το κλείσιμο των σχολείων και των εκπαιδευτικών υπηρεσιών για τις διακοπές του Πάσχα. Ετσι, πιθανόν κάποιοι να επιλέξουν να εκδράμουν αντί να συνεδριάσουν στα Γενικά Αρχεία του Κράτους.

Ο εθνικός διάλογος προχωρά με ελληνικούς ρυθμούς. Στην επόμενη συνεδρίαση του ΣΠΔΕ αναμένεται οι εκπρόσωποι του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου να παρουσιάσουν τα συστήματα εισαγωγής σε ξένες χώρες. Στην έρευνά τους θα αξιοποιήσουν τα στοιχεία παλαιότερης έρευνας του Ινστιτούτου. Θα χρειαστεί, φυσικά, να φρεσκάρουν τα στοιχεία αφού η έρευνα είχε συνταχθεί στα μέσα της δεκαετίας. Ομως ο κόπος δεν θα είναι μεγάλος αφού οι... κουτόφραγκοι δεν «παίζουν» με τα εξεταστικά τους συστήματα. Και βέβαια δεν το διατυμπανίζουν όταν κάνουν διάλογο.

Εν τω μεταξύ, ο πρόεδρος του Συμβουλίου Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης κ. Γεώργιος Μπαμπινιώτης μετά τη συνάντησή του με το διοικητικό συμβούλιο της ΟΛΜΕ, θα συναντηθεί την επόμενη Τετάρτη και με το διοικητικό συμβούλιο της Διδασκαλικής Ομοσπονδίας Ελλάδος (ΔΟΕ). Παρότι η συνάντηση με την ΟΛΜΕ ήταν απαραίτητη καθώς η ομοσπονδία δεν μετέχει στον διάλογο, η συνάντηση με τη ΔΟΕ είναι στο πλαίσιο σύσφιγξης των σχέσεων. Αλλωστε, ο εκ του ΠΑΣΟΚ ορμώμενος πρόεδρος της ΔΟΕ κ. Δημήτρης Μπράτης έχει κάνει αισθητή την παρουσία του στο ΣΠΔΕ, ζητώντας νέα ατζέντα διαλόγου.

«Οταν δεν έχουμε πρόθεση να κάνουμε διορθωτικές τομές στην παιδεία, κάνουμε απλώς παιχνίδι με τη διάχυση στην κοινωνία της εικόνας της μεταρρύθμισης. Η μόνη ίσως απορία που έχει ο θεατής των δρώμενων αυτών είναι η εξής: είναι δυνατόν να μην έχουν υποψιαστεί οι επικεφαλής του ΕΣΥΠ και των Συμβουλίων ότι οι πολιτικοί προϊστάμενοι δεν ενδιαφέρονται ούτε αυγά να σπάσουν ούτε ομελέτα να κάνουν και ότι ακόμη και εάν μερικά αυγά σπάσουν από σπόντα, ομελέτα από σπόντα δεν μπορεί να γίνει;» σχολιάζει - μιλώντας στην «Κ» - ο καθηγητής Παιδαγωγικής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων κ. Αθανάσιος Γκότοβος.

Ομάδες εργασίας

Από την άλλη, ενώ συνήθως μετά τις πρώτες συνεδρίες αρχίζουν οι αποχωρήσεις (αυτό συνέβη και στον εθνικό διάλογο για τον νόμο πλαίσιο των ΑΕΙ επί υπουργίας Μαριέττας Γιαννάκου), η ανάδειξη νέας ηγεσίας στην ομοσπονδία των πανεπιστημιακών (ΠΟΣΔΕΠ) ανέτρεψε τα «ειωθότα». Ετσι, η ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ θα συστήσει ομάδες εργασίας για να διαμορφώσει την πρότασή της για τις αλλαγές στο Λύκειο και το νέο σύστημα πρόσβασης.

Σήμερα η «Κ» παρουσιάζει τις προτάσεις έμπειρων πανεπιστημιακών για τα θέματα του διαλόγου. Αποτελούν προτάσεις ατόμων που δεν έχουν άμεσο δίαυλο επικοινωνίας με το ΣΠΔΕ, αλλά η εμπειρία τους θα μπορούσε να αποβεί ωφέλιμη.

Ηλίας Κουσκουβέλης

Πρέπει να αποκλεισθεί η «παπαγαλία»

«Η αναζήτηση ενός νέου συστήματος εισαγωγής στα ΑΕΙ θέτει την κοινωνία προ των ευθυνών της να προσδιορίσει και τα κριτήρια της ανανέωσής της», εκτιμά ο πρύτανης του Πανεπιστημίου Μακεδονίας κ. Η. Κουσκουβέλης. Και αυτό διότι, όπως ανέφερε ο ίδιος, «οι απόφοιτοι ΑΕΙ είναι εκείνοι οι οποίοι θα αναλάβουν στο μέλλον θέσεις ευθύνης». Η ανανέωση της κοινωνίας συναρτάται με την επιβίωσή της, με την ικανότητά της να εισπράττει και να αξιοποιεί τους νέους χυμούς της ευφυΐας και της ικανότητας. «Αυτές οι δυνατότητες δεν απαντώνται στην ισχύουσα κοινωνική κατάσταση του νεποτισμού, της ανευθυνότητας, της εύνοιας στους οικονομικά ισχυρότερους και τους κατοίκους των αστικών κέντρων, στην εξίσωση όλων προς τα κάτω. Ζητούμενο είναι η εξίσωση του μεγαλύτερου αριθμού προς τα πάνω».

Οπως αναφέρει, πολλές κοινωνίες έχουν ήδη απαντήσει στο ερώτημα της ανανέωσής τους με την επιδίωξη της αριστείας και την ανάδειξη των αρίστων με όρους αξιοκρατίας. Αλλωστε, η επιδίωξη της αριστείας δεν αναιρεί την υποχρέωση της παροχής ίσων ευκαιριών σε κάθε πολίτη. Αντιθέτως, ανοίγει τον δρόμο σε όλους τους νέους ανεξαιρέτως, αφενός να μορφωθούν και αφετέρου να διακριθούν και να συμβάλουν στη βελτίωση του συλλογικού μέσου όρου μόρφωσης.

Ο ίδιος εκτιμά ότι σε ό,τι αφορά το παρόν σύστημα εισαγωγής στα ΑΕΙ, έχουμε παγιδευτεί σ' ένα μηχανιστικό σύστημα με μοναδικό στόχο το «αδιάβλητο». Και συμπληρώνει: «Σε όποιο σύστημα επιλεγεί, είναι σημαντικό να βελτιωθεί η υποχρεωτική εκπαίδευση, ώστε να προάγει ισόρροπα τη γνώση και την κριτική σκέψη. Είτε με εξετάσεις είτε χωρίς, τα πανεπιστήμια να έχουν άποψη ως προς το προφίλ των γνώσεων που θα διαθέτουν οι εισαγόμενοι. Να μην δημιουργηθεί επιπλέον έτος σπουδών μεταξύ Λυκείου και ΑΕΙ. Να υπάρξουν αλλαγές στη φιλοσοφία της ύλης και των εξετάσεων, ώστε να αποκλεισθεί η «παπαγαλία»».

Νικόλαος Μουσιόπουλος

Να εξέρχονται από τα ΑΕΙ όσοι χρειάζεται η χώρα

«Παρά τα αδιαφιλονίκητα θετικά του στοιχεία, με κυριότερο το ότι είναι αδιάβλητο, το υφιστάμενο σύστημα έχει σημαντικές ελλείψεις», λέει ο κοσμήτορας της Πολυτεχνικής Σχολής του ΑΠΘ κ. Ν. Μουσιόπουλος. «Η ποιότητα της ανώτατης εκπαίδευσης δεν είναι ικανοποιητική, με κύριες αιτίες την έλλειψη μακρόπνοης στρατηγικής και πολλές λανθασμένες επιλογές του υπ. Παιδείας. Χρειαζόμαστε ένα σύστημα που θα δίνει τη δυνατότητα πρόσβασης σε όλους, προβλέποντας όμως διαδικασίες ώστε από τα ΑΕΙ να εξέρχεται αριθμός επιστημόνων συγκρίσιμος με τις ανάγκες της χώρας. Θα πρέπει να προβλέπεται σειρά αξιοκρατικών δοκιμασιών, με εκκίνηση στις τελευταίες δύο τάξεις του Λυκείου. Η κύρια φάση αξιολόγησης των εισαγομένων θα συμπίπτει με το πρώτο έτος των σπουδών. Ζητούμενο είναι να επιλέγονται οι ικανότεροι για το κατά περίπτωση γνωστικό αντικείμενο, με μέριμνα ώστε να λαμβάνεται υπόψη και η πραγματική προτίμηση του εισαγομένου. Με σαφώς προδιαγεγραμμένες δικλίδες εσωτερικής κινητικότητας στα ιδρύματα, θα μπορούσε να αρθεί και ένα άλλο σοβαρό μειονέκτημα του συστήματος: τα περισσότερα παιδιά διοχετεύονται σε σπουδές που δεν τα ελκύουν. Και όταν δεν υπάρχει το μεράκι, περιορίζονται οι προοπτικές επιτυχίας. Ταυτόχρονα, υπάρχει επείγουσα ανάγκη αλλαγής νοοτροπίας ως προς την πρόσβαση στα πανεπιστήμια: στο πνεύμα της χρηστής διαχείρισης της δημόσιας περιουσίας, ο αριθμός των πτυχιούχων θα έπρεπε να προσδιορίζεται με γνώμονα τις εκτιμώμενες ανάγκες, με ταυτόχρονη παροχή προς τα ιδρύματα όλων των εφοδίων που χρειάζονται για να επιτευχθεί η επιθυμητή ποιότητα στο εκπαιδευτικό έργο. Δεν χρειαζόμαστε όμως μόνο μια αλλαγή νοοτροπίας σε σχέση με τις σπουδές στο πανεπιστήμιο. Απαιτείται και μια συνολική αναδιαμόρφωση της τεχνολογικής και μεταλυκειακής εκπαίδευσης, ώστε να υπάρχουν διέξοδοι για όσους δεν θέλουν σπουδές σε ΑΕΙ».

Αθανάσιος Γκότοβος

Χρειάζεται κατ' αρχήν κυβερνητική πρόταση

«Μεταρρύθμιση με δημοσκοπήσεις δεν μπορεί να γίνει», αναφέρει ο κ. Α. Γκότοβος, καθηγητής Παιδαγωγικής και διευθυντής του Εργαστηρίου Εκπαιδευτικής Ερευνας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Και εξηγεί: «Αποσπασματικότητα, δημοσιοσχεσίτικη αντίληψη, καιροσκοπισμός, άγνοια των βασικών παραμέτρων και της λειτουργίας του συστήματος, κομματικοποίηση, συνιστούν ένα σκηνικό που προσδίδει στις απόπειρες διαλόγου -και της τελευταίας- έλλειψη σοβαρότητας και αξιοπιστίας.

Ο διάλογος δεν γίνεται για να προκύψει εξαρχής το σώμα της πρότασης, αλλά για να δημιουργηθεί μέτωπο στήριξης της αλλαγής, στην οποία έχει καταλήξει η κυβέρνηση. Είναι προφανές ότι για να προκύψει η συναίνεση, χρειάζεται να υπάρχει πρόταση κυβερνητική κατ' αρχήν. Χαρακτηριστικά, στις προτάσεις του πορίσματος του ΕΣΥΠ για τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, που δόθηκε το 2006 στην τότε υπουργό κ. Γιαννάκου, γινόταν λόγος για την ανάγκη προκαταρκτικής έρευνας από επιτροπή εμπειρογνωμόνων. Σε ποιους ανατέθηκε η έρευνα και πού βρίσκεται η πορεία εκπόνησής της; Επίσης, το 2006 ο πρόεδρος του ΕΣΥΠ κατέθεσε προτάσεις σε σχέση με την πρόσβαση των αποφοίτων του Λυκείου στα ΑΕΙ. Στις προτάσεις προβλέπονται περιφερειακές εξετάσεις για τη Β΄ Λυκείου και για τα μαθήματα Γενικής Παιδείας της Γ΄ Λυκείου και Πανελλαδικές Εξετάσεις για τα μαθήματα κατεύθυνσης στη Γ΄ Λυκείου. Τι μεσολάβησε για να έρθουν άλλες προτάσεις, που ξεπεράστηκαν από νεότερες του προέδρου του Συμβουλίου Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης; Ποιος και με ποιο κριτήριο αποφάσισε να τις «σβήσει» ως εάν δεν είχαν ποτέ κατατεθεί;

Οταν δεν έχουμε πρόθεση να κάνουμε διορθωτικές τομές στην παιδεία, κάνουμε απλώς παιχνίδι με τη διάχυση στην κοινωνία της εικόνας της μεταρρύθμισης. Υπό αυτόν τον όρο, τίποτε πλέον δεν είναι περίεργο με όσα συμβαίνουν στην εκπαίδευση».

Ιωάννης Βέργαδος

Ανάγκη να αποκτήσει το λύκειο αυτόνομο ρόλο

«Κατά το παρελθόν έχουν υπάρξει ανάλογες μεταρρυθμίσεις. Ομως, αυτές δεν απέδωσαν τα προσδοκώμενα και σε ορισμένες περιπτώσεις συνετέλεσαν σε οπισθοδρόμηση», αναφέρει ο καθηγητής Θεωρητικής Φυσικής και τέως πρύτανης του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων κ. Ιωάννης Βέργαδος. Και προσθέτει: «Υπάρχει πλέον ανάγκη το λύκειο να αποκτήσει αυτόνομο ρόλο. Πολλοί θεωρούν ότι αυτό μπορεί να γίνει με την απεμπλοκή του λυκείου από τις εισαγωγικές εξετάσεις με την καθιέρωση ενός μεταλυκειακού έτους σπουδών, πριν από την εισαγωγή των αποφοίτων στα ΑΕΙ. Ομως, για λόγους οικονομικούς και πρακτικούς δεν φαίνεται εφικτή η εισαγωγή ενός μεταλυκειακού έτους σπουδών. Για τον λόγο αυτό, θεωρώ ότι πρέπει να δοκιμαστεί κάτι εντελώς διαφορετικό».

Ειδικότερα, ο κ. Βέργαδος προτείνει ένα νέο σύστημα υπολογισμού των βαθμών όλων των τάξεων λυκείου. Στο νέο σύστημα υπολογισμού των βαθμών θα υπάρχουν συντελεστές βαρύτητας, και ο βαθμός κάθε τάξης θα υπολογίζεται με ευθύνη των διδασκόντων και ο γενικός βαθμός κάθε μαθητή θα υπολογίζεται με ένα εθνικό σύστημα. Θα προκύπτει ο λεγόμενος «βαθμός αποτίμησης», που θα είναι πρόκριμα για την ένταξη των υποψηφίων σε ΑΕΙ. Κατόπιν, με εξετάσεις που θα οργανώνονται από το κάθε ίδρυμα θα «κατανέμονται» οι υποψήφιοι σε σχολές ή τμήματα. Η τελική επιλογή και η κατάταξη των υποψηφίων σε τμήματα της σχολής θα μπορεί να γίνει λαμβάνοντας υπόψη και τις προτιμήσεις των προκριθέντων υποψηφίων.

Οι εξετάσεις εντός των ΑΕΙ θα πρέπει να εξασφαλίζουν κριτήρια αντικειμενικότητας ανάλογα με εκείνα των σημερινών πανελληνίων εξετάσεων. Με το σύστημα αυτό ενδέχεται, λόγω της προτίμησής τους, οι μισοί από τους προκριθέντες σε σχολές υψηλής ζήτησης, παρά τον υψηλό βαθμό που είχαν, να μην εισαχθούν. Για να μη συμβεί αυτό, θα μπορούσε να δοθεί η δυνατότητα συμμετοχής σε περισσότερες ομοειδείς σχολές.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ