ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Οι Καλόγηροι και οι μοναχοί του Αιγαίου

Του Σπυρου Ι. Ασδραχα*

Συνεχίζω με τους Καλόγηρους του Αιγαίου, που το όνομά τους δεν προσλαμβάνεται από την πανσπερμία της μεσογειακής ναυτικής γλώσσας, όπως θα συνέβαινε με τον έναν από τους συντελεστές της, την ελληνική. Αρχίζω με τον γενάρχη των νησολογίων, τον Χριστόφορο Buodelmonti. Δεν πρόκειται να αναμασήσω συνοπτικά όσα έτυχε να έχω διαβάσει γι' αυτόν και ιδίως για το διασημότερο έργο του και τα φιλολογικά προβλήματα που έχει θέσει: θυμίζω απλώς ότι ο Χριστόφορος, γόνος της οικογένειας των Buodelmonti της Φλωρεντίας, με τις αρσενικές και θηλυκές διακλαδώσεις της στον ελληνικό χώρο, στεριανό και νησιωτικό, βρίσκεται από το 1414 ώς το 1430 (πιθανή ή κοντινή ημερομηνία του θανάτου του), στον ελληνικό χώρο -Ρόδος, Κρήτη, Κωνσταντινούπολη- και περιηγείται τα νησιά του Ιονίου και κυρίως του Αιγαίου, του Αρχιπέλαγους, όπως το έλεγαν. Οτι τα περιγράφει σε μια οπτική γεωγραφική, αρχαιολογική, μυθολογική, χαρτογραφική. Οτι το πόνημά του το συνέταξε σε τέσσερις παραλλαγές (1420 δύο παραλλαγές, 1422, 1430) με πρόσθετα καθεμιά στοιχεία. Οτι οι πρώτες συντάξεις (1420) λανθάνουν, ενώ η τέταρτη σώθηκε σε βενετσιάνικη μετάφραση. Οτι η πρώτη και συνολική έκδοση (Λουδοβίκος de Sinner, 1824) γίνεται (όχι από το σύνολο της γνωστής του χειρόγραφης παράδοσης) από την παραλλαγή του 1422. Οτι, τέλος, σε κανένα από τα χειρόγραφα δεν εντοπίζεται το «χέρι» του συγγραφέα. Ετσι, το «Βιβλίο των νησιών του Αρχιπελάγους» (Liber insularum Archipelagi) και η χαρτογραφική του παράδοση προβληματίζουν ώς σήμερα τους ειδικούς μελετητές.

Η διαφορά του Χριστόφορου Buodelmonti από τους συνεχιστές του είδους συνίσταται στο γεγονός ότι ο πρώτος γράφει εξ αυτοψίας (για τα περισσότερα νησιά, και βεβαίως για τις περιγραφές που αφιέρωσε στην Κρήτη και στην Κωνσταντινούπολη), με την αρωγή, εξυπακούεται, αρχαίων ελληνικών και λατινικών πηγών, αλλά και ακουσμάτων. Ανάμεσα στις λατινικές και ένας φανταστικός ταξιδιώτης, ο Αινείας του Βιργιλίου (τον οποίο κάποια στιγμή παρερμηνεύει). Το νησολόγιό του που το χρησιμοποίησε ένας πολύ κοντινός του χρονικά περιηγητής, ο Κυριακός Αγκωνίτης, διατρέχει υπόρρητα τα κειμενικά συμπιλήματα των εκπροσώπων της σχολής που θα μπορούσε να πει κανείς ότι καθιέρωσε: το «στέμμα» των συνεχιστών του Buodelmonti θα το ιδεί κανείς στο γλαφυρό και εμπεριστατωμένο βιβλίο του Γιώργου Τόλια «Τα Νησολόγια» (2002), από το οποίο έχω δανειστεί πολλά. Οι συνεχιστές, βέβαια, ανακαίνισαν και το κειμενικό και το χαρτογραφικό έργο του γενάρχη τους, μάλιστα ως προς τους Καλόγηρους.

Μεταξύ Ανδρου και Τήνου

Ο Buodelmonti (κεφ. 29) αναφέρει έναν και μόνο ευρισκόμενο κατά το λέγειν του «ανάμεσα στη Χίο και στην Ανδρο» (όφειλε να πει στην Τήνο, σχολιάζει ο εκδότης του). Σ' αυτόν τον Καλόγηρο της «Ανδρου» (για τον οποίο αφηγείται πώς τον κατέλαβαν οι Τούρκοι) δεν υπάρχουν (στο κείμενο) ερημίτες, μόνο γεράκια που ταΐζουν ολοχρονίς τους νεοσσούς τους στις απόκρημνες ακτές του. Ωστόσο, οι ερημίτες, το βαρούλκο και η βαρκούλα υπάρχουν στη χαρτογραφία του κειμένου, χωρίς υποχρεωτικά να ανήκει όλη στον συγγραφέα. Δεν πρόκειται να συζητήσουμε εδώ τα τοπογραφικά αυτής της βραχονησίδας ούτε τη «γενεαλογία» της χαρτογραφίας της, αλλά την πρόσληψη από τον Buodelmonti του ονόματός της. Ετυμολογεί τη λέξη από το «καλός» και «γέρος»: bonus senex στα λατινικά. Οξυδερκής ή ιδιοφυής (arguta) ετυμολογία αλλά όχι αληθινή, σχολιάζει ο Sinner, γιατί Καλόγηρος στα ελληνικά σημαίνει πάντα «μοναχός». Εχουμε πάλι να κάνουμε με το πρόβλημα της διάστασης ανάμεσα στα σημαίνοντα και στα σημαινόμενα, για την οποία μιλούσαμε σε παλαιότερο σημείωμα για τα αγραφιώτικα Βρανιανά, τους Βρανάδες και τους Κόρακες, παλιά προβλήματα που τα έχει, εδώ και δεκαετίες, συστηματοποιήσει και επεκτείνει ο Λότμαν. Λοιπόν δεν ήξερε ο Buodelmonti, ή δεν τον άφησε η αρχαιομάθειά του να ξέρει, ότι το σημαίνον Καλόγηρος παραπέμπει στον μοναχισμό. Η «arguta» ετυμολογία του διαιωνίστηκε στους επιγόνους. Ο Κορονέλι θα την επαναλάβει λέγοντας, όταν κάνει λόγο για τον δικό του Καλόγηρο με τους ερημίτες και τη βαρκούλα τους, ότι οι Γάλλοι τον αποκαλούσαν «bon veillard» τουτέστιν ιταλιστί «buon vecchio».

Ο Buodelmonti, αρχαιομαθής, θα εξηγήσει ότι πρόκειται για «αντίφραση» (per antiphrasin) και ειρωνεία, δηλαδή για «ευφημισμό»: το σημαινόμενο θα πρέπει να νοηθεί στο αντίθετό του, το «καλός» να νοηθεί ως «κακός», γιατί κάθε άλλο παρά «καλολίμενη» ήταν η βραχονησίδα της Ανδρου.

Ας επαναλάβουμε: η λόγια παράδοση ενέχει δύο διαφορετικές προσλήψεις: η μια ανάγει σε υπόδειγμα τη βιβλιακή γνώση, στην περίπτωσή μας την ετυμολογία. Η άλλη ανακρατεί κάτι από την πραγματικότητα, στην περίπτωσή μας τον μοναχισμό, με όσες συνδηλώσεις αυτός συνεπάγεται, καθώς λέγαμε στο προηγούμενο σημείωμα. Μια συνθετική ανάγνωση επιτρέπει τη σύλληψη του συνόλου, αν όχι στο πραγματικό, οπωσδήποτε στο ιδεοτυπικό επίπεδο.

Η κότα ή το αυγό; Κοντολογίς, πολλοί Καλόγηροι χωρίς μοναχούς και ένας, μάλλον περιαγόμενος, με μοναχούς, λίγους αλλά με οργανωμένη ζωή. Αλλά τι προηγείται στην ονομασία αυτών των βραχονησίδων; Η κότα ή το αυγό; Μήπως η μοναξιά τους τα ονοματοθέτησε Καλόγηρους, δηλαδή αναχωρητές (έστω και αν αυτοί εντάσσονται σε οργανωμένη κοινότητα); Εστω και αν σε κάποιους από αυτούς τους βράχους υπήρχαν πράγματι αναχωρητές, όπως στα μικρονήσια υπήρχαν βοσκοί κι ακόμη καλλιεργητές; Μήπως τελικώς το σημαίνον δημιούργησε τον αιτιολογικό μύθο;

Οπως και να 'ναι, η πραγματικότητα ή ο μύθος βρίσκουν από νωρίς την αφήγηση και την εικονογράφησή τους: ο Sonetti (c. 1485) και ο αναπαραγωγός του Bordone (1537) μας δίνουν την καλύτερη εξεικόνιση του βαρούλκου που ανεβοκατεβάζει τη βαρκούλα, ίσως γιατί ξέρουν τι είναι το βαρούλκο. Το αναρτώμενο πλεούμενο είναι παντού (αν δεν λαθεύω) καμπυλωτό, σχήμα που από την αρχαιότητα διαιωνίζεται στην εικονογραφία. Σε κάποια χρονική στιγμή υποδεικνύεται το «άλλοτε» του μύθου ή της πραγματικότητας.

Ο Πιρί Ρεΐς (1465 - 1553) στον Πορτολάνο του (που συντάσσεται σε δύο παραλλαγές, 1520/1 και 1525/6 και του οποίου την ελληνική μετάφραση οφείλουμε στη φιλοπονία και την ευρυμάθεια του Δημήτρη Λούπη - Τροχαλία (1999), αφού κάμει λόγο για τον Καλόγηρο της Ανδρου, μνημονεύει εκείνον της Νισύρου, για να πει ότι «παλιά κατοικούσαν μοναχοί». Σε άλλο σημείο μιλάει για έναν άλλο Καλόγηρο (στον μικρονησιωτισμό της Αστυπάλαιας), ευπρόσιτο, παπαδονήσι (παπασλίκ) με εκκλησιά, τα ερείπια του οποίου ήταν ορατά στις μέρες του. Με δύο λόγια, τα καλογερονήσια για τον Πιρί Ρεΐς ήταν παρελθόν. Δεν πρόκειται να εξαντλήσουμε εδώ τις μαρτυρίες γι' αυτές τις ευπρόσιτες ή απρόσιτες νησίδες που έφεραν το όνομα Καλόγηρος. Ας υπομνήσουμε μόνο ότι ο Pacienza (1688), αναφερόμενος στον Καλόγηρο με το βαρούλκο και τη βαρκούλα, διαφοροποιεί την αφήγηση: οι ερημίτες ζητούν στα γύρω νησιά ελεημοσύνη, δεν επιδίδονται στην εκτροφή γερακιών και οι καταληψίες Τούρκοι εγκαθίστανται εκεί, χωρίς να τους τιμωρήσει ο ουρανός, όπως είδαμε να διηγείται ο Coronelli, και βέβαια το όνομα Καλόγηρος δεν δίνεται κατ' ευφημισμό - είναι μοναχοί. Αλλη πληροφορία αλλάζει τις κυνηγετικές δραστηριότητες των ερημιτών του: δεν ξεφωλεύουν και εξημερώνουν γεράκια, αλλά ξεφτερουγίζουν πετούμενα και πουλάνε τα φτερά, μεταφέροντάς τα με τη βαρκούλα, για να χρησιμοποιηθούν ως προσαρτήματα στα βέλη. Ενδέχεται να πρόκειται μόνο για μια περιαγόμενη μαρτυρία του Πιερ Μπελόν (1547) αναφερόμενη στην Κρήτη: πιάνουν τα όρνια, κόβουν τις φτερούγες τους και τις πουλούν στην Τουρκία. Τα φτερά χρησιμοποιούνται στα βέλη και το δέρμα στη γουνοποιία.

Αλλά οι κάτοικοι των βραχονησίδων δεν είναι μόνο οι υποθετικοί ή πραγματικοί ερημίτες: είναι και τα γεράκια, για τα οποία ήδη έχει κάμει λόγο ο Buodelmonti. Ο Tournefort, που ταξιδεύει με «βασιλική εντολή» κατά τα έτη 1700 - 1702, λέγει ότι στον δικό του δυσπρόσιτο Καλόγηρο της Αμοργού ο καραβοκύρης του καϊκιού με το οποίο ταξίδευε σκαρφάλωσε σαν να πετούσε και ξεφώλιασε γεράκια, ενώ στον ίδιο, βοτανολόγο και επίγονο του Πιερ Μπελόν, έφερε σπάνια βότανα: ψηφίδες όλα αυτά μιας μακραίωνης ιστορίας και μιας οικονομίας που ολοένα προσπαθούμε να την ανασυστήσουμε και, κατά καιρούς τουλάχιστον, συνειδητοποιούμε (ή διαχειριζόμαστε) το νόημά της.

* Ο Σπ. Ι. Ασδραχάς είναι ιστορικός.

Έντυπη

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ