ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Λευκή τρύπα 300 δισ. για το Δημόσιο από την ακίνητη περιουσία

Του Λεωνιδα Στεργιου / Lstergiou@kathimerini.gr

«Ασο» άνω των 300 δισ. ευρώ απέκτησε η κυβέρνηση στο μανίκι της που μπορεί να ανατρέψει τις αρνητικές αξιολογήσεις των ξένων οίκων, να μειώσει το δημόσιο χρέος και το κόστος δανεισμού, αλλά και να χρηματοδοτήσει το ασφαλιστικό σύστημα. Πριν από μερικά 24ωρα ολοκληρώθηκε η καταγραφή και ο υπολογισμός της αντικειμενικής αξίας ακινήτων του Δημοσίου που παρουσιάζει σήμερα η «Κ». Η καταγραφή και ο υπολογισμός αυτός γίνεται για πρώτη φορά στην ιστορία του ελληνικού Δημοσίου και, σύμφωνα με τον γενικό διευθυντή του ΙΟΒΕ και καθηγητή Γιάννη Στουρνάρα, μπορεί να ενισχύσει τη διαπραγματευτική ικανότητα της Ελλάδας και να ανατρέψει το αρνητικό κλίμα, συμβάλλοντας στον περιορισμό του δημοσίου χρέους και του κόστους δανεισμού.

Η Διεύθυνση Μητρώου της Κτηματικής Εταιρείας του Δημοσίου (ΚΕΔ) χρησιμοποίησε περίπλοκα υπολογιστικά μοντέλα με τη βοήθεια νέων τεχνολογιών (δορυφορικών συστημάτων), προκειμένου να εντοπίσει, να καταγράψει τη δημόσια περιουσία και να εκτιμήσει τη συνολική αξία των ακινήτων, μας πληροφορεί ο κ. Βασίλης Μαγκλάρας, Προϊστάμενος Επιχειρηματικής Ανάπτυξης της ΚΕΔ. Ο υπολογισμός έγινε βάσει των χαμηλότερων αντικειμενικών αξιών κάθε ζώνης. Σύμφωνα με το αποτέλεσμα, τα περισσότερα από 71.000 ακίνητα του ελληνικού Δημοσίου που βρίσκονται στην επικράτεια και στο εξωτερικό υπό τη διαχείριση της ΚΕΔ, έχουν αντικειμενική αξία 272 δισ. Δηλαδή, η αξία τους ανέρχεται στο 112,5% του ΑΕΠ, όσο δηλαδή το δημόσιο χρέος.

Η ΚΕΔ, διαχειρίζεται περίπου το 90% των ακινήτων που ανήκουν στο ελληνικό Δημόσιο (ιδιοκτησία Κτηματικής Υπηρεσίας του Δημοσίου). Το υπόλοιπο 8% ανήκει στην ΕΤΑ, σε διάφορα υπουργεία, στη ΔΕΠΟΣ (Δημόσια Επιχείρηση Πολεοδομίας και Στέγασης), στην ΑΓΡΟΓΗ (αγροτική γη), στο ΤΕΘΑ (Ταμείο Εθνικής Αμυνας) και σε διάφορα ασφαλιστικά ταμεία. Επομένως, η συνολική αξία των ακινήτων του Δημοσίου από κτίρια μέχρι παραλίες και βουνοπλαγιές έχουν αντικειμενική αξία άνω των 300 δισ. ευρώ.

Το στοιχείο αυτό είναι καθοριστικό στην προσπάθεια της δημοσιονομικής εξυγίανσης, καθώς μέχρι σήμερα ήταν άγνωστο και δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στη σύνταξη ισολογισμών του κράτους στο πλαίσιο του διπλογραφικού συστήματος. Επίσης, σύμφωνα με τον καθηγητή κ. Γ. Στουρνάρα, η Ελλάδα ήταν μέχρι χθες, ίσως, η μοναδική χώρα του ΟΟΣΑ όπου δεν έχει καταγραφεί η περιουσία του Δημοσίου στο σύνολό της. Και όταν λέμε Δημόσιο εννοούμε όχι μόνο την Κεντρική Διοίκηση, αλλά και όλους τους οργανισμούς όπου μαζί απαρτίζουν την Γενική Κυβέρνηση, σύμφωνα με τον ορισμό της Συνθήκης.

Στην τελευταία του έκθεση (φέτος το καλοκαίρι) για την Ελλάδα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) έκανε μια πρώτη απόπειρα έμμεσης εκτίμησης της περιουσίας του ελληνικού Δημοσίου. Αν και ατελής και ελλιπής είναι μια πρώτη εκτίμηση της «καθαρής θέσης» του, δηλαδή της διαφοράς μεταξύ ενεργητικού και παθητικού. Το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό: το ελληνικό Δημόσιο το 2008 διέθετε ρευστά περιουσιακά στοιχεία (π.χ. μετοχές, καταθέσεις κ.λπ.) της τάξης του 30% του ΑΕΠ και απόθεμα κεφαλαίου 51% του ΑΕΠ. Εφόσον το δημόσιο χρέος το 2008 ήταν 102,6% του ΑΕΠ, η καθαρή θέση του Δημοσίου ήταν αρνητική και ίση με -22% του ΑΕΠ περίπου. Σύμφωνα με τη μεθοδολογία που χρησιμοποιήθηκε, δεν περιλαμβάνεται η αξία της γης, ενώ η αξία του αποθέματος του κεφαλαίου υπολογίστηκε εμμέσως, ως το συσσωρευμένο αποτέλεσμα επενδύσεων από το 1960 μέχρι σήμερα. Αν η αποτίμηση της περιουσίας γίνει με άμεσο τρόπο και συμπεριλάβει και την αξία της γης, ενδεχομένως να καταλήξει σε αρκετά υψηλότερη εκτίμηση. Δηλαδή, η κατάταξη με βάση την καθαρή θέση του Δημοσίου ως ποσοστό του ΑΕΠ, θα ήταν πολύ πιο ευνοϊκή για την Ελλάδα απ' ό,τι η κατάταξη με βάση το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ. Αυτή η μεθοδολογία, αν και πιο ορθή, δεν έχει επισήμως υιοθετηθεί ακόμα από τους διεθνείς οργανισμούς και τους παράγοντες της διεθνούς αγοράς χρεογράφων, κερδίζει όμως συνεχώς έδαφος και ενδεχομένως θα υιοθετηθεί σε σύντομο χρονικό διάστημα, σημειώνει ο κ. Στουρνάρας. Η εξέλιξη αυτή θα είχε άμεση θετική συνέπεια στην πιστοληπτική αξιολόγηση της οικονομίας και, κατά συνέπεια, στο κόστος εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους.

Λύση για το ασφαλιστικό

Η ακίνητη περιουσία του ελληνικού Δημοσίου μπορεί να αποτελέσει πηγή χρηματοδότησης για το ασφαλιστικό σύστημα. Μεταξύ των προτάσεων που έχει καταθέσει η ΓΣΕΕ στο πλαίσιο του διαλόγου για το ασφαλιστικό περιλαμβάνεται φόρος επί της υπεραξίας των ακινήτων του Δημοσίου και της Εκκλησίας κάθε φορά που θα γίνεται αύξηση των αντικειμενικών αξιών. Επίσης, έχει προτείνει ειδικό τέλος επί της εκμετάλλευσης των έργων που εκτελούνται από ιδιώτες ή από συμπράξεις δημοσίου και ιδιωτικού τομέα.

Αν υποθέσουμε ότι οι αντικειμενικές αξίες αυξηθούν κατά 30%, τότε η υπεραξία που θα προκύψει υπολογίζεται σε 81,6 δισ. ευρώ επί της οποίας μπορεί να υπολογιστεί ο φόρος, σύμφωνα με την πρόταση της ΓΣΕΕ. Βέβαια, το αναλογιστικό έλλειμμα των ταμείων υπολογίζεται μεταξύ 65% και 168% του ΑΕΠ, δηλαδή ξεπερνά το σύνολο της δημόσιας ακίνητης περιουσίας. Ωστόσο, η γνώση της αξίας των ακινήτων του Δημοσίου αποτελεί μια βάση για υπολογισμούς ή για άλλες προτάσεις, όπως είναι η παραχώρηση ακινήτων ή χαρτοφυλακίου ακινήτων σε ταμεία, προκειμένου τα τελευταία να τα εκμεταλλευθούν (π.χ. τιτλοποιήσεις) και να αποκομίσουν έσοδα και χρηματοδότηση. Τέλος, τα έργα ΣΔΙΤ που διαχειρίζεται η ΚΕΔ σήμερα ανέρχονται σε 1,5 δισ. ευρώ. Και στη μία και στην άλλη περίπτωση, το ελληνικό Δημόσιο έχει λαμβάνειν έσοδα. Ακόμα κι αν αυτό γίνει μέσω οργανισμών του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Οι τιτλοποιήσεις, όπου κι αν γίνουν το ίδιο αποτέλεσμα θα έχουν στο τέλος της ημέρας. Το ίδιο ισχύει και με συγχρηματοδοτούμενα έργα, τα οποία, από την ώρα που άρχισαν να υλοποιούνται έδωσαν έναν άλλο τόνο στην ανάπτυξη ούτως ή άλλως. Τώρα, φαίνεται ότι ήρθε η ώρα να αξιοποιηθούν και διαφορετικά. Ζητούμενο, βεβαίως, είναι αν και κατά πόσο το ελληνικό Δημόσιο και το υπουργείο Οικονομικών θα αξιοποιήσουν το νέο «δώρο».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ