ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Περίτεχνη πλαστογράφηση της ιστορίας της Ευρώπης

Της Τιτικας Δημητρουλια

ΟΥΜΠΕΡΤΟ ΕΚΟ

Το κοιμητήριο της Πράγας

μετ. Εφη Καλλιφατίδη

εκδ. Ψυχογιός

Διαβάζοντας κανείς το «Κοιμητήριο της Πράγας» αναρωτιέται γιατί έχει προκαλέσει τόσο έντονες αντιδράσεις ένα έργο που συνομιλεί εμφανώς και εξ επιλογής με τα προηγούμενα έργα του και επανέρχεται διεξοδικά σε μια προβληματική με την οποία επανειλημμένα και σε διάφορα επίπεδα έχει ο Εκο ασχοληθεί, την εβραιοφοβία και τον αντισημιτισμό (βλ. λόγου χάρη το κείμενό του στον Guardian, 17.8.2002). Στη «Βασίλισσα Λοάνα», ο ήρωας πάσχει από αμνησία, όπως και ο αντι-ήρωας του νέου του έργου, ο πράκτωρ και δεινός πλαστογράφος Σιμονίνι. Απλώς ο ένας ψάχνει την ταυτότητά του στη σοφίτα και ο άλλος στα εσώψυχά του, κατά φροϋδική -κυριολεκτικά- προτροπή. Ο εκ Πεδεμοντίου ορμώμενος «Μπαουντολίνο» είναι μεγάλος παραμυθάς και τα ψέματά του προκαλούν ιστορικά γεγονότα, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τον επίσης με το Πεδεμόντιο σχετιζόμενο Σιμονίνι - εις ανάμνηση προφανώς της πιεμοντέζικης καταγωγής του ίδιου του συγγραφέα. Αμφότεροι δε επιδίδονται με το ίδιο κέφι και την ίδια αποτελεσματικότητα στην πλαστογραφία: ο Μπαουντολίνο και η παρέα του επινοούν μια χριστιανική επιστολή και ο Σιμονίνι ένα εβραϊκό κείμενο - που καταλήγει τελικά να αποδοθεί σε άλλον. Οσο για τις συνωμοσίες και τα σχέδια κατάκτησης του κόσμου, αποτελούν τη βάση ολόκληρης της λογοτεχνικής παραγωγής του Εκο, ενός επιστήμονα που έχει βαθιά γνώση της λαϊκής κουλτούρας και των σημειωτικών συστημάτων της και αναζητεί διαρκώς νέους τρόπους προσέγγισής της.

Ελευθεροφροσύνη

Κριτική λοιπόν της σύγχρονης ζωής μέσα από ένα ιστορικό μυθιστόρημα που κινείται σε γενικές γραμμές στον 19ο αιώνα, μοτίβα και πρόσωπα γνωστά, έγνοια -μόνιμη- του Εκο να εξηγήσει την προέλευση και το σχήμα των στερεοτύπων που συχνά επικαθορίζουν την κουλτούρα με τρόπο πέραν κάθε λογικής, ελευθεροφροσύνη, διακειμενικότητα και αυτοαναφορικότητα, στον βαθμό που ο Εκο διερευνά και πάλι τη δύναμη του κειμένου. Προφανώς δεν είναι τυχαίο ότι με αυτήν ακριβώς την κοσμική ελευθεροφροσύνη ξεκινά το βιβλίο, με την αναφορά στον Ετιέν Ντολέ, τον σπουδαίο συγγραφέα, μεταφραστή και τυπογράφο που κάηκε αγκαλιά με τα βιβλία του στην πλατεία Μωμπέρ, τη γειτονιά του Σιμονίνι. Ούτε βεβαίως είναι τυχαία η επιλογή του να ζωντανέψει το επιφυλλιδικό μυθιστόρημα, αποτίοντας ποικιλοτρόπως φόρο τιμής στον Ευγένιο Συ και τον Αλέξανδρο Δουμά - που με το μαλλί-θάμνο και τα μπόλικα κιλά του εμφανίζεται στο πλευρό του Γκαριμπάλντι πάνω στην «Εμμα», το καράβι με το οποίο όντως έσπευσε να συνδράμει τους Χιλίους, πέρα από τα βιβλία του που δίνουν διαρκώς το παρών, από τον «Ζοζέφ Μπάλσαμο» ώς τον «Κόμη Μοντεχρήστο», καθορίζοντας σε ένα βαθμό τις εξελίξεις. Οι γκραβούρες που κοσμούν το μυθιστόρημα αποδίδουν τελικά το κλίμα μέσα στο οποίο λειτουργεί εντέλει η στερεοτυπική παραφιλολογία που αφιονίζει με διάφορες αφορμές τις μάζες.

Εχουμε λοιπόν να κάνουμε με ένα βιβλίο στο οποίο η διακειμενικότητα δημιουργεί επίπεδα πρόσληψης, ένα βιβλίο-λαβύρινθο όπως πάντα, με τα ιστορικοπολιτικά και πολιτισμικά συμφραζόμενα να σχολιάζουν την εποχή τους αλλά και τη δική μας, συχνά με χιούμορ. Ετσι, ο Σιμονίνι ξεκινά τα ημερολόγιά του περνώντας γενεές 14 όλους τους λαούς, ημερολόγια που κρατά για να γιατρέψει την αμνησία του. Οι Γερμανοί λοιπόν βρίσκονται σε μια διαρκή κατάσταση εντερικής αμηχανίας, οι Γάλλοι μεταξύ άλλων πολλών κακών νομίζουν ότι όλοι μιλάνε και γράφουν γαλλικά, ακόμα και ο Καλιγούλας, η Κλεοπάτρα και ο Ιούλιος Καίσαρας. Τα αμέτρητα κουσούρια των Ιταλών οφείλονται στους παπάδες. Οι Εβραίοι όμως, είναι ό,τι χειρότερο επί της γης, τους ξέρει αυτός καλά, γιατί έζησε στο γκέτο και τους άκουσε, τους είδε. Ενας αντισημίτης πλαστογράφος λοιπόν, που μισεί τους πάντες και τα πάντα και τον αφορά μόνο το φαγητό - και μάλιστα ένα φαγητό που οι περιγραφές του το καθιστούν συχνά αποκρουστικό (παρότι ο Εκο τοποθετεί τα εστιατόρια του Παρισιού με εξαιρετική ακρίβεια). Πράκτορας πολλών κυβερνήσεων και υπηρέτης των δικών του και μόνο συμφερόντων, ο Σιμονίνι δημιουργεί λοιπόν το κείμενο αναφοράς του αντισημιτισμού στον 20ό αιώνα, τα περίφημα Πρωτόκολλα της Σιών - που παρά την αποδεδειγμένη πλαστότητά τους χρησιμοποιήθηκαν από τον Χίτλερ και συνεχίζουν να εμπνέουν πολλές αντισημιτικές τοποθετήσεις, ειδικά αραβικών κρατών.

Ιδιο πρόσωπο;

Ιταλική Παλιγγενεσία και Βουρβόνοι, Ναπολέων Γ΄ και Βίκτωρ Εμμανουήλ, Ιησουίτες και ξυπόλυτοι Καρμελίτες, Ρώσοι Δεκεμβριστές και αναρχικοί συνθέτουν ένα πλαίσιο στο οποίο το μοναδικό επινοημένο πρόσωπο του βιβλίου, ο Σιμονίνι-αβάς (εάν και εφόσον είναι το ίδιο πρόσωπο αφού η πλοκή υπογραμμίζει τα ερωτηματικά διαρκώς) στήνει τα δόκανα και τις παγίδες του, μέσα σε μια ατμόσφαιρα μυστηρίου που έχει να κάνει με τη διχασμένη προσωπικότητα και το θέμα του alter ego αλλά και με τα γρανάζια των αθέατων κρατικών και παρακρατικών μηχανισμών και της πολυπλόκαμης δράσης τους ή με τον σατανισμό.

Ο ίδιος ο Εκο χαρακτηρίζει τον Σιμονίνι το πιο απεχθές πρόσωπο του κόσμου. Δεν έχει κι άδικο, αλλά ούτε και απόλυτα δίκιο: όχι γιατί κάποιοι μπορεί να πάρουν στα σοβαρά τις ιδέες του περί Εβραίων, όπως πολλοί επισήμαναν, μεταξύ των οποίων και ο ειδικός στις θεωρίες συνωμοσίας και την εβραιοφοβία και γνωστός μας πια στην Ελλάδα Πιερ-Αντρέ Ταγκιέφ (βλ. τα σχετικά έργα του στις εκδ. Πόλις, του Εικοστού Πρώτου, Τραυλός), αλλά για έναν πιο απλό λόγο, επειδή είναι εξ επιλογής χάρτινος, ψεύτικος και συχνά εντελώς γελοίος. Ο Εκο επισημαίνει τους τρόπους με τους οποίους το πλαστό γεννά πραγματικότητα και μας καλεί σε εγρήγορση, ενάντια σε κάθε μορφή ρατσισμού και προφανώς ενάντια στον αντισημιτισμό. Η δε πολυπλοκότητα και απαιτητικότητα του κειμένου του δύσκολα επιτρέπει απλουστευτικές προσεγγίσεις. Αντιθέτως, είναι αυτή που θα απομακρύνει κάποιους αναγνώστες, και μάλιστα όχι μόνο αυτούς που προτιμούν τον Νταν Μπράουν: ο αναγνώστης καλείται για άλλη μια φορά να προβληματιστεί πάνω στη φύση και τα όρια του μυθιστορήματος. Αυτά όλα όμως είναι που κάνουν το κείμενο του Εκο εξαιρετικά ενδιαφέρον και μάλιστα για πολύ διαφορετικές κατηγορίες αναγνωστών.

Έντυπη