ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Ο φλογερός και ανυποχώρητος Γεώργιος Σκληρός

Της Τιτικας Δημητρουλια

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΔΕΛΗΓΙΩΡΓΗ

Τρυφερός σύντροφος

εκδ. Αγρα

«Ολα τα προϊόντα τα γεννηθέντα εις ήσυχον κοινωνικήν εποχήν, εις την οποίαν έλειπεν ο οιοσδήποτε αγών, είναι νεκρά προϊόντα, σχολαστική απομίμησις ζωντανωτέρων εποχών».
«Το κοινωνικο μασ ζητημα»

Μια βροχερή νύχτα του 1878, στην κραταιά την εποχή εκείνη Τραπεζούντα, ο δάσκαλος στο ιστορικό εκπαιδευτήριό της, το Φροντιστήριο, Ηλίας Κωνσταντινίδης περιμένει το όγδοο παιδί του. Θα είναι δίδυμα, ο Γεώργιος και η Ολγα, και η γυναίκα του, Αθηνά, θα πεθάνει στη γέννα.

Ασθενικός από μικρός, απαρηγόρητος για την απώλεια της μητέρας που δεν θα γνωρίσει ποτέ και την οποία ως παιδί επίμονα θα καλεί και θα ανακαλεί μαζί με την αδελφή του, ο Γεώργιος μετά από μια εικοσιπενταετία θα αλλάξει το επίθετό σε Σκληρός και θα εισηγηθεί τον επιστημονικό σοσιαλισμό στην Ελλάδα.

Η Αλεξάνδρα Δεληγιώργη μετατρέπει την ιστορία αυτού του ανεσταλμένου από τη φυματίωση διανοούμενου, όπως αυτοπροσδιορίζεται ως μυθιστορηματικός ήρωας πια, αυτού του φλεγόμενου στοχαστή και του βασανισμένου ανθρώπου σε «μυθιστορία» - παραπέμποντας ενδεχομένως με την ειδολογική επιλογή της στο μετέωρο καθεστώς του μυθιστορήματος στις απαρχές του, ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό, αλλά και αποφεύγοντας τεχνηέντως το «ιστορικό μυθιστόρημα».

Μοιρασμένη ανάμεσα στη φιλοσοφία και τη διδασκαλία της και τη λογοτεχνία, η Δεληγιώργη γράφει πάντα πολιτικά, φωτίζοντας την κατασκευή του ατομικού, του συλλογικού, του κοινωνικού, τη σχέση της τέχνης, και ειδικά της πρωτοπορίας, με την πολιτική, την ύπαρξη στον αγώνα της με τον προσωπικό και τον ιστορικό χρόνο.

Στην προκειμένη περίπτωση, αποδεικνύει για άλλη μια φορά την προσήλωσή της σε μια λογοτεχνία η οποία «χρειάζεται το κοινό της και το κοινό της έχει ανάγκη από λεπτούς προσδιορισμούς αποδοτικούς όλου του πολύπλοκου ιστού που πλέκει η σύγχρονη ζωή», όπως έγραφε σε ένα διήγημά της πριν από τρία χρόνια.

Με στόχευση σύγχρονη λοιπόν, παρακολουθεί τη διαδρομή του Ελληνα αυτού της διασποράς, ο οποίος ποτέ δεν θα καταφέρει να ζήσει στην πόλη της μητέρας του, την Αθήνα, όπως διακαώς ποθούσε, αλλά τη συντάραξε εντούτοις, καθώς, κατά τον Λουκά Αξελό που έχει ασχοληθεί συστηματικά με τον Σκληρό όπως και η Ρένα Σταυρίδη-Πατρικίου, το «Κοινωνικό μας ζήτημα», το 1907, «κόμισε μια νέα πνοή στη μέχρι τότε ισχνή σοσιαλιστική μας φιλολογία και δημιούργησε ένα ξάφνιασμα κι ένα προβληματισμό ευθέως ανάλογο μ' εκείνον που αναλογούσε στην εισβολή της νεαρής εργατικής τάξης στο ιστορικό προσκήνιο».

Προορισμένος για έμπορος, ο Κωνσταντινίδης-Σκληρός θα προσπαθήσει αρχικά να υπακούσει στα κελεύσματα της οικογένειάς του πλάι στη μεγάλη αδελφή του στην Οδησσό. Πολύ σύντομα, θα καταλήξει στη Μόσχα. Σπουδάζει γιατρός λιποθυμώντας στο μάθημα ανατομίας, μυείται στη σκέψη του Πλεχάνωφ, στον υλισμό και τον μαρξισμό. Ζει από κοντά την επανάσταση του 1905 και βλέπει τους φίλους του να σκοτώνονται στα οδοφράγματα. Ολοκληρώνει τις σπουδές του στην Ιένα, όπου γνωρίζει και συναναστρέφεται τον Γιώργο και τον Φώτο Πολίτη στους οποίους στηρίζει -μάταια όπως αποδεικνύεται- την εγκατάστασή του στην Αθήνα, τον Δημήτρη Γληνό, τον Αλέξανδρο Δελμούζο, τον Κωνσταντίνο Χατζόπουλο, που τον στηρίζει οικονομικά στα πολύ δύσκολα. Φλογερός όσο και δύσκολος, ανυποχώρητος και εμμονικός, μοναχικός, πένης και ενίοτε ανέστιος, ο Σκληρός ζει σε διαρκή συνομιλία με τον θάνατο, τον «τρυφερό σύντροφό» του, και δημιουργεί επί μια δεκαετία και περισσότερο αναταραχή με τις ιδέες του - για την πάλη των τάξεων, για τη σχέση της Ελλάδας με τη Δύση, για τον Πόντο και το Ανατολικό ζήτημα, για τη γλώσσα ως ζωντανό, αυτορρυθμιζόμενο οργανισμό, για την τέχνη και τον καλλιτέχνη.

Δεν πτοείται από καμία επίθεση και κριτική - χαρακτηριστική είναι η αντιπαράθεσή του με τον Ιδα, τον Ιωνα Δραγούμη, που διαφαίνεται και στο κείμενο της Δεληγιώργη, η συμμετοχή του στον διάλογο των περιοδικών, στην Ελλάδα και στην Αίγυπτο, όπου θα ζήσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του.

Ρίχνεται με παραφορά στην ιδεολογική συζήτηση, ερμηνεύει, προτείνει και ανταπαντά, ενδοσκοπούμενος διαρκώς με αγωνία, διψασμένος για αγάπη, για έρωτα, για την ίδια αυτή ζωή που, όπως στο τέλος πια ομολογεί αυτοαναλυόμενος, ο ίδιος απαρνιέται στο όνομα της πληγής που τον κατατρώει από τη γέννησή του, της έλλειψης της μητέρας.

Η Δεληγιώργη επαναφέρει τη μορφή του στο προσκήνιο με τον τρόπο της ποίησης, όπως τον περιγράφει ο ίδιος ο Σκληρός στη μυθιστορία της: η ποίηση «συγκινεί, εξάπτει τη φαντασία, εκπλήσσει […] σε παίρνει από κει που ήσουν καλοκαθισμένος έως τώρα και σε μεταφέρει αλλού».

Περίτεχνο στην κατασκευή του, το κείμενό της κρύβει καλά την αφηγηματική του σκευή -την εναλλαγή αφηγητών, τους δαιδάλους του εσωτερικού μονολόγου, την ένθεση τεκμηρίων, τη διαχείριση του χρόνου λόγου χάρη-, ώστε να παρουσιάσει στον αναγνώστη με τρόπο απλό και μέσα από μια δεξιοτεχνική ψυχογράφηση/ψυχανάλυση, έναν εύθραυστο και μαζί πολύ δυνατό άνθρωπο, έναν εκτός Ελλάδας Ελληνα που αγάπησε τη Φυλή όσο και τη μητέρα του, ή αντ' αυτής, όπως τον βάζει να λέει η Δεληγιώργη.

Οσο για τη σύγχρονη στόχευση, η μυθιστορία της μετέχει με τον δικό της τρόπο στον διάλογο για την ελληνική ταυτότητα σήμερα, για το εθνικό και τα όριά του, για τον -όποιο- σοσιαλισμό, για τη λογοτεχνία, την τέχνη και τον ρόλο τους, για τη σχέση του ανθρώπου με τον χρόνο και τον θάνατο, με τον Αλλον και τους άλλους - ασχέτως εποχής και Ιστορίας.

Έντυπη