ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Η Σπάρτη σε ρυθμούς πολιτισμού

Της Ολγας Σελλα

Δύο βραβεία και μια επέτειος ήταν το έναυσμα για μια ημερήσια επίσκεψη στην πόλη της Σπάρτης, την περασμένη εβδομάδα. Στην πανηγυρική συνεδρία της Ακαδημίας Αθηνών, τις τελευταίες μέρες του 2011, ο συγγραφέας Δημήτρης Πετσετίδης τιμήθηκε για το σύνολο του έργου του από την Ακαδημία Αθηνών, ενώ η Δημόσια Βιβλιοθήκη Σπάρτης τιμήθηκε με έπαινο για την προσφορά της.

Το ραντεβού με τον Δημήτρη Πετσετίδη ήταν στην κεντρική λεωφόρο της Σπάρτης, την Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, με τους χαρακτηριστικούς φοίνικες στη νησίδα. Μας περίμενε έξω από την Κουμαντάρειο Πινακοθήκη Σπάρτης, ένα θαυμάσιο νεοκλασικό των αρχών του 20ού αιώνα, που είναι το παράρτημα της Εθνικής Πινακοθήκης.

Βρισκόμαστε σε μια πόλη μικρή, μόλις 14 χιλιάδων κατοίκων, που εκπλήσσει με τη ρυμοτομία της (έργο των Βαυαρών στις αρχές του 19ου αιώνα) αλλά και με τα σύγχρονα κύτταρα πολιτισμού, παλαιότερα και νεότερα: η Κουμαντάρειος Πινακοθήκη, η Δημόσια Βιβλιοθήκη Σπάρτης, το Αρχαιολογικό Μουσείο, το Μουσείο Ελιάς και ελληνικού λαδιού. «Ολα είναι σύγχρονα. Μόνο το Αρχαιολογικό Μουσείο είναι παλιό, από την επανίδρυση της πόλης, το 1834. Οι αρχιτέκτονες ήταν Γερμανοί και είχαν σχεδιάσει να υπάρχει οπτική επαφή του μουσείου με το δημαρχείο. Οι κατοικίες που χτίστηκαν ενδιάμεσα ακύρωσαν το σχέδιο...», μας εξηγεί ο Δημήτρης Πετσετίδης.

Στους ρυθμούς του ποιητή, που δώρισε το αρχείο του στη βιβλιοθήκη της πόλης του, ζει η Δημόσια Βιβλιοθήκη Σπάρτης, αφού το 2012 έχει ανακηρυχθεί έτος Βρεττάκου, με αφορμή τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Λάκωνα ποιητή. Η Δημόσια Βιβλιοθήκη Σπάρτης εξακολουθεί τους σχεδιασμούς της, παρά τη μείωση του προϋπολογισμού της σχεδόν στο μισό (από 26 χιλ. ευρώ σε 14 χιλ. ευρώ τον χρόνο). Και προσκαλεί στον χώρο της όχι μόνον όσους θέλουν να διαβάσουν, αλλά και όσους αγαπούν το σκάκι, αφού υπάρχουν πολλά τραπέζια-σκακιέρες στο κεντρικό αναγνωστήριο.

Η παλιά Ηλεκτρική

Μανιώδης σκακιστής ο Δημήτρης Πετσετίδης περνούσε αρκετές ώρες στη Βιβλιοθήκη, παίζοντας... σκάκι. Μας λέει περήφανος ότι η μία από τις τρεις κόρες του, επίσης μανιώδης σκακίστρια, έχει φέρει ισοπαλία με τον Κασπάροφ σε αγώνες στην Κέρκυρα. Στην αίθουσα όπου βρίσκεται το Αρχείο Βρεττάκου συγκινείται ιδιαίτερα. «Σ' αυτή τη φωτογραφία είναι ο πατέρας μου με τον Βρεττάκο στην Αλβανία. Εχω την πρωτότυπη στο σπίτι».

Η κορυφογραμμή του Ταϋγέτου ήταν χιονισμένη, αλλά η μέρα ήταν ηλιόλουστη. Περπατήσαμε στην κεντρική πλατεία της Σπάρτης και ο Δημήτρης Πετσετίδης άρχισε να ανασύρει τις μνήμες των παιδικών του χρόνων, κάνοντας μια διαδρομή διαφορετική στην πόλη του. Παιχνίδια, φίλοι των παιδικών χρόνων, ιστορίες σπιτιών που οι ένοικοί τους δεν υπάρχουν πια.

Από τη Δημόσια Βιβλιοθήκη στο Μουσείο της Ελιάς. Ηταν το παλιό κτίριο της Ηλεκτρικής, που είχαν οι πέντε αδελφοί Παπαδολιά. Ο Δήμος Σπαρτιατών παραχώρησε το κτίριο στο Πολιτιστικό Ιδρυμα Ομίλου Πειραιώς, το οποίο ανακαίνισε το κτίριο της παλιάς Ηλεκτρικής και το Μουσείο της Ελιάς και ελληνικού λαδιού είναι ένα από τα έξι θεματικά μουσεία στην Ελλάδα. «Εδώ έπεσε η πρώτη νάρκη το 1947 από τους αντάρτες όταν ελευθέρωσαν τους φυλακισμένους. Το σπίτι μου ήταν ακριβώς απέναντι. Κρυβόμασταν με τη μάνα μου». Οι χώροι του μουσείου είναι μια θαυμάσια ξενάγηση στους τρόπους συλλογής, καλλιέργειας και παραγωγής λαδιού από την αρχαιότητα έως σήμερα. Μια μοναδική συλλογή από αντικείμενα, εργαλεία, αγγεία και φωτογραφίες, που παραπέμπουν σε παλαιότερες εποχές. Ενα μουσείο από το οποίο δεν θέλεις να βγεις, γιατί σε κάθε γωνιά του σε περιμένει μια έκπληξη. Και παρ' όλα αυτά, όση ώρα μείναμε εκεί -και ήταν αρκετή- δεν μπήκε άλλος επισκέπτης. «Κυρίως οι ξένοι το επισκέπτονται. Οι Σπαρτιάτες όχι», μου λέει ο Δημήτρης Πετσετίδης. Βλέπουμε μια φωτογραφία που επιγράφεται «σπορολογίστρες». «Ηταν οι γυναίκες που μάζευαν χαμάδες, οι πολύ φτωχές. Κάτι σαν τις σταχομαζώχτρες...».

Στα πρακτορεία Προπό

Εχοντας ζήσει τα πρώτα χρόνια της ζωής τους σε μια πόλη που συνδέεται άρρηκτα με το λάδι, ο Δημήτρης Πετσετίδης παράλληλα με την περιήγηση στο μουσείο θυμάται και στιγμές των παιδικών του χρόνων. Η έκφρασή του αλλάζει, γαληνεύει, γίνεται πιο τρυφερή. Χαλαρώνει περισσότερο. Μου λέει για τη μητέρα του που μάζευε μέχρι τα 80 της ελιές και «ήταν από τις πρώτες Ελληνίδες που είχε άδεια κυνηγιού».

Τον ρωτάω πού του αρέσει να περνάει τον ελεύθερο χρόνο του. «Σε πρακτορεία Προπό. Μου αρέσει να παρατηρώ όσους μπαίνουν και κυνηγούν την τύχη τους. Εχω γράψει και ένα διήγημα για κάποιον που καυχιόταν ότι μετείχε σε εκτελεστικά αποσπάσματα». Τον ρωτάω αν έχουν αυξηθεί το τελευταίο διάστημα οι άνθρωποι που αναζητούν την ελπίδα στον τζόγο. «Οι άνθρωποι που παίζουν έχουν αυξηθεί, τα κέρδη έχουν μειωθεί», λέει.

Αφήνουμε με τις καλύτερες εντυπώσεις το Μουσείο της Ελιάς και πριν πάμε για φαγητό θέλει να επισκεφτούμε το σπίτι όπου έζησε τα πρώτα 35 χρόνια της ζωής του. Το Χατίπι. Εκεί έχουν απομείνει αρκετά παλιά σπίτια, κυριαρχούν οι μονοκατοικίες και οι πορτοκαλιές. Εχει χτιστεί πολύ η Σπάρτη τα τελευταία χρόνια; «Πάρα πολύ. Από τα παλιά σπίτια ελάχιστα έχουν απομείνει. Και κάποια που ήταν διατηρητέα γκρεμίστηκαν εν μια νυκτί».

Οι φάσεις της ιστορίας είναι ακόμη ανάγλυφες πάνω στην πόλη, παρά την καινούργια όψη που έχει πάρει. «Εδώ ήταν πολυβολείο των ανταρτών»· «εδώ ήταν ναρκοπέδιο στην Κατοχή». Εζησε τον Εμφύλιο στη Σπάρτη και «ήταν ο σκληρότερος. Το κλίμα διατηρήθηκε για πολλά χρόνια μετά». Συναντάμε σε κάθε στάση μας την οικειότητα και την αμεσότητα της μικρής πόλης. Από τον παλιό γείτονα και τους ευγενέστατους υπαλλήλους του Μουσείου της Ελιάς, μέχρι το παραδοσιακό ταβερνάκι «Εν Χατίπι» που διαλέξαμε. Οικογενειακή επιχείρηση, δίνει μεγάλη σημασία στις μνήμες της πόλης και των ανθρώπων της, αναδεικνύει ό,τι απέμεινε από τα παλιά στον χώρο του. Ετσι, οι τοίχοι είναι γεμάτοι παλιά αντικείμενα και οι παραδοσιακές συνταγές της περιοχής είναι η αγαπημένη ενασχόληση του μάγειρα.

Την ώρα του φαγητού μιλάμε για τον τρόπο της γραφής του. Δουλεύει και ξαναδουλεύει πολλές φορές τα κείμενά του. «Το θέμα δεν αρκεί, αν δεν το επεξεργαστείς και δεν το δουλέψεις. Το θέμα είναι η αλήθεια και εσύ θα δείξεις την ομορφιά. Δεν μπορώ να καταλάβω όσους κομπάζουν για την ευκολία τους να γράφουν...»

Λογοτέχνης αλλά και σκιτσογράφος

Την παράδοση του διηγήματος ακολουθεί σε όλα του τα κείμενα ο Δημήτρης Πετσετίδης. Ξεκίνησε δημοσιεύοντας σε εφημερίδες και περιοδικά και η πρώτη συλλογή, με τον τίτλο «Δώδεκα στο δίφραγκο», εκδόθηκε το 1986. Ακολούθησαν οι συλλογές: «Το παιχνίδι» (Νεφέλη, 1991), «Επίλογος στα χιόνια» (Νεφέλη 1993), «Ο Σαμπατές ζει» (Νεφέλη 1998), «Τροπικός του Λέοντος» (Νεφέλη, 2001), «Σε ξένο γήπεδο» (Πατάκης, 2003). Η νέα του συλλογή με διηγήματα που όλα εκτυλίσσονται μέσα σ' ένα δωμάτιο - «πραγματικό ή φανταστικό» - έχει τίτλο «Εν οίκω» και θα κυκλοφορήσει τον επόμενο μήνα από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Η άλλη μεγάλη του αγάπη, εκτός από τη λογοτεχνία, είναι το σκίτσο. Ξεκίνησε να σκιτσάρει το 1963, συνεργάστηκε με αθηναϊκές εφημερίδες και περιοδικά («Ταχυδρόμος», «Επίκαιρα», «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», «Εξόρμηση», «Ποντίκι», «Αντί», «Αυγή», «Εποχή»). Και συνεχίζει. «Εχω φτιάξει περισσότερες από 5.000 γελοιογραφίες». Και αρχειοθετεί όλα τα δημοσιευμένα σκίτσα του σε δεκάδες ντοσιέ, που καταλαμβάνουν μια ολόκληρη βιβλιοθήκη στο σπίτι του.

Έντυπη