ΕΛΛΑΔΑ

30 χρόνια μετά τον νόμο του 1982 για τα ΑΕΙ

Του Αποστολου Λακασα

Από το αίτημα για δημοκρατία και για πανεπιστήμιο των ομάδων, στο χάος και την τρομοκρατία των μειοψηφιών. Από το άνοιγμα στις νέες δυνάμεις της κοινωνίας και την οξυγόνωση των ΑΕΙ, στην αναξιοκρατία και τον νεποτισμό. Από την όρεξη για δουλειά στο βόλεμα. Από την προστασία της διακίνησης ιδεών στη βία. Από τα οργανωμένα ΑΕΙ, στα ΑΕΙ - ορμητήρια περιθωριακών που καίνε την Αθήνα... Αυτός είναι ένας απολογισμός της αλλαγής που επιχείρησε στην ανώτατη εκπαίδευση η πρώτη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ στην Ελλάδα, το 1981. Ο νόμος, που ψηφίστηκε το 1982, είχε εξαιρετικές προθέσεις, όμως η «καταχρηστική εφαρμογή» του είχε καταστροφικές συνέπειες. «Μετά τα πρώτα χρόνια ο νόμος άρχισε, ως προς τις αποφάσεις των διοικητικών συλλογικών οργάνων που προέβλεπε, να μην εφαρμόζεται από τις φοιτητικές παρατάξεις, οι οποίες συχνά ήθελαν να επιβάλουν τη βούλησή τους εκτός των συλλογικών οργάνων στα οποία είχαν δικαίωμα συμμετοχής», τόνισε στην Κ» ο πρώην υπουργός και πρώτος πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών με το (τότε) νέο νομοθετικό πλαίσιο (εξελέγη το 1982) κ. Μιχάλης Σταθόπουλος.

Ειδικότερα, η φιλοσοφία του νόμου του 1982 ήταν εναρμονισμένη με το πνεύμα και τις αλλαγές που έφερε στα πανεπιστήμια της Δυτικής Ευρώπης ο Μάης του '68. Τότε, πάνδημο αίτημα ήταν η αλλαγή του μοντέλου λειτουργίας των ΑΕΙ, από το πανεπιστήμιο της αυθεντίας και των τακτικών καθηγητών στο «πανεπιστήμιο των όλων ομάδων». «Δεν επρόκειτο, δηλαδή, για ένα νομοθέτημα «δωματίου» ή ειδικών αλλά για τη θεσμική δικαίωση αγώνων και αιτημάτων μιας γενιάς», λέει στην «Κ» ο καθηγητής κ. Ιωάννης Πανούσης, που ήταν εκ των συντακτών του νόμου, μαζί με τον καθηγητή κ. Διονύση Κλάδη. «Εγώ σήμερα κρίνω τον νόμο με βάση καίριες διατάξεις του, που δεν εφαρμόστηκαν μέσα στα 30 αυτά χρόνια», προσθέτει ο κ. Κλάδης θέλοντας να εστιάσει στην προοδευτικότητα του νόμου. Είναι όμως γεγονός ότι οι βασικές τομές, που επιθυμούσε να κάνει ο νόμος 1268 του 1982, εφαρμόστηκαν στρεβλά με αποτέλεσμα να εμφανισθούν εκ νέου φαινόμενα, που ο νόμος ήθελε να πλήξει. Συγκεκριμένα:

- Μια βασική τομή ήταν η συμμετοχή όλων των ομάδων του ΑΕΙ στα όργανα διοίκησης. Π.χ. έως τότε για πρύτανη ψήφιζαν μόνο οι τακτικοί καθηγητές. Ο νόμος του 1982 έδινε δικαίωμα ψήφου σε όλους τους πανεπιστημιακούς, καθώς και -μέσω εκπροσώπων- στους φοιτητές και το υπόλοιπο διδακτικό και διοικητικό προσωπικό. Πώς κατέληξε η κατάσταση; Οι υποψήφιοι για διοικητικές θέσεις συναλλάσσονται με ομάδες πανεπιστημιακών και φοιτητικές παρατάξεις, παίρνοντας ακόμη και άτυπο κομματικό χρίσμα, με συνέπεια να ενισχύεται ο φαύλος κύκλος της διαπλοκής και της κομματοκρατίας.

- Η συμμετοχή των φοιτητών στην ακαδημαϊκή ζωή αποτελούσε ένα βασικό βήμα που έγινε το 1982 για τον εκδημοκρατισμό των ΑΕΙ. Πού κατέληξε; «Οι φοιτητικές-κομματικές παρατάξεις ασκούσαν καταθλιπτική-ασφυκτική επιρροή και έπαιζαν αντιδραστικό ρόλο και οδήγησαν τα τελευταία χρόνια στην, χωρίς υπερβολή, διάλυση του ιστού των πανεπιστημίων», τονίζει στην «Κ» ο ομότιμος καθηγητής Νομικής Σχολής και τέως αντιπρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Ιωάννης Καράκωστας.

- Καταργήθηκε η έδρα, δηλαδή η «αποκλειστικότητα» της γνώσης των τακτικών καθηγητών. «Ηταν ένα θετικό βήμα, που όμως δεν απέτρεψε την επανάληψη των φαινομένων νεποτισμού και αναξιοκρατίας», παρατηρεί πανεπιστημιακός στην «Κ».

- Καθιερώθηκε η εσωτερική, δηλαδή στο πλαίσιο των πανεπιστημιακών οργάνων, διαφάνεια στη διαχείριση του διδακτικού και οικονομικού έργου, όμως ουδέποτε εφαρμόστηκε.

«Το κλίμα συνενοχής, συμβιβασμού, αδιαφορίας και παραίτησης -δηλαδή το τέλμα- ακόμη και εκείνων που διατηρούσαν λίγες ικμάδες ανανεωτικής ορμής, επικρατεί πλέον παντού. Για την ανατροπή του χρειάζεται πανστρατιά πολιτικών δυνάμεων και υπεύθυνων ενεργών πολιτών, με τίμια και αγαθή πρόθεση για αλλαγές στην παιδεία, χωρίς συμβιβασμούς και χωρίς να φοβούνται το πολιτικό κόστος ή ακόμα και τη βίαιη αντίδραση των υμνητών της οπισθοδρόμησης», καταλήγει ο κ. Καράκωστας. Κατά τον κ. Σταθόπουλο, πάντως, «υπάρχουν διδάσκοντες και φοιτητές που εργάζονται ευσυνείδητα και παράγουν έργο στο πανεπιστήμιο. Πρέπει να τονίσουμε ότι τα πτυχία μας έχουν αξία, αλλά είναι απαραίτητο να σταματήσουν οι στρεβλώσεις, όπου υπάρχουν, και να επιδιώξουμε την αριστεία».

Ο θεσμός του ασύλου

Μετά τη μεταπολίτευση και με νωπές τις μνήμες από τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, άνοιξε η συζήτηση για τη νομοθετική κατοχύρωση του πανεπιστημιακού ασύλου. Στον νόμο 1268 και στο άρθρο 2 -κάτι που καταδείκνυε την αξία που απέδιδε ο νομοθέτης στο θέμα, αφού στο άρθρο 1 καθοριζόταν η αποστολή των ΑΕΙ- η συζήτηση για την προστασία του ασύλου αποκρυσταλλώθηκε: «Το πανεπιστημιακό άσυλο καλύπτει όλους τους χώρους των ΑΕΙ και συνίσταται στην απαγόρευση επέμβασης της δημόσιας δύναμης στους χώρους αυτούς, χωρίς την πρόσκληση ή άδεια του αρμόδιου οργάνου του ΑΕΙ». Το 1982 οι πληγές από την επταετία ήταν νωπές.

Σήμερα; «Η διατήρηση ενός εντελώς παρωχημένου θεσμού σε μια δημοκρατική κοινωνία οδήγησε στην εγκαθίδρυση και εμπέδωση πάσης φύσεως αυθαιρεσίας και ανομίας, όπως εγκλεισμοί, βιαιότητες, καταλήψεις και εγκληματικές ενέργειες», αναφέρει ο κ. Καράκωστας.

Ομως, και στην περίπτωση αυτή είναι η κακή εφαρμογή του νόμου που οδήγησε στη στρέβλωση. Με βάση τον νόμο του 1982, η Σύγκλητος μπορούσε να ζητήσει την επέμβαση της δημόσιας δύναμης. Ομως, σε ελάχιστες περιπτώσεις και με εξαιρετικά ακραίες συνθήκες (π.χ. το 1995 στο ΕΜΠ), αποφασίστηκε άρση ασύλου. Ευρύτερα, οι πρυτάνεις, και υπό την πίεση του αριστερού ακαδημαϊκού κατεστημένου, έδειχναν αναποφασιστικότητα στην πάταξη των φαινομένων βίας. Φθάσαμε, λοιπόν, ακόμη και σήμερα που το άσυλο έχει καταργηθεί, ανενόχλητοι εξωπανεπιστημιακοί να κάνουν τη Νομική ορμητήριο για να κάψουν την Αθήνα, όπως συνέβη την Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου. Οι αρμόδιοι, απλώς επανέλαβαν το πινγκ πονγκ των ευθυνών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ