ΕΛΛΑΔΑ

Η έξοδος των πολιτικών προσφύγων

Του Χρηστου Χρηστιδη*

Καημένη Αγάθη, πόση λαχτάρα είχε
να γυρίσει πίσω, λέει ο Παρασκευάς.
Μετά εκατό, μετά διακόσια χρόνια,
οι επισκέπτες του νεκροταφείου
θα αναρωτιούνται τίνος είναι αυτοί
οι ξενόγλωσσοι τάφοι...
Μιας γριάς κι ενός μικρού κοριτσιού κοντά της...

Ελλη Αλεξίου, Με τη Λύρα

Το σύνθετο πλέγμα των σχέσεων μεταξύ νικητών και νικημένων του εμφυλίου πολέμου απετέλεσε αναμφισβήτητα βασικό στοιχείο της ελληνικής κοινωνίας κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Οι διαιρέσεις και οι αποκλεισμοί στοίχειωσαν μια χώρα και επηρέασαν καταλυτικά τις αντοχές των δεσμών μιας κοινωνίας που προσπαθούσε να αναρρώσει από το τραύμα του νέου διχασμού. Την ίδια στιγμή, ένα διαφορετικό δράμα εκτυλισσόταν εκτός συνόρων: το δράμα των ηττημένων που κλήθηκαν να οργανώσουν τη ζωή τους εκ νέου, και μάλιστα εκτός Ελλάδος.

Η λήξη του εμφυλίου πολέμου, τον Αύγουστο του 1949, σηματοδότησε την έναρξη του νέου αυτού κεφαλαίου που αφορούσε τη μαζική έξοδο και την προσπάθεια εγκατάστασης δεκάδων χιλιάδων προσφύγων σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και στην Τασκένδη του Ουζμπεκιστάν. Αν και τμήμα των προσφύγων είχε ήδη καταφύγει σε γειτονικά κράτη, η 29η Αυγούστου 1949 υπήρξε σημείο αναφοράς για τις δυνάμεις του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ) και όσους τον ακολούθησαν -ηθελημένα ή όχι- κατά την υποχώρησή του. Πλέον, η επιστροφή στην Ελλάδα θα σχετιζόταν με την ευρύτερη ισορροπία δυνάμεων, στο πλαίσιο της ψυχροπολεμικής περιόδου.

Από την Αν. Γερμανία έως το Ουζμπεκιστάν

Μετά τη ρήξη Τίτο-Στάλιν και την ένταση στις σχέσεις του Βελιγραδίου με το ΚΚΕ, η Γιουγκοσλαβία δεν αποτελούσε πρόσφορη οδό διαφυγής, με αποτέλεσμα οι ηττημένοι να κινηθούν προς την Αλβανία μέσω του Γράμμου, ενώ ένας περιορισμένος αριθμός οδηγήθηκε στη Βουλγαρία μέσω του Παγγαίου. Διαβιώνοντας αρχικά σε στρατόπεδα που δημιουργήθηκαν στις δύο αυτές χώρες, γρήγορα έγινε κατανοητό ότι θα έπρεπε να μετακινηθούν σε άλλες περιοχές, μακριά από τα ελληνικά σύνορα, όπου η παρουσία τους θα μπορούσε να αποτελέσει αφορμή περαιτέρω όξυνσης. Μέχρι τον Δεκέμβριο του 1949 ολοκληρώθηκε η επιχείρηση μετακίνησης των πληθυσμών αυτών από την Αλβανία. Από τα λιμάνια της γειτονικής χώρας, εμπορικά πλοία ανέλαβαν να τους μεταφέρουν, ακολουθώντας δύο διαδρομές: μέσω Στενών και μέσω Γιβραλτάρ.

Κρυμμένοι στα αμπάρια των πλοίων, οι ηττημένοι του ΔΣΕ πέρασαν τα Στενά και αφού διέσχισαν τον Εύξεινο Πόντο αποβιβάστηκαν στο Πότι της Γεωργίας· στη συνέχεια επιβιβάστηκαν σε τρένα προκειμένου να μεταφερθούν στην Τασκένδη, την πρωτεύουσα του σοβιετικού Ουζμπεκιστάν στα βάθη της Κεντρικής Ασίας. Αντίθετη διαδρομή ακολούθησαν οι πολίτες, που μέσω Γιβραλτάρ και Βόρειας Θάλασσας κατέληξαν στο Γκντανσκ της Πολωνίας, για να επιβιβασθούν σε τρένα που θα τους μετέφεραν σε άλλες περιοχές της Πολωνίας και της Τσεχοσλοβακίας. Η απέλαση εκατοντάδων χιλιάδων Γερμανών από περιοχές της Ανατολικής Ευρώπης μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, επέτρεπε στις χώρες αυτές να υποδεχθούν τους πολιτικούς πρόσφυγες στα εδάφη τους και να τους παράσχουν δυνατότητα στέγης και εργασίας στις εστίες των πληθυσμών που πλέον είχαν απομακρυνθεί. Τέλος, στον αριθμό των προσφύγων θα πρέπει να προστεθεί και η παρουσία αρκετών χιλιάδων παιδιών που είχαν ήδη μεταφερθεί σε αυτές τις χώρες υπό την επίβλεψη της Επιτροπής Βοήθειας στο Παιδί (ΕΒΟΠ). Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα στοιχεία που υπήρχαν τον Οκτώβριο του 1950, οι πολιτικοί πρόσφυγες ανέρχονταν σε 55.881 άτομα, εκ των οποίων 23.405 ήταν άνδρες, 14.956 γυναίκες και 17.520 παιδιά κάτω των 17 ετών.

Με αυτόν τον τρόπο, δημιουργήθηκε ένας ιδιότυπος «χώρος προσφύγων» που εκτεινόταν από την Ανατολική Γερμανία ώς την Τασκένδη, στον οποίον το ΚΚΕ επιχειρούσε να οργανώσει έναν εν πολλοίς ανομοιογενή πληθυσμό σε συνθήκες που διέφεραν σημαντικά μεταξύ των χωρών υποδοχής. Οι πληθυσμοί των προσφύγων, προερχόμενοι κυρίως από τις ορεινές περιοχές της Βόρειας Ελλάδας, κλήθηκαν να προσαρμόσουν τη ζωή τους στις συνθήκες των νέων τους «πατρίδων» που διέφεραν τόσο ως προς τις κοινωνικές δομές όσο και ως προς τις κλιματολογικές και μορφολογικές συνθήκες από τη γενέτειρά τους.

«Καλή πατρίδα», το όνειρο και η ευχή της επιστροφής

Στην Τασκένδη εγκαταστάθηκαν περίπου 12.000 άτομα σε 14 συνοικισμούς (τις λεγόμενες «πολιτείες»), που είχαν κατασκευάσει οι Σοβιετικοί κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου για αιχμαλώτους. Ζώντας στα περίχωρα της πόλης, οι πρόσφυγες απασχολήθηκαν κατά κύριο λόγο ως βιομηχανικοί εργάτες. Στην Ουγγαρία μεταφέρθηκαν περίπου 7.000 άτομα· μάλιστα, σε έκταση που παραχωρήθηκε από την κυβέρνηση στο λεγόμενο «κτήμα Σίνα», οικοδομήθηκε από τους ίδιους τους πρόσφυγες το χωριό που λίγο αργότερα ονομάστηκε «Μπελογιάννης». Στη Ρουμανία εγκαταστάθηκε η έδρα της Κεντρικής Επιτροπής και του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΕ, ενώ από το Βουκουρέστι εξέπεμπε ο ραδιοφωνικός σταθμός «Ελεύθερη Ελλάδα».

Μικρότερες ήταν οι συγκεντρώσεις προσφύγων στη Βουλγαρία και την Ανατολική Γερμανία, ενώ σημαντικός αριθμός -κυρίως αμάχων- εγκαταστάθηκε στην Τσεχοσλοβακία και την Πολωνία.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, οργανώθηκε μια επιχείρηση επανένωσης οικογενειών που είχαν βρεθεί σε διαφορετικές χώρες κατά τη διάρκεια της πρώτης εγκατάστασης. Η προσπάθεια αυτή σε συνδυασμό με τους γάμους και τις γεννήσεις δημιούργησε νέες συνθήκες για τις κοινότητες των πολιτικών προσφύγων. Μείζων προτεραιότητα ήταν ο σχεδιασμός ενός συστήματος εκπαίδευσης που θα συνδύαζε την ανάγκη διατήρησης της ελληνικότητας με την ένταξη στο κοινωνικό και πολιτιστικό περιβάλλον των χωρών υποδοχής. Στο πλαίσιο αυτό, τα παιδιά διδάσκονταν στα ελληνικά Λογοτεχνία, Ιστορία και Γεωγραφία της Ελλάδας, ενώ παρακολουθούσαν και το πρόγραμμα διδασκαλίας της κάθε χώρας υποδοχής.

Για τους πολιτικούς πρόσφυγες, η εγκατάστασή τους στην Ανατολική Ευρώπη και την Τασκένδη χαρακτηριζόταν από μια ιδιότυπη «προσωρινότητα». Από την αρχή, ήδη, της μαζικής εξόδου τους από την Ελλάδα, μέχρι και την οριστική διαμόρφωση των αναγκαίων συνθηκών για την επιστροφή τους, μετά τη Μεταπολίτευση, βασική επωδό των λόγων τους αποτελούσε η ευχή «καλή πατρίδα». Ηττημένοι ενός ολέθριου εμφυλίου πολέμου, αναγκαστικά εκτοπισμένοι σε περιοχές παντελώς ξένες προς τα βιώματά τους, φορείς ξεχωριστών ατομικών δραμάτων, οι πολιτικοί πρόσφυγες διατήρησαν στις δεκαετίες που μεσολάβησαν την επιθυμία τους για επιστροφή.

Ο οριστικός επαναπατρισμός του μεγαλύτερου τμήματος αυτού του πληθυσμού ενίσχυσε -σε έναν βαθμό- την προσπάθεια επούλωσης των τραυμάτων του παρελθόντος, που είχαν κληροδοτηθεί από τις προηγούμενες γενιές. Παρά ταύτα, η ανάγκη προβληματισμού για τις εκατέρωθεν ευθύνες παραμένει.

* Ο κ. Χρήστος Χρηστίδης είναι διδάκτωρ Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ