ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Σπουδή στην ενοχή και την αμφιβολία

Της Κατερινας Σχινα

ΝΙΚΟΣ ΚΑΧΤΙΤΣΗΣ
Ο Εξώστης
εκδ. Κίχλη

Ξαναδιαβάζοντας τον «Εξώστη» του Νίκου Καχτίτση, στην εξαιρετικά επιμελημένη έκδοση της «Κίχλης» -κομψότατα σχέδια από την Εύη Τσακνιά, ένα δοκίμιο για τον «Αναξιόπιστο Εξομολογούμενο» ήρωα από τον Γιάννη Δημητρακάκη, μια λεπτομερής εξιστόρηση της περιπέτειας της έκδοσης από τη Γιώτα Κριτσέλη και ένα συναρπαστικό χρονολόγιο που ενέχει θέση συνοπτικής βιογραφίας του συγγραφέα από τον Βίκτωρα Καμχή- αναρωτιέμαι τι καταδίκασε ένα τόσο προσωπικό και ιδιόρρυθμο έργο σε, δυσανάλογη προς την πρωτοτυπία του, αφάνεια. Ο σύντομος βίος του συγγραφέα; Η αποδημία στην ξένη; Η μικρή σε όγκο λογοτεχνική του παραγωγή; Ή μήπως η αποκοπή του από την ελληνική παράδοση, ο ιδιότυπος (κυρίως πνευματικός) κοσμοπολιτισμός του και η προσήλωσή του σε εσωτερικά τοπία όπου καραδοκούν το παράδοξο, το αλλόκοτο, το αναπάντεχο και το φανταστικό;

Καιρός να ξαναδιαβάσουμε τον Καχτίτση. Κι αυτό γιατί, παρότι έχουν περάσει κοντά πενήντα χρόνια από την πρώτη έκδοση του «Εξώστη» (1964 από τις θεσσαλονικές εκδόσεις «Πρώτη ύλη», σε επιμέλεια Κ. Τσίζεκ), αυτή η σπουδή στην ενοχή, η υφασμένη πάνω σε υπαινιγμούς και νύξεις, αυτή η λυρική περιγραφή της αυτοβασανιζόμενης συνείδησης η βυθισμένη «σ' ένα εφιαλτικό λυκόφως αμαρτίας και εγκλήματος» καθώς έγραψε ο Στρατής Τσίρκας, διαβάζεται απνευστί: ο κεντρικός ήρωας, που προκειμένου να αποφύγει τις συνέπειες των εγκληματικών του πράξεων έχει δραπετεύσει από την Ευρώπη αναζητώντας καταφύγιο στην Αφρική, ο εκ Γάνδης Στοππάκιος Παπένγκους που βιώνει τον παροξυσμό του προσωπικού του άγχους έγκλειστος σε ένα σύμπαν παραισθήσεων και ονείρων, έρμαιο των εμμονών και των τύψεων, νευρωσικός και απελπισμένος, είναι ένας σύγχρονός μας που εξέπεσε ηθικά· και η ηθική του κατάπτωση είναι αυτή ακριβώς που τον καταδικάζει να ζήσει σε έναν απονοηματωμένο κόσμο, απειλητικό και ανοίκειο.

Σκέφτομαι ότι το παραπλήρωμα της ενοχής είναι ο φόβος. Ο ήρωας του Καχτίτση τρέμει κυρίως δύο πράγματα: τον συνταγματάρχη, πρώην φίλο του και νυν ενσαρκωμένη υπενθύμιση των ανομημάτων του κατά τη διάρκεια του πολέμου, και μια αινιγματική ύπαρξη, σκιά ή στοιχειό, ξυπόλυτο, «χωρίς οντότητα», ρευστό και απροσδιόριστο, το «τσαχαλάκι», που ενώ ο ίδιος κάθεται στον εξώστη απορροφημένος από το τοπίο, περνάει πίσω από τα αυτιά του, τον λούζει με την αποφορά της χλιαρής αναπνοής του, μουρμουρίζει ακατανόητα και χαχανίζει, βυθίζοντας τον αφηγητή «σε μια θλίψη ανάμεικτη με φρίκη». Φοβάται ό, τι δεν μπορεί να ελέγξει· και δεν μπορεί να ελέγξει τίποτα, ούτε καν την αφήγησή του την ίδια, γιατί νομίζει ότι τον ελέγχουν, τον περιεργάζονται και τον υποπτεύονται όλοι οι άλλοι.

Τούτη η διάλυση του νοήματος, η απορρύθμιση, η ανυπαρξία οποιασδήποτε σταθεράς, και μαζί η άδηλη φύση των «εγκλημάτων» του Παπένγκους (όσο κι αν ο μεταγενέστερος «Ηρωας της Γάνδης», μυθιστόρημα του Καχτίτση που εκδόθηκε το 1967, τον θέλει συνεργάτη του εχθρού κατά την πολιορκία της πόλης, και τον κινεί αριστοτεχνικά σε μιαν ατμόσφαιρα νοσηρών ερώτων, ηθικής σήψης, εξουθένωσης και θανάτων) και η διάρρηξη των ορίων αλήθειας και ψεύδους, προσδίνουν στον «Εξώστη» αυτό το αίσθημα του ασφυκτικού και του επείγοντος που τον καθιστά συγκλονιστικά σύγχρονο και εφιαλτικά εναργή. Τον διαβάζουμε σαν να παρακολουθούμε τον παραδαρμό μιας βεβαρυμένης συνείδησης και σαν να αφουγκραζόμαστε την πνιγμένη κραυγή ενός αποδιοργανωμένου Εγώ, που έχει πάψει πια να διέπεται από την αρχή της πραγματικότητας.

Έντυπη