Home | Mobile | Newsletter | E-paper | RSS | Χρήσιμα | English Edition
Βρείτε μας:
Kυριακή, 30 Nοεμβρίου 2003
Επτά ημέρες
Σύνθετη Αναζήτηση | Αρχείο Εκδόσεων  
Επικαιρότητα
Οικονομία
Εντυπη
Απόψεις
Αφιερώματα
Επιστήμη
Τεχνολογία
Ταξίδια
Αγγελίες
«Yπό τω δένδρω...» (I)
Tου HΛIa aNaΓNΩΣTaKH

«Στη βρύση τη βουνίσια σιμά είναι η φλαμουριά, / στον ίσκιο της καθόμουν

να ονειρευτώ συχνά./ Εχάραζα στη φλούδα ονόματα ιερά / και πάντα εκεί

γυρνούσα σε λύπη ή σε χαρά. / Μια μέρα ταξιδεύω σε μέρη μακρινά, / περνώ

να χαιρετήσω ξανά τη φλαμουριά./ Βουΐζαν τα κλαδιά της σαν να μου κράζαν,

Ω!,/ κοντά μου πάντα μείνε, θα βρεις γαλήνη εδώ.»

Mπροστά σε θαλλοφόρο στύλο-ξόανο του Διόνυσου που φέρει το προσωπείο του Δενδρίτη θεού, γυναίκες εκτελούν ιερό χορό και τελετουργική μετάγγιση οίνου. aττική ερυθρόμορφη στάμνος, π. 420 π.X. Nάπολι, Moseo archeologico Nazionale.

ΣTON aNYΔPO τότε ακόμη χώρο, μέσα του περασμένου αιώνα, της προτουριστικής Κρήτης, το ρομαντικό άσμα του Σούμπερτ που μας είχε διδάξει τα ατέλειωτα παιδικά απομεσήμερα της άνοιξης η δασκάλα, με είχε γοητεύσει και αναστατώσει. Δεν γνώριζα, παιδί ακόμη αταξίδευτο πέρα από τα όρια του ξερικού χωριού μου, πώς είναι μια βουνίσια βρύση, μια πηγή, ποια και πώς είναι η φλαμουριά, μόνο τη φανταζόμουνα σαν άνθρωπο άγνωστο και αγαπημένο. Και έτσι, η φλαμουριά της φαντασίας μου κι όλα τα δέντρα του έρωτα και της ζωής μου έγιναν, στην πορεία, σύμβολα μιας προσωπικής μυθολογίας. Γνώριζα μόνο, και πρώτα από όλα, τις ελιές, τα κυπαρίσσια, τις χαρουπιές, τα κατσοπρίνια, τις κουδουμαλιές και τις βαγιές, κι έπειτα τους επήλυδες, απόλυτα εξελληνισμένους, ευκαλύπτους της υγειονομικής πολιτικής, και λιγοστά, επίσης διοικητικής μέριμνας, πεύκα, φοίνικες και αλμυρίκια εξωραϊσμού πλατειών, σχολείων και ορισμού αιγιαλίτιδας ζώνης. Στον ξερικό αιγιαλό του νότιου Αιγαίου, μου ήταν απόμακρα και προς αναζήτηση τα στιβαρά αρσενικά του βουνού, του δάσους και της ρεματιάς, που θάλλουν μόνο μέσα στην ηδονή της υγρασίας και των ζωτικών εκκρίσεων της φύσης, ο πλάτανος, ο δρυς, ο έλατος, αλλά και ο πρίνος κι ο πεύκος. Το ίδιο μακρινά και σπάνια η βελανιδιά, η δάφνη, η μυρτιά και η λεύκα, μονάκριβα και ποθητά η καρυδιά και η καστανιά και τα οπωροφόρα θηλυκά, η μηλιά, η κερασιά, η δαμασκηνιά, η ροδακινιά, η κυδωνιά. Πάντως οικεία στολίδια του σπιτιού και του φτωχού περιβολιού τα δέντρα της ικμάδας, η τρελή ροδιά, η δεσπολιά, η λεμονιά και τ' άλλα ξινόδεντρα της φροντίδας. Επιπόλαια πρόσκαιρες και ανάερες, η αμυγδαλιά και η απιδιά.

Oχι, στον τόπο μου της ικμάδας και της συντήρησης δε θα έβρισκα να με καλεί, αν αναζητούσα την υγρή σκιά, έναν κορμό-κορμί μέσα στην υγρασία των πόθων, δε θα μπορούσα να αγκαλιάσω δέντρο και να αισθανθώ τους χυμούς να σφύζουν. Oσες φορές ξαποσταμένος κοιμήθηκα κάτω από δέντρο, μύριζα με ανείπωτη ηδονή μόνο το φρυγανισμένο χώμα του πάθους και την αναμμένη πέτρα του ηλιοκαυτώματος. Oλα τους μια δρασκελιά πριν από την απέραντη έρημο, πυρακτωμένα ηρωικά, δραματικά στην ένταση της άνυδρης επιβίωσης, σαν την ελιά που αντιμάχεται την ξηρασία και τους ανέμους. Κι όταν ο πόθος της ζωής είναι παιγνίδι, πώς να το παίξεις, όταν μόνον αιώρες σου προσφέρονται, που σε τινάζουν για να φύγεις πέρα και πάνω, όταν μόνο στηρίζεσαι στη ρίζα και στον κλώνο για να αναληφθείς; Mόνο συμπάσχεις, μόνο σεμνύνεσαι και σέβεσαι. Αργότερα, τους υγρούς πόθους, τους δενδρίτες οργασμούς θα φανταστώ μες στα τραγούδια και στα κείμενα, και θα τους συναντήσω στη Σκιάθο, στο υγρό Πήλιο, στους δενδρίτες του aθω.

Bυζαντινό ελεφαντοστέινο πλακίδιο, 10ος-11ος αι., από το λεγόμενο τρίπτυχο Harbaville. Παρίσι, Mουσείο του Λούβρου. aπεικονίζει τα τρία κυρίαρχα δένδρα της Γραφής: στο κέντρο το «σωτήριον ξύλον» του σταυρού, εκ δεξιών το δένδρο της ζωής ως κυπαρίσσι που το περιπλέκει ένα κλήμα φορτωμένο με σταφύλια του Σωτήρα-Διόνυσου-Χριστού, εξ ευωνύμων το δένδρο της γνώσεως ως άλλο κυπαρίσσι τυλιγμένο με κισσό.

Yστερα, με τις βληχές γεωτρήσεις όλα άλλαξαν, όλα ξενέρωσαν και στον μεσημβρινό τόπο μου… Τότε γνώρισα και την ορθολογικά αποτρόπαιη αροκάρια, που τη συνδύασα με τον τετραγωνισμένο πληθυντικό των παιδιών προς τους γονείς, με την ξενέρωτη πληθύ της απόστασης. Τρόμαζα, σκολιαρούδι, σαν φανταζόμουνα τη φλαμουριά μου, ή το όποιο δέντρο μου, να λέει: Ω!,παρακαλώ/ κοντά μου πάντα μείνετε, θα βρείτε γαλήνη εδώ.

Bακχικά αρχέτυπα-σύμβολα

Η φλαμουριά μου, ως άλλο φάσμα, άλλη Οδάτις, με καλούσε στο όνειρο από μακριά. Kαι, σαν όλα τα άλλα δέντρα μου στους μύθους, στα τραγούδια, οι δρυς της νιότης μου, τα κυπαρίσσια μου δεν είχαν την επιβεβλημένη ευγένεια της σιχαμερής αροκάριας. Είχαν την ενική ορμή του διαχεόμενου πόθου που με γοήτευε, ανάβλυζαν μόνον τη ζωή από τη φαντασιακή υγρασία της διονυσιακής Εδέμ, ανεξάρτητα από τη γνώση. Hταν πρώτιστα διονυσιακά, βακχικά αρχέτυπα-σύμβολα, αμφίφυλα, Διόνυσοι και συνάμα Αμαδρυάδες, όπως η γνωστική θεοφάνεια του οργασμικού θεού με φώτισε αργότερα μέσα στον χρόνο. Και η φλαμουριά μου;

«Ητον άνασσα του δρυμού, δέσποινα αγρίας καλλονής, βασίλισσα της δρόσου, … από τα φύλλα της εστάλαζε κι έρρεεν ολόγυρά της μάννα ζωής, δρόσος γλυκασμού… Eθαλπον οι ζωηφόροι οποί της έρωτα θείας ακμής… Οι κλώνες, οι ράμνοι, το φύλλωμά της εις του ανέμου την σείσιν εφαίνοντο ως να ψάλλωσι μέλος ψαλμικόν… Μ' έθελγεν, μ' εκάλει, μ' εκάλει εγγύς της. Επόθουν… να τρέξω πλησίον της, να την απολαύσω, να περιπτυχθώ τον κορμόν της και να τον φιλήσω. Να προσπαθήσω να αναρριχηθώ εις το πελώριον στέλεχος, το αδρόν και αμαυρόν, να αναβώ εις το σταύρωμα των κλάδων της, να ανέλθω εις τους κλώνας της, να υψωθώ εις τους ακραίμονας… Και αν δεν μ' εδέχετο, και αν με απέβαλεν από το σώμα της και μ' έρριπτε κάτω, ας έπιπτον να κυλισθώ εις την χλόην της, να στεγασθώ υπό την σκιάν της, υπό τα αετώματα των κλώνων της… Και μίαν χρονιάν… η πρώτη παιδική μου ερωμένη, ευεργέτις μου και κηδεμών μου με εξήγαγεν εκ της απάτης, εφαίνετο δε ως να μοι ένευε μακρόθεν, και με ωδήγει να έλθω πλησίον της… aμα έφθασα, ερρίφθην επί της χλόης, εκυλίσθην επάνω εις παπαρούνες και χαμολούλουδα… Εις την σκιάν του πελωρίου δένδρου, εν μέσω των μηκώνων του των κατακοκκίνων, ο Μορφεύς ήλθε και με εβαυκάλησε. Μου εφάνη ότι το δένδρον μικρόν κατά μικρόν μετέβαλλεν όψιν, είδος και μορφήν. Εις μίαν στιγμήν η ρίζα του μου εφάνη ως δύο εύτορνοι κνήμαι… ο κορμός μού εφάνη ότι διεπλάσσετο και εμορφούτο εις οσφύν, εις κοιλίαν και στέρνον, με δύο κόλπους γλαφυρούς προέχοντας, οι δύο παμμέγιστοι κλάδοι ως δύο βραχίονες, χείρες ορεγόμενοι εις το άπειρον… και το αειθαλές φύλλωμα ως κόμη πλουσία κόρης - Α! δεν είναι δένδρον, είναι κόρη και τα δένδρα όσα βλέπομεν είναι γυναίκες! Πλην δεν εξύπνησα ακόμη πριν ακούσω τι έλεγε το φάσμα. Η κόρη-δένδρον είχε λάβει φωνήν και μοι έλεγεν: Ειπέ να μου φεισθούν, να μη με κόψουν… διά να μη κάμω ακουσίως κακόν. Δεν είμ' εγώ νύμφη αθάνατος, θα ζήσω όσον αυτό το δένδρον. Αργότερα εδιδάχθην από εγχειρίδιον Μυθολογίας ότι η Αμαδρυάς συναποθνήσκει με την δρυν, εν η ευρίσκεται ενσαρκωμένη.»

«-Δέξου με δεντρί, δέξου με κυπαρίσσι, - Πώς να σε δεχτώ; πώς να σε καρτερέσω; να η ρίζα μου και δέσε τ’ άλογό σου, να οι κλώνοι μου, κρέμασε τ’ άρματά σου, να ο ίσκιος μου, πέσε κι αποκοιμήσου...». aπό χειρόγραφο του 12ου αι. στη Mονή Eσφιγμένου, aγιον Oρος.

Αργότερα και εγώ, σαν τον Παπαδιαμάντη, έμαθα για τα δέντρα-ανθρώπους και ότι ο θεραπευθείς τυφλός του Ευαγγελίου πρωτοείδε τους ανθρώπους ως δένδρα. Εντρυφώντας στα ιερά κείμενα σταματούσα πάντα συνεπαρμένος, μαγεμένος από τα φάσματα-δέντρα, κείμενος ηδονικά υπό κάτω τους. Είναι τα μόνα «υπό», υπό τω δένδρω, που πάντα ασκούν μια άφατη γοητεία, κι ακόμη παραδίδομαι, υποτάσσομαι στην αειθαλή εξουσία τους, όπως στα ομηρικά «υπό φηγώ» (Ιλ. Ε 693, Η 60), «υπό πλατανίστω, όθεν ρέεν αγλαόν ύδωρ» (Ιλ. Β 307), «υπό δρυΐ» (Ιλ. Σ 558), «υπό όγχνην» (Οδ. Ω 234), στα θεοκρίτεια «υπό ταν πτελέαν, υπό ταν κότινον και τάλσεα», και ακόμη, στα βιβλικά και αγιολογικά, «υπό την βάτον», «υποκάτω δρυός Αρωήλ», στο ανυπέρβλητον «υπό την βασιλικήν» δρυν και στο «υπό τας φιλύρας».

Αργότερα κι εγώ μαθαίνω για Δρυάδες, Αμαδρυάδες και, πολύ αργότερα, για τα δέντρα της Ζωής και της Γνώσης του καλού και του κακού. aργησα να παραδεχτώ πως η φλαμουριά μου είναι αυτή η ρομαντική φιλύρα κι ότι σχετίζεται με το «onter der Linden», μέχρι που γνώρισα ότι στους λαούς της Ευρώπης είναι ένα από τα δέντρα-κλίμακες που οδηγούν στον ουρανό. Oτι είναι το κοσμικό δέντρο που δίνει ζωή, το θηλυκό δένδρο των προγόνων, το ενδιαίτημα των ψυχών, ότι το θρόισμα των φύλλων της είναι οι ψυχές των νεκρών που συνεχίζουν τη ζωή στα κλαδιά της ως φύλλα, ότι είναι η τροφός των μελλούμενων παιδιών, που γαληνεύουν με τους χυμούς της, όπως οι ζώντες με το αφέψημα της ζωής, το φλαμούρι...

Δημοσίευση : 30 Nοεμβρίου 2003

ΦYΣH-MYΘOΣ-ANΘPΩΠOΣ
Mυθολογικά του Δέντρου
 
Tο δέντρο στην ελληνική μυθολογία (I)
Tο δέντρο στην ελληνική μυθολογία (II)
Tο Παραδείσιο Δέντρο
Tο Δέντρο του Kόσμου
Δενδρολατρία και θεοφάνεια
Tο Δέντρο και η Ψυχή
Tο «κατ’ εξοχήν» δέντρο
Δέντρα ιερά
Δέντρα «υψωμένα». Δέντρα «σταυρωμένα»
Tο δέντρο στο μαγικό παραμύθι
«Yπό τω δένδρω...» (I)
«Yπό τω δένδρω...» (II)
Όροι χρήσης | Προστασία προσωπικών δεδομένων | Company profile | Eπικοινωνία | Site map | Προσφορές
© 2012 H KAΘHMEPINH All rights reserved.