ΕΛΛΑΔΑ

Στη Νυμφαία άνοιξε άλλος ένας δρόμος προς τον Νότο

Του Σταυρου Τζιμα

Το Κρτζάλι της νότιας Βουλγαρίας και η Κομοτηνή είναι δύο πόλεις που τις χωρίζει η οροσειρά της Ροδόπης. Αν και απέχουν μεταξύ τους όχι περισσότερο από 50 χιλιόμετρα, μέχρι και πριν από ένα μήνα δεν είχαν καμία επικοινωνία ούτε εμπορικές συναλλαγές. Επί μισό αιώνα τις χώριζε το «σιδηρούν παραπέτασμα», αλλά και όταν αυτό κατέρρευσε, στις αρχές της δεκαετίας του ’90, οι γείτονες παρέμεναν μεταξύ τους «ξένοι», αφού η απουσία μεθοριακών διαβάσεων στο δύσκολο ορεινό ανάγλυφο εμπόδιζε μετακινήσεις ανθρώπων και διακίνηση αγαθών.

Οι περίπου 80.000 κάτοικοι του Κρτζάλι και οι πολλοί περισσότεροι της ευρύτερης περιφέρειας της κοιλάδας της βουλγαρικής Ροδόπης, μολονότι απέχουν «μια δρασκελιά» από πολύ πιο αναπτυγμένα αστικά κέντρα της Ελλάδας, ήταν αναγκασμένοι να διανύσουν 150 χιλιόμετρα σε δύσκολους δρόμους για να ταξιδέψουν στη Σόφια. Τώρα, με τη διάνοιξη, στις αρχές Οκτωβρίου, της μεθοριακής διάβασης στη Νυμφαία της Ροδόπης –Μακάζα τη λένε οι Βούλγαροι– η καθημερινότητα αλλάζει, οι προοπτικές τους διαγράφονται με ορίζοντα τον Νότο.

Το Κρτζάλι δένει το μέλλον του με την Κομοτηνή, την Αλεξανδρούπολη ή και την Καβάλα χαλαρώνοντας τις εμπορικές και κοινωνικές συναλλαγές του με τη... μακρινή και «δύσκολη» Σόφια. «Ο δρόμος μέσω Μακάζα ήταν ένα όνειρο ζωής για τους κατοίκους της περιοχής μας», δήλωσε ο περιφερειάρχης του Κρτζάλι κ. Μπιζάρ Νικόλοφ και για του λόγου του αληθές, ο ομόλογός του της Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης, Αρης Γιαννακίδης, αναφέρει στην «Κ» ότι 2.000 βουλγαρικά αυτοκίνητα περνούν καθημερινά στην Ελλάδα από τη διάβαση της Νυμφαίας! «Δεν μιλάμε για πάμπτωχους Βούλγαρους αλλά για την αστική κοινωνία μιας μεγάλης περιοχής που μπορεί και ξοδεύει, έρχονται με τζιπ και πολυτελή αυτοκίνητα...», λέει.

Κρτζάλι και Κομοτηνή αποτελούν το πιο πρόσφατο δείγμα μιας νέας πραγματικότητας που διαμορφώνεται στα βόρεια σύνορά μας, όπου σημαντικά αστικά κέντρα της Μακεδονίας, της Θράκης και της Ηπείρου αρχίζουν να αποκτούν και πάλι την αίγλη που είχαν πριν από τη δημιουργία των εθνικών κρατών και τη χάραξη των συνόρων. Πόλεις όπως η Θεσσαλονίκη, τα Ιωάννινα, η Καστοριά, οι Σέρρες, η Κομοτηνή πλέον, η Αλεξανδρούπολη κ.ά. εξελίσσονται σε ισχυρούς πόλους έλξης για τις γειτονικές βαλκανικές κοινωνίες, δημιουργώντας και ενισχύοντας δεσμούς σε οικονομικό, κοινωνικό αλλά και πολιτισμικό επίπεδο, με περιοχές που επί δεκαετίες παρέμεναν εγκλωβισμένες σε επιλογές υπαγορευμένες από συγκεντρωτικά και εθνοκεντρικά μοντέλα.

Το Αργυρόκαστρο, ο κάμπος της Δρόπολης αλλά και ώς ένα βαθμό και το Τεπελένι, «αιμοδοτούνται» από την πόλη των Ιωαννίνων. Οπως ακριβώς γινόταν και προτού χαραχθούν τα σύνορα. Οι κάτοικοι του αλβανικού Νότου έχουν σταθερό προσανατολισμό τα Γιάννενα για τις συναλλαγές τους. Δεν κατεβαίνουν για να κάνουν μόνο τις αγορές τους στα καταστήματα της πρωτεύουσας της Ηπείρου, που έχουν ποιοτικά σαφώς ανώτερα προϊόντα, ή για τους γιατρούς στα νοσοκομεία. «Οταν έχουμε γιορτές, στα σύνορα της Κακαβιάς θα δεις Αλβανούς που δουλεύουν στην Ελλάδα να επιστρέφουν, αλλά και τεράστιες ουρές Αλβανών που συνωστίζονται για να μεταβούν στα Γιάννενα για διασκέδαση», λέει μειονοτικός παράγοντας από το Αργυρόκαστρο. «Τα Γιάννενα ήταν πάντα το μεγάλο εμπορικό και πολιτισμικό κέντρο στην περιοχή. Τα σύνορα διέκοψαν την οικουμενικότητα στις σχέσεις των κοινωνιών, διέρρηξαν τα δεσμά και τώρα που πέφτουν, ξαναφτιάχνονται οι δεσμοί συνεργασίας...», προσθέτει.

Μερικά χιλιόμετρα βορειότερα στην μεθόριο, ο κάμπος της Κορυτσάς έρχεται όλο και πιο κοντά στην Καστοριά ή τη Φλώρινα, τα Σκόπια και οι πόλεις του Νότου της ΠΓΔΜ δένονται όλο και περισσότερο με τη Θεσσαλονίκη, το ίδιο και το Σαντάνσκι ή το Γκότσε Ντέλτσεφ με τη Δράμα, και τώρα το Κρτζάλι με την Κομοτηνή. Αργά αλλά σταθερά, ολόκληρες περιοχές στις γειτονικές χώρες αποκόπτονται από τον κρατικό ιστό «ρυμουλκούμενες» προς τον Νότο...

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ