ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αναπροσαρμογή των στόχων για τα επόμενα έτη

ΣΩΤΗΡΗΣ ΝΙΚΑΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

 Η επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος το 2013 αποτελεί μόνο την αρχή ενός δύσκολου και ανηφορικού δρόμου. Ελλάδα και τρόικα έχουν συμφωνήσει, στο πλαίσιο του δεύτερου Μνημονίου, όχι μόνο στη διατήρηση του πρωτογενούς πλεονάσματος αλλά και στην ετήσια αύξησή του και μάλιστα με ιδιαιτέρως υψηλό ρυθμό.

Για φέτος, προβλέπεται ότι το πρωτογενές πλεόνασμα θα πρέπει να ανέλθει στο 1,5% του ΑΕΠ (ή περίπου 2,9 δισ. ευρώ), το 2015 να διπλασιαστεί στο 3% του ΑΕΠ (ή περίπου 6 δισ ευρώ) και το 2016 να αναρριχηθεί στο 4,5% του ΑΕΠ (ή περίπου 9 δισ. ευρώ). Από το 2016 και μετά, δε, η Ελλάδα θα πρέπει να επιτυγχάνει το ίδιο ποσοστό πρωτογενούς πλεονάσματος ως προς το ΑΕΠ της (4,5% του ΑΕΠ) για τα επόμενα έτη έως και το 2020.

Αυτά προβλέπονται στη συμφωνία με την τρόικα, στο πλαίσιο της διασφάλισης της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους. Ο λόγος για τον οποίο έχει συμφωνηθεί η επίτευξη και διατήρηση τόσο υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων είναι απλός. Οσο η Ελλάδα καταφέρνει να εισπράττει περισσότερα από όσα δαπανά, θα μπορεί να εξυπηρετεί μόνη της και μέρος του χρέους της. Δηλαδή, χωρίς να χρειάζεται νέα δάνεια για τον σκοπό αυτό. Αρα, το δημόσιο χρέος θα βαίνει μειούμενο.

Ωστόσο, στο οικονομικό επιτελείο αναφέρουν ότι ακόμα και στο καλύτερο σενάριο κατά το οποίο η χώρα καταφέρει να επιτύχει πρωτογενές πλεόνασμα έως το 2016 της τάξης του 4,5% του ΑΕΠ της (εκφράζονται αμφιβολίες για το ρεαλιστικό και αυτού του στόχου), θα είναι σχεδόν αδύνατο να το διατηρήσει για τα επόμενα τέσσερα χρόνια. Στο πλαίσιο αυτό, το υπουργείο Οικονομικών έχει στα συρτάρια του σχέδιο για την αναπροσαρμογή των στόχων της δημοσιονομικής προσαρμογής σε συνδυασμό με τα νέα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους.

Περί ελάφρυνσης χρέους

Εφόσον η Ευρωζώνη τηρήσει τη δέσμευσή της για υιοθέτηση περαιτέρω παρεμβάσεων απομείωσης του ελληνικού χρέους, στο οικονομικό επιτελείο εκτιμούν ότι θα μπορούσαν να διεκδικήσουν και μια χαλάρωση των στόχων για τη δημοσιονομική προσαρμογή, δεδομένου ότι οι ανάγκες εξυπηρέτησης ενός μικρότερου χρέους θα είναι λιγότερες. Μετά την επικύρωση του πρωτογενούς πλεονάσματος για το 2013 από την Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία (Eurostat), η ελληνική κυβέρνηση θα θέσει το ζήτημα της νέας ελάφρυνσης του χρέους. Επισήμως θα ξεκινήσει μια συζήτηση γύρω από το πώς θα μπορούσε να συμβεί αυτό, με το οικονομικό επιτελείο να υποστηρίζει ότι η υλοποίηση των στόχων του πρωτογενούς πλεονάσματος είναι σχεδόν αδύνατη και δεν θα επέτρεπε στην πραγματική οικονομία να «ανασάνει».

Αλλωστε, τα στοιχεία δείχνουν ότι για να επιτευχθεί προσαρμογή της τάξης των 27,2 δισ. ευρώ στην περίοδο 2010-2014, απαιτήθηκε η λήψη μέτρων ύψους 63 δισ. ευρώ. Ενδεικτικά, το σύνολο των δαπανών του Δημοσίου το 2009 ήταν 112,9 δισ. ευρώ και φέτος προβλέπεται να διαμορφωθεί στα 77,4 δισ. ευρώ (35,5 δισ. ευρώ λιγότερα ή μείωση 31,5%).

Την ίδια ώρα, τα έσοδα από 86,7 δισ. ευρώ το 2009 θα διαμορφωθούν το 2014 στα 82,6 δισ. ευρώ. Δηλαδή, θα είναι μειωμένα κατά 4,1 δισ. ευρώ ή κατά 4,7%, όταν από το 2010 μέχρι και σήμερα έχουν υιοθετηθεί μέτρα αύξησης των φόρων ύψους 29,6 δισ. ευρώ.

Είναι ξεκάθαρο ότι τα περιθώρια για νέες δραστικές περικοπές είναι πλέον εξαιρετικά περιορισμένα, όπως και εκείνα για νέα μέτρα αύξησης των φορολογικών εσόδων. Ειδικά εάν αναλογιστεί κανείς ότι όλα όσα έχουν γίνει από το 2010 έχουν οδηγήσει σε προσαρμογή 27,2 δισ. ευρώ· και βάσει στόχων η προσαρμογή θα πρέπει να συνεχιστεί και να αποδώσει έως το 2016 άλλα περίπου 8 δισ. ευρώ (για να φθάσει το πρωτογενές πλεόνασμα στο 4,5% του ΑΕΠ ή 9 δισ.).

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ