ΠΟΛΙΤΙΚΗ

«Παγώνουν» μεταρρυθμίσεις και υπογραφές

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΝΤΕΛΑΣ

Τα «μηνύματα» της Τράπεζας της Ελλάδος προς την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ουσιαστικά, δεν σταμάτησαν ποτέ. Η Φρανκφούρτη, ωστόσο, παρέμεινε σταθερή στην άρνησή της έως και την Παρασκευή το απόγευμα. Δεν δέχθηκε ποτέ να συζητήσει μια μέση λύση για την έκθεση της BlackRock σχετικά με το ελληνικό τραπεζικό σύστημα και τις κεφαλαιακές ανάγκες του. Και έτσι όλοι –του υπουργείου Οικονομικών συμπεριλαμβανομένου– περιμένουν την έλευση της τρόικας, για να ξεκαθαρίσει και εκεί το τοπίο.

Το ενδιαφέρον στοιχείο της όλης υπόθεσης, όμως, έχει να κάνει με το γεγονός ότι μόλις τώρα αποκαλύπτεται γιατί το οικονομικό επιτελείο «καίγεται» για να περάσει, έστω με το μέτριο σενάριο, η έκθεση της BlackRock. Οπως πληροφορείται η «Κ», αυτό το σενάριο υπολογίζει τις κεφαλαιακές ανάγκες των τεσσάρων συστημικών τραπεζών σε 4,5 με 5 δισ. ευρώ. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι μένουν περίπου άλλα τόσα από το αποθεματικό του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ) στο υπουργείο Οικονομικών για να καλύψει το χρηματοδοτικό κενό. Μόνο που αυτή την εκδοχή η τρόικα δεν τη συζητάει. Επιμένει στο κακό σενάριο για την προοπτική της ελληνικής οικονομίας, που υπολογίζει τις ίδιες ανάγκες σε περίπου 8 με 9 δισ. ευρώ και δεν αφήνει ούτε σεντ στην κυβέρνηση. Και κάπως έτσι, η συζήτηση γυρνάει εκεί απ’ όπου ξεκίνησε: στο μηδέν.

Οι τράπεζες, πάλι, που βλέπουν όλο αυτό το σίριαλ να βρίσκεται σε εξέλιξη, αρχίζουν να κάνουν και δεύτερες σκέψεις. Και να ψάχνουν για εναλλακτικές λύσεις. Για παράδειγμα, στο τραπέζι έπεσε μια ιδέα που υποστηρίζει ότι εν ανάγκη θα μπορούσαν να προχωρήσουν ακόμη και σε νέα αύξηση κεφαλαίου. Ωστόσο, με το σημερινό κλίμα να μην είναι και τόσο «εύκρατο» και την προηγούμενη αύξηση να έχει γίνει μόλις πριν από μερικούς μήνες, τα περιθώρια για θετική κατάληξη ενός τέτοιου εγχειρήματος δεν είναι και τόσο μεγάλα. Οι ανάγκες της αγοράς, όμως, για ρευστότητα παραμένουν και μεγάλες και πιεστικές. Και όλοι επείγονται για μια λύση, άμεσα.

Στο μεταξύ, τα ξένα funds που έρχονται στην Ελλάδα προς αναζήτηση επενδυτικών ευκαιριών: α) όταν είναι σοβαρά και μακροπρόθεσμα, βρίσκονται «στο περίμενε» (περίπτωση Eurobank), ενώ β) όταν είναι ρίσκι και βραχυπρόθεσμα, θέλουν, όπου βρίσκουν, αποδόσεις της τάξης του 10% και του 15%, και μετά να φύγουν. Μόνο που έτσι δεν επιτυγχάνεται η ανάπτυξη, που αποτελεί και το ζητούμενο.

Οι πονοκέφαλοι του οικονομικού επιτελείου, όμως, δεν σταματούν εδώ. Το τελευταίο διάστημα, παρατηρείται δυστοκία ακόμη στην υπογραφή αποφάσεων που θα προχωρήσουν κάποια πράγματα παρακάτω. Το κλίμα είναι βαρύ και στο ΤΧΣ, για παράδειγμα, ούτε που θα περνούσε από το μυαλό τους να προχωρήσουν την υπόθεση της αποκρατικοποίησης της Eurobank, χωρίς την απαραίτητη νομοθετική προστασία. Μόνο που αυτοί που πραγματικά ενδιαφέρονται δεν είναι σίγουρο ότι προτίθενται να περιμένουν εσαεί την κυβέρνηση.

Και μια και ο λόγος για τη νομοθετική προστασία, στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι αναδεικνύει το άλλο εγγενές πρόβλημα της κυβέρνησης: φοβάται ότι δεν μπορεί να την διασφαλίσει λόγω της ισχνής κοινοβουλευτικής της πλειοψηφίας. Και κάπως έτσι πάγωσε το δεύτερο μεγαλύτερο project αποκρατικοποίησης, μετά τον Αστέρα Βουλιαγμένης.

Και μπορεί το Μέγαρο Μαξίμου να διαμηνύει ότι ο νόμος θα πάει στη Βουλή, αργά ή γρήγορα (ώς το τέλος Μαρτίου), όμως, οι γενικότερες κινήσεις του δεν προμηνύουν κάτι άμεσο.

Αντιθέτως, το γενικό συμπέρασμα που προέκυψε από τη σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε το περασμένο Σάββατο υπό τον πρωθυπουργό είναι ότι οι μεταρρυθμίσεις για την απελευθέρωση της αγοράς, που προβλέπονται από τη γνωστή έκθεση του ΟΟΣΑ, θα πάνε για... αργότερα. Αν όχι στο σύνολό τους, τουλάχιστον οι περισσότερες από αυτές. Μέτωπα, όπως αυτό του φαρμάκου, του γάλακτος και του βιβλίου, τελικά, δεν πρόκειται να ανοίξουν στο ορατό μέλλον. Και όπως είναι φυσικό, νέα όπως αυτά δεν προκαλούν ακριβώς ρίγη ικανοποίησης σε όσους έρχονται για να επενδύσουν πραγματικά στην Ελλάδα. Οσοι και αν είναι αυτοί...

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ