Του Νικου Κ. Αλιβιζατου*

Βεγλερής, Μάνεσης και Κουμάντος

ΑΡΧΕΙΟ ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ

Με τον θάνατο του Γιώργου Κουμάντου (1925-2007), τείνει να εκλείψει ένα σπάνιο είδος πνευματικού ανθρώπου στον τόπο μας: εκείνου που δεν λογοκρίνει τη σκέψη, τολμά να πάρει θέση για τα «επίμαχα» (όταν οι πολλοί τα αποφεύγουν) και διακινδυνεύει, αδιαφορώντας για το αν έτσι γίνεται δυσάρεστος όχι μόνο στην εξουσία (κάτι το αυτονόητο για κάθε διανοούμενο άξιο του ονόματος), αλλά και στους φίλους του, αν η συνείδησή του το επιβάλλει.

Στον ιδιαίτερο αυτόν τύπο διανοουμένου ανήκαν δύο ακόμη σπουδαίοι νομικοί, που χάθηκαν και αυτοί τα τελευταία χρόνια: ο Φαίδων Βεγλερής (1903-1999) και ο Αριστόβουλος Μάνεσης (1922-2000). Παρά τις ιδεολογικές διαφορές τους (και ιδιοσυγκρασίες τουλάχιστον αποκλίνουσες) είχαν ως ενεργοί πολίτες πολλά κοινά, που αξίζει να αναδειχθούν ως μια ιδιαίτερη σελίδα της σύγχρονης πνευματικής ζωής του τόπου.

Δίχως άλλο, το χαρακτηριστικό εκείνο γνώρισμα των τριών αυτών σημαντικών ανθρώπων, που τους διέκρινε από τους ομοτέχνους και τους άλλους πνευματικούς ανθρώπους της γενιάς τους, ήταν η γενικότερη καλλιέργεια, το χιούμορ και η ξεχωριστή εφυΐα τους. Αν και μόνο ο Βεγλερής είχε σπουδάσει στη Γαλλία και οι τρεις αυτοπροσδιορίζονταν ως πνευματικά τέκνα του γαλλικού Διαφωτισμού. Και τούτο, με ό,τι αυτό μπορούσε να σημαίνει για θέματα ταμπού, όπως τα δικαιώματα του ανθρώπου και η προστασία τους, ο σεβασμός των μειονοτήτων και των «διαφορετικών», η θέση της Εκκλησίας στη σύγχρονη κοινωνία, η ιδέα του έθνους στον σύγχρονο κόσμο και ο ρόλος του κράτους στην εποχή μας. Σχηματοποιώντας, θα μπορούσε να πει κανείς ότι στο πεδίο της επιστήμης τους, ο καθένας τους λειτούργησε όπως ο Κ. Θ. Δημαράς, στον χώρο της ιστορίας των ιδεών και των νοοτροπιών.

Μεθοδολογικά, αν και ήταν οπαδοί του νομικού θετικισμού, Βεγλερής, Μάνεσης και Κουμάντος απέρριπταν κατηγορηματικά τη γερμανική σχολή της εννοιοκρατίας. Ετσι, δεν είναι τυχαίο ότι στα νομικά γραπτά τους, αν και ο καθένας καλλιεργούσε διαφορετικό κλάδο του δικαίου, διακρίνει κανείς ένα κοινό χαρακτηριστικό: από τη μια αναζητούσαν τους γενεσιουργούς λόγους των ρυθμίσεων που μελετούσαν και από την άλλη προσπαθούσαν να προβλέψουν τις γενικότερες, τις κοινωνικοπολιτικές επιπτώσεις των ρυθμίσεων αυτών. Η σύνδεση αυτή των νομικών κανόνων με τη ζωντανή πραγματικότητα είναι το στοιχείο που προσέδιδε στις νομικές μελέτες τους μια ιδιαίτερη γοητεία. Το δυσάρεστο και για τους τρεις ήταν ότι αυτή ακριβώς η σύνδεση καθυστέρησε την ακαδημαϊκή σταδιοδρομία τους (προπάντων αυτή του Βεγλερή) σε έναν τόπο και σε μια εποχή -τη μεταπολεμική Ελλάδα- όπου τέτοιου είδους εγχειρήματα αντιμετωπίζονταν με καχύποπτο μάτι.

Το άλλο βέβαια κοινό χαρακτηριστικό των τριών αυτών σπουδαίων ανθρώπων ήταν -για να παραφράσουμε τη γνωστή ρήση- ότι, πέρα από το να ερμηνεύουν, ήθελαν και να τον αλλάξουν τον κόσμο. Αναφέρομαι, προφανώς, στην Ελλάδα των εμφυλίων και των διχασμών, μέσα στην οποία ωρίμασαν και οι τρεις επιστημονικά και την οποία αγωνίσθηκαν να απαλλάξουν από τις κακοδαιμονίες που την είχαν αποκόψει από την Ευρώπη, καταδικάζοντάς της στην υπανάπτυξη και τη μιζέρια. Ετσι, από πολύ νωρίς, και οι τρεις τους αρθρογράφησαν πολιτικά στον ημερήσιο και τον νομικό Τύπο, μετείχαν ενεργά σε σωματεία και ενώσεις, ενώ ως δικηγόροι, Βεγλερής και Κουμάντος, ανέλαβαν -συχνά με υπολογίσιμο κόστος- πολλές πολιτικά «ευαίσθητες» υποθέσεις. Δεν θα πρέπει, λοιπόν, να εκπλήσσει ότι και οι τρεις διώχθηκαν από το πανεπιστήμιο αμέσως μετά την 21η Απριλίου και, εν συνεχεία, κυνηγήθηκαν για τα φρονήματα και την αντιδικτατορική δράση τους.

Το ενδιαφέρον είναι ότι, μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας, το 1974, εκεί που θα περίμενε κανείς ότι θα «δικαιώνονταν» πολιτικά για τη συνεπή στάση τους, παρέμειναν εντέλει και οι τρεις στις παρυφές του πολιτικού συστήματος, χωρίς -όπως πιστεύω- να το έχουν οι ίδιοι εκ των προτέρων επιλέξει. Και τούτο, ανεξάρτητα από την αναγνώριση του επιστημονικού έργου τους (αν και η Ακαδημία Αθηνών μόνο τον Μάνεση τίμησε όπως του έπρεπε) και από την ηθική δικαίωσή τους ιδίως από τις νεότερες γενιές, που ήταν παραπάνω από δεδομένη. Εννοώ τον παραγκωνισμό τους από τα πολιτικά κόμματα και ιδίως από τα κόμματα εξουσίας.

Στον πρόλογο του τελευταίου βιβλίου του («Θητεία στην ελευθερία», Αθήνα, εκδ. Πόλις, 2007), ο Γ. Κουμάντος διερωτάτο μήπως έφταιγε γι' αυτό ο ίδιος: «τιμώ την πολιτική και τους πολιτικούς», έγραφε, «όσους επιδίδονται στον πολιτικό αγώνα με πρόθεση προσφοράς. Και συχνά αναρωτιέμαι αν δεν υπάρχει και κάποιος εγωισμός στον λογαριασμό μου ότι κάποιοι ηθικοί συμβιβασμοί, που θα αναγκαζόμουν να κάνω μπαίνοντας στην πολιτική, ζύγιζαν περισσότερο από το έργο που θα μπορούσα να προσφέρω. Κάποιο ελαφρυντικό δίνει το γεγονός ότι δεν έμεινα αμέτοχος θεατής του πολιτικού αγώνα, έχοντας συμπράξει από άλλο μετερίζι και έχοντας κάπως πληρώσει για τη σύμπραξη αυτή».

Ας μου επιτραπεί να πιστεύω -και το σχόλιο αυτό δεν ισχύει μόνο για τον Κουμάντο, αλλά και για τους τρεις- ότι η πολιτική τους υπερωρία δεν ήταν ζήτημα δικού τους εγωισμού, αλλά ανικανότητας ενός πολιτικού συστήματος (ίσως και του αντίστοιχου δημοσιογραφικού κατεστημένου) να αγκαλιάσει και να αναδείξει προσωπικότητες που το ίδιο δεν «έλεγχε». Εξ ιδιοσυγκρασίας «αστάθμητοι», Βεγλερής, Μάνεσης και Κουμάντος, ήταν περίπου βέβαιο ότι για τους επαγγελματίες της πολιτικής (ανθρώπους κατά κανόνα ευφυείς, αλλά πνευματικά ανασφαλείς και με στενούς ορίζοντες), με την τόλμη και την ελευθεροφροσύνη που τους διέκρινε, αργά ή γρήγορα θα προκαλούσαν μπελάδες. Ηταν λοιπόν καλύτερα να διατηρούνται στο περιθώριο και να τιμώνται ως «πνευματικοί ταγοί», παρά να αποκτήσουν πολιτική φωνή, που θα μπορούσε κάποτε να αποβεί ενοχλητική.

Και τούτο προς δόξαν του γκρίζου όπου το πολιτικό μας τοπίο, με τα διαλείμματα των γνωστών εκλάμψεων, εξακολουθεί να ασφυκτιά.

* Ο κ. Ν. Κ. Αλιβιζάτος είναι καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Έντυπη