Του Θεοδωρου Κουλουμπη*

Ελληνοαμερικανικές σχέσεις 1974-1999

ΑΡΧΕΙΟ ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ

«Kissinger is almost certainly calling the foreign policy shots but himself has many distractions, including carrying the weight of his massive ego». James G. Ρyrros**

Η δικτατορία του Παπαδόπουλου και του Ιωαννίδη διαλύθηκε πάνω στα συντρίμμια της εγκληματικής της πολιτικής στο Κυπριακό. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, παρά τους δισταγμούς του Χένρι Κίσινγκερ στην Ουάσιγκτον, επέστρεψε από το Παρίσι τα χαράματα της 24ης Ιουλίου του 1974 και ανέλαβε την τεράστια ευθύνη της αυθεντικής εδραίωσης των δημοκρατικών θεσμών στην τόσο ταλαιπωρημένη του χώρα. Η μετάβαση στη δημοκρατία έγινε με τρόπο υποδειγματικό από τον Ελληνα Μακεδόνα ηγέτη. Οι δύο μεγάλοι διχασμοί του 20ού αιώνα γεφυρώθηκαν με τη νομιμοποίηση των κομμουνιστικών κομμάτων και με το δημοψήφισμα για το πολιτειακό που καθιέρωσε το σύστημα της προεδρευόμενης δημοκρατίας. Οι δίκες των πρωταιτίων της χούντας με αυστηρότατες ποινές (ισόβια δεσμά) πέρασαν το μήνυμα στις ένοπλες δυνάμεις ότι η περίοδος της ατιμωρησίας των αντισυνταγματικών παρεμβάσεων του στρατού στην πολιτική είχε περάσει ανεπιστρεπτί. Και χωρίς αμφιβολία, το μεγαλύτερο επίτευγμα του Καραμανλή ήταν η ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα (σήμερα Ευρωπαϊκή Ενωση) την 1η Ιανουαρίου του 1981. Ισως περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη εξέλιξη η ένταξη της Ελλάδας στην Ευρώπη άλλαξε τη μορφή και την ποιότητα της ελληνοαμερικανικής δυαδικής σχέσης. Η πατερναλιστική κατατομή προστάτη - προτατευόμενου θα περνούσε έκτοτε μέσα από ένα διαρθρωτικό φίλτρο με το όνομα «Βρυξέλλες».

Ολόκληρη η περίοδος 1974-99 σημαδεύτηκε από την έντονη αντιπαράθεση της Ελλάδας με την Τουρκία στην Κύπρο και στο Αιγαίο. Στη μεγαλόνησο η τουρκική κατοχή του 37% της κυπριακής επικράτειας διαιωνίστηκε και το 1983 τα κατεχόμενα προχώρησαν στη μονομερή ανακήρυξη «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου». Ευτυχώς κανένα κράτος, πλην της Τουρκίας, δεν αναγνώρισε το καθεστώς των Τουρκοκυπρίων που ήταν καθαρό προϊόν της τουρκικής εισβολής και συνεχιζόμενης κατοχής. Στο Αιγαίο η ελληνοτουρκική αντιπαράθεση το 1976, 1987 και 1996 έφτασε στα όρια του παροξυσμού και μόνο οι αποφασιστικές παρεμβάσεις και Αμερικανών (ιδίως στην κρίση των Ιμίων το 1996) αποσόβησαν μια γενικευμένη και καταστροφική πολεμική αναμέτρηση.

Για την Ελλάδα της περιόδου 1974-99 κύρια στρατηγική επιδίωξη ήταν (και παραμένει) η διατήρηση μιας επαρκούς ισορροπίας στρατιωτικών δυνάμεων για την αποτροπή μιας μονομερούς τουρκικής ενέργειας σε βάρος των ελληνικών νησιών του ανατολικού Αιγαίου και της Δωδεκανήσου. Και εδώ ο ρόλος των ΗΠΑ ήταν και είναι κομβικής σημασίας, επειδή η Ουάσιγκτον παραμένει ο βασικός προμηθευτής των οπλοστασίων των δύο χωρών και, επομένως, είναι σε θέση να επηρεάσει καθοριστικά το ισοζύγιο των εξοπλισμών τους.

Η πολιτική της Ουάσιγκτον από το 1974 μέχρι τη λήξη του ψυχρού πολέμου (1989-91) στο Αιγαίο και στην Κύπρο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως παρεμβατική/κατευναστική με σκοπό την αποτροπή μιας αναμέτρησης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Στρατηγικός στόχος της αμερικανικής πολιτικής ήταν ακόμη η ανάσχεση της Σοβιετικής Ενωσης, αλλά, όλο και περισσότερο, και η επιτήρηση της πάντα εύφλεκτης Μέσης Ανατολής με επίκεντρο την εγγύηση της εδαφικής ακεραιότητας του Ισραήλ. Σταθερή επιθυμία των ΗΠΑ ήταν επίσης η διατήρηση ίσων αποστάσεων μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Για παράδειγμα, οι Αμερικανοί διατήρησαν για αρκετά χρόνια τη φόρμουλα 7:10 στη στρατιωτική τους βοήθεια προς τις δύο χώρες, κάτι που βεβαίως ικανοποιούσε την Αθήνα. Παράλληλα, όμως, η Ουάσιγκτον ικανοποιούσε και την Τουρκία συστηματικά αποφεύγοντας να καταδικάζει την τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Τέλος, η Ουάσιγκτον προσπαθούσε να ικανοποιήσει και τους Ελληνοκυπρίους αποφεύγοντας έστω και την έμμεση αναγνώριση μιας ανεξάρτητης πολιτικής οντότητας στα κατεχόμενα εδάφη της μεγαλονήσου. Οπως ήταν φυσικό η κοινή γνώμη και στις τρεις χώρες συνέχισε να θεωρεί ότι η πολιτική των ΗΠΑ μεροληπτούσε πάντοτε «υπέρ της άλλης πλευράς».

Με τη λήξη του ψυχρού πολέμου και την αυτοδιάλυση του σοβιετικού μπλοκ, η στρατηγική σημασία της Τουρκίας φάνηκε πρόσκαιρα να υποβαθμίζεται. Το ενδιαφέρον των ΗΠΑ μετακινήθηκε στα μετακομμουνιστικά Βαλκάνια, παραμένοντας πάντοτε σταθερά προσανατολισμένο στη Μέση Ανατολή και κυρίως στην περιοχή του Κόλπου (ύστερα από την εισβολή του Σαντάμ Χουσεΐν στο γειτονικό του Κουβέιτ). Στα Βαλκάνια τα στρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ και τα περιφερειακά συμφέροντα της Ελλάδας άρχισαν και πάλι να αποκλίνουν. Στους πολέμους διαδοχής της πρώην Γιουγκοσλαβίας, η Ελλάδα τάχθηκε υπέρ της διατήρησης της συνοχής του πολυεθνοτικού ομοσπονδιακού κράτους που είχε σφυρηλατήσει ο Τίτο. Κύριος λόγος ήταν προφανώς το πρόβλημα που θα εδημιουργείτο με την ανεξαρτησία της Πρώην Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας και με το ευαίσθητο για την Αθήνα θέμα της ονομασίας της. Τριβές δημιουργήθηκαν επίσης στις ελληνοαμερικανικές σχέσεις από την αυστηρή κριτική που άσκησαν οι ΗΠΑ εναντίον των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ για την «ανεπαρκή» τους αντιμετώπιση της τρομοκρατικής οργάνωσης της 17 Νοέμβρη και, γενικότερα, της φιλικής σχέσης που ανέπτυξε ο Ανδρέας Παπανδρέου με τον ηγέτη των Παλαιστινίων, Γιασέρ Αραφάτ, και με άλλες αραβικές οντότητες και κυβερνήσεις.

Παρά τις προαναφερθείσες αποκλίσεις προτεραιοτήτων και συμφερόντων, οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις παρέμειναν καθαρά συμμαχικές και η Ελλάδα, ως μέλος του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ενωσης, στήριξε και διευκόλυνε όλες τις δραστηριότητες της ατλαντικής συμμαχίας στους πολέμους της Βοσνίας και του Κοσόβου. Παρομοίως, οι νατοϊκές εγκαταστάσεις στην Κρήτη χρησιμοποιήθηκαν ανελλιπώς από τις δυνάμεις των ΗΠΑ κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεών τους στον πόλεμο του Κόλπου. Με δεδομένη την τουρκική απειλή στο Αιγαίο οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν επιθυμούσαν, ορθώς, να προσθέσουν τη δυτική υπερδύναμη στο μέτωπό τους με την Τουρκία.

Ομως, από το τέλος της δεκαετίας του 1980 ένας νέος παράγοντας επηρέασε καθοριστικά τις μέχρι τότε τεταμένες ελληνοτουρκικές (και κατ' επέκταση ελληνοαμερικανικές) σχέσεις. Ο παράγοντας αυτός αφορούσε τις ιστορικές αποφάσεις στην Αθήνα και τη Λευκωσία να θέσουν ως θέμα στρατηγικής προτεραιότητας την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Ετσι, προς συγκρατημένη ικανοποίηση της Ουάσιγκτον, εγκαινιάσθηκε μια εποχή μείωσης της έντασης στη λεγόμενη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ όπως ξεκάθαρα έδειξαν οι εξελίξεις στα χρόνια μετά τη σύνοδο του Ελσίνκι το 1999.

Στο μεταξύ, η οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας συνεχίστηκε με σταθερούς ρυθμούς και η χώρα έκανε τους απαραίτητους χειρισμούς για να ενταχθεί στη Ζώνη του Ευρώ στην αυγή του 21ου αιώνα. Από ένα κράτος φτωχό και εξαρτημένο που υποχρέωνε τα παιδιά του να παίρνουν τους δρόμους της ξενιτιάς, η Ελλάδα μεταμορφώθηκε σε μια εύπορη οικονομία και εδραιωμένη δημοκρατία που υποδέχθηκε περί το ένα εκατομμύριο οικονομικούς πρόσφυγες από τη γειτονική Αλβανία και από άλλες πρώην κομμουνιστικές χώρες των Βαλκανίων και της ανατολικής Ευρώπης. Αντικειμενικά οι συνθήκες ήταν πια ώριμες για την πλήρη ομαλοποίηση των ελληνοαμερικανικών σχέσεων. Αλλά οι μνήμες του παρελθόντος δεν έμελλε να σβήσουν τόσο εύκολα.

* Ο Θεόδωρος Κουλουμπής είναι αντιπρόεδρος του ΕΛΙΑΜΕΠ.

** Από το αδημοσίευτο χρονικό του James Pyrros των δύο ταραγμένων μηνών στην Ουάσιγκτον (Ιούλιος - Αύγουστος 1974), με τίτλο «The Cyprus File, Washington, D.C.».

Έντυπη

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ