Του Kevin Featherstone*

Μετά τη διάσωση, χρειάζεται και όραμα

ΑΡΧΕΙΟ ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ

Καθώς ο πρωθυπουργός αναλογίζεται τις θερινές του διακοπές, θα σκέφτεται αναμφίβολα και αυτό που ο Τζορτζ Μπους, ο πρεσβύτερος, αποκαλούσε «το όραμα». Υστερα από μήνες αντιμετώπισης της πολιτικής ως διαχείριση κρίσης, ήρθε σαφώς η ώρα να στρέψει την προσοχή του και σε ένα νέο μήνυμα για το μέλλον. Φρέσκος από τις συζητήσεις του με τους συναδέλφους τους της Σοσιαλιστικής Διεθνούς στον Πόρο και των νέων σημαντικών επαφών του με τον Τζόζεφ Στίγκλιτς, ο Γιώργος Παπανδρέου θα πρέπει να σχεδιάσει και τη σημαίνουσα ομιλία που θα εκφωνήσει τον ερχόμενο Σεπτέμβριο στη Θεσσαλονίκη.

Οπως πολλοί συνεργάτες της «Κ» έχουν προσφάτως επισημάνει, η κοινή γνώμη επιζητεί, έχει ανάγκη, από μια νέα εικόνα σχετικά με το πού οδεύει η Ελλάδα. Είναι αξιοσημείωτο ότι πολλές δημοσκοπήσεις, από την αρχή της κρίσης, καταγράφουν ότι η κοινή γνώμη, σε μεγάλο βαθμό, αντιλαμβάνεται ότι η κυβέρνηση ήταν αναγκαίο να λάβει οδυνηρά μέτρα. Οι Ελληνες έχουν μάθει ένα νέο λεξιλόγιο. Οι πάντες, σχεδόν, από τους νεαρούς αναρχικούς στα Εξάρχεια μέχρι τις χήρες στην Κομοτηνή, μιλούν για τα spreads των αγορών, με μια εξοικείωση άγνωστη στους πολίτες άλλων χωρών.

Το μεγαλύτερο πρόγραμμα περικοπών που έχει δει η Ευρώπη εδώ και μια γενεά, έχει γίνει, σε μεγάλο βαθμό, αποδεκτό από την ελληνική κοινωνία. Πολλοί ψηφοφόροι καταδικάζουν το κλείσιμο των δρόμων και απελπίζονται με την τεράστια ανεκτικότητα που επιδεικνύεται στις διαδηλώσεις. Φαίνεται πια ότι ο συντομότερος τρόπος για να διασχίσεις το κέντρο της Αθήνας, σε ώρα αιχμής, είναι με το να συμμετέχεις σε διαδήλωση. Ασφαλώς υπάρχουν κατανοητές ανησυχίες για τη δικαιοσύνη και την αναλογικότητα των μέτρων, αλλά η στάση της κοινής γνώμης έχει αλλάξει.

Τι είδους όμως πρότυπο θα πρέπει να αναζητήσει η Ελλάδα και πώς μπορεί να το υλοποιήσει; Στην πραγματικότητα, όλοι οι ηγέτες, από τους σοσιαλδημοκράτες ώς τους φιλελεύθερους και τους συντηρητικούς, αντιμετωπίζουν την πρόκληση να προσαρμοστούν σε έναν κόσμο που έχει έρθει τα πάνω-κάτω. Πολλοί θα αποδεχθούν τρεις βασικές διαπιστώσεις. Πρώτον, ήταν οι υπερβολές του κρατισμού που συνέβαλαν στο να βρεθεί η Ελλάδα σε κρίση. Τα ήδη ασαφή όρια ανάμεσα στη σφαίρα της δράσης του κράτους και τη σφαίρα των άλλων κοινωνικών και οικονομικών παραγόντων, θόλωσαν ακόμη περισσότερο από τις συνήθειες του ρουσφετιού και της διαφθοράς, τις οποίες καλλιέργησαν διαδοχικές γενιές ηγετών. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το κράτος να μην είναι λειτουργικό, υπό καμία έννοια κοινωνικού μοντέλου. Στην πραγματικότητα, συνέβαινε το ακριβώς αντίθετο: το ελληνικό κράτος ανεχόταν τη στρεβλή λειτουργία της αγοράς και την εκμετάλλευση των εργαζομένων, ένα κράτος που ήταν σε μεγάλο βαθμό αναποτελεσματικό, που δεν κάλυπτε τις βασικές ανάγκες των πολιτών κ. λπ. Από όσο είμαι σε θέση να γνωρίζω, κανείς δεν διεκδικεί την πατρότητα του ελληνικού κοινωνικού μοντέλου και ελάχιστοι θα υπερασπίζονταν την τωρινή εκδοχή του. Το μελλοντικό όραμα, επομένως, δεν μπορεί να είναι αυτό της αδημονίας για επιστροφή στο παρελθόν.

Δεύτερον, η διεθνής οικονομική κρίση έδειξε με πολύ παραστατικό τρόπο, τους κινδύνους από τις υπερβολές του νεοφιλελευθερισμού και της περιορισμένης ρύθμισης των χρηματαγορών. Η Ελλάδα δεν αντιμετώπισε ποτέ τέτοια ζητήματα, όμως, όπως και η διεθνής κοινή γνώμη, έτσι και η ελληνική, είναι οργισμένη με τους τραπεζίτες και τη διάσωσή τους.

Τρίτον, ελάχιστοι πιστεύουν ότι το ελληνικό κράτος έχει την ικανότητα να αναπτύξει -παρά μόνο ίσως μακροπρόθεσμα- ένα σκανδιναβικού τύπου μοντέλο κοινωνικού κράτους, που να συνδυάζει την ευελιξία με την ασφάλεια (flexicurity). Το δίλημμα για τους ριζοσπαστικούς, επομένως, είναι ότι το όχημα για τις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις που είναι τόσο συχνά αποδεκτό αλλού -εν προκειμένω το κράτος - αποτελεί στην ουσία, μεγάλο μέρος τους προβλήματος.

Ο Στέφανος Μάνος γράφει πειστικά για μια ριζική μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος, στην οποία μόνον οι άνω των 65 ετών θα επωφελούνται, και μάλιστα πολύ περισσότερο από ό, τι πριν. Η Ελλάδα όμως δεν διαθέτει την απαραίτητη κοινωνική υποδομή για να διευκολύνει την ευελιξία στην αγορά εργασίας και να υποστηρίξει αυτούς που πραγματικά έχουν ανάγκη. Η κυβέρνηση θα πρέπει να διαχειριστεί το σοκ μετά τη ριζική αυτή μεταρρύθμιση.

Επιπλέον, ο Παπανδρέου δεν θα πρέπει να αναμένει πολλή βοήθεια από τους διεθνείς εταίρους του όσον αφορά το πολιτικό του όραμα. Στην πρόσφατη σύνοδο του G20, οι διεθνείς ηγέτες δεν κατάφεραν να συμφωνήσουν σε μια συνεκτική απάντηση στην παρούσα οικονομική κρίση. Και η Ευρωπαϊκή Ενωση δίνει μάχη για να βρει έναν νέο στόχο και μια νέα κατεύθυνση για τον εαυτό της. Οποιοσδήποτε περιμένει από τον Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο, τον πρόεδρο της Κομισιόν, να δώσει μια πειστική απάντηση, προφανώς θέτει το λάθος ερώτημα. Στην Ευρώπη, ο Κάμερον, ο Σαρκοζί και η Μέρκελ, είναι γνωστοί μόνο για τις διαφωνίες τους.

Κανένας υποστηρικτής του ΠΑΣΟΚ -ή υποστηρικτές άλλων κομμάτων- δεν ψήφισε τα σημερινά μέτρα λιτότητας. Ο Ελληνας πρωθυπουργός γνωρίζει ότι η καρδιά του κόμματός του δεν χτυπά στον ρυθμό του Μνημονίου. Η πρώτη φάση της κρίσης τελειώνει, η πρόκληση της δεύτερης φάσης είναι να ενεργοποιήσει τον λαό με ένα όραμα. Δεν πρέπει να ζητούμε από τον πρωθυπουργό να είναι «βασιλεύς- φιλόσοφος», όμως η κοινή γνώμη δεν θέλει μόνον να ξέρει ότι η κυβέρνηση έχει μάθει το μάθημά της από την κρίση, θέλει επίσης να ξέρει ποιο είναι το μοντέλο στο οποίο έχει καταλήξει για το αύριο. Οι ιδιαιτερότητες της κρίσης της Ελλάδας και οι αιτίες της υποδηλώνουν ότι το μοντέλο που θα υιοθετηθεί θα πρέπει να είναι πολύ διαφορετικό.

* Ο κ. Kevin Featherstone είναι καθηγητής στο London School of Economics, όπου διευθύνει το Ελληνικό Παρατηρητήριο.

Έντυπη

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ