Του Kevin Featherstone*

Η κληρονομιά των πολιτικών ηγετών

ΑΡΧΕΙΟ ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ

Είναι κρίμα που οι Ελληνες πρωθυπουργοί δεν εκδίδουν συνήθως τα απομνημονεύματά τους, όπως οι Αμερικανοί πρόεδροι ή οι Βρετανοί ηγέτες. Ποια εφημερίδα δεν θα ήθελε μία «αποκλειστική» προδημοσίευση των σκέψεων του Καραμανλή του πρεσβύτερου για τη μετάβαση στη δημοκρατία και τις σχέσεις του με την οικογένεια Παπανδρέου; Ο Ανδρέας Παπανδρέου έγραψε βέβαια για το θέμα της χούντας, αλλά φανταστείτε πόσο ενδιαφέρον θα ήταν να γράψει ένα βιβλίο και για την απόφασή του να μη στηρίξει την επανεκλογή Καραμανλή στην προεδρία, το 1985, για το σκάνδαλο Κοσκωτά και για τις αλλαγές στην πολιτική που ακολούθησε. Με τα απομνημονεύματα, η κοινή γνώμη θα κέρδιζε σε γνώσεις για το ποιόν των ηγετών της, ενώ ίσως θα γινόταν και ένα μικρό βήμα προς την κατεύθυνση της διαφάνειας.

Ωστόσο, παρά την ελληνική ψύχωση της προσωπολατρίας και της «Κρεμλινολογίας» των ανασχηματισμών, οι πρωθυπουργοί της χώρας δεν ακολούθησαν την αγγλοσαξονική αυτή παράδοση (με την εξαίρεση του Γεωργίου Ράλλη, ο οποίος όμως παρέμεινε για λίγο στην πρωθυπουργία). Αντιθέτως, φαίνεται να είναι πιο κοντά στο γαλλικό μοντέλο και -όποτε δημοσιεύουν βιβλία- αναφέρονται κυρίως σε ζητήματα πολιτικής θεωρίας και πρακτικής. Ενα καλό πρόσφατο παράδειγμα ήταν το βιβλίο του Κώστα Σημίτη, ο οποίος επέλεξε να μην ασχοληθεί καθόλου με το πολιτικό κουτσομπολιό που οργίασε στη διάρκεια της πρωθυπουργίας του.

Μία άλλη διαφορά μεταξύ των Ελλήνων και των Αμερικανών και Βρετανών πολιτικών αρχηγών, είναι τα τεράστια χρηματικά ποσά που βγάζουν συνήθως οι τελευταίοι, μετά το πέρας της θητείας τους, σε αντίθεση με τον σχετικά λιτό βίο που διάγουν οι πρώην πρωθυπουργοί της Ελλάδας. Είμαι σίγουρος ότι οι Ελληνες ψηφοφόροι θα σοκάρονταν αν κάποιος πρώην πρωθυπουργός υπέγραφε συμβόλαιο εκατομμυρίων με μεγάλη εταιρεία ή χρέωνε υπέρογκα ποσά για να δίνει διαλέξεις και συνεντεύξεις. Οι Βρετανοί αντιμετωπίζουν το θέμα με ψυχραιμία: «Ολοι το κάνουν», σκέφτονται. Η ειρωνεία βέβαια είναι ότι οι Ελληνες υποπτεύονται πάντα ότι οι πολιτικοί τους «τα παίρνουν» κάτω από το τραπέζι. Κάποιοι το κάνουν, αλλά λίγοι τιμωρούνται.

Αυτήν την εβδομάδα, ήταν η σειρά του Τόνι Μπλερ να δημοσιεύσει τα απομνημονεύματά του. Η τελευταία φορά που κάποιος άλλαξε τόσο πολύ στα μάτια των άλλων, ήταν ο Ντόριαν Γκρέι του Οσκαρ Γουάιλντ. Το 1997, σχόλια για τη δημοφιλία του Μπλερ έκαναν λόγο ότι είναι μόλις το δεύτερο πρόσωπο στην Ιστορία που θεωρείται ότι μπορεί να περπατήσει στο νερό. Από το 2007 που εγκατέλειψε την πρωθυπουργία όμως, η δημοτικότητά του βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση. Η ψυχολογία του ανθρώπου αποτελεί μυστήριο: μετά την παραίτησή του από την Ντάουνινγκ Στριτ, ανακοίνωσε ότι βαφτίζεται καθολικός και φάνηκε ότι βασανίζεται από προσωπικές έγνοιες. Τα απομνημονεύματά του είναι ενδεικτικά όσον αφορά αυτές τις εσωτερικές αμφιβολίες. Γράφει για τις δικές του αποτυχίες, χαρακτηρίζοντας τον εαυτό του «δειλό», «καπάτσο» και «έντρομο» όταν επρόκειτο να εμφανιστεί στη Βουλή την «Ωρα του Πρωθυπουργού».

Φυσικά, αυτό που τον προβλημάτισε περισσότερο ήταν το ζήτημα του Ιράκ. Οταν κατέθεσε στην ανεξάρτητη εξεταστική επιτροπή που είχε συστηθεί για τη διερεύνηση της υπόθεσης, παρέλειψε να ζητήσει «συγγνώμη» για τα πολλά λάθη που έκανε. Στα απομνημονεύματά του δράττεται της ευκαιρίας να γράψει πόσο λυπάται και μετανιώνει για τις απώλειες ανθρώπινων ζωών και αναγνωρίζει την αποτυχία του να σχεδιάσει την επόμενη ημέρα μετά την πτώση του Σαντάμ Χουσεΐν. Ανακοίνωσε άλλωστε ότι θα δωρίσει τα τέσσερα εκατομμύρια λίρες που έλαβε ως αμοιβή για το βιβλίο σε ΜΚΟ που φροντίζει βετεράνους πολέμου. Εντούτοις, στο ζήτημα της αιτιολόγησης του πολέμου, δηλαδή τη δήθεν ύπαρξη όπλων μαζικής καταστροφής, ο Μπλερ υπεκφεύγει, υποστηρίζοντας ότι ο Σαντάμ σκόπευε να τα κατασκευάσει και απλώς είχε αναστείλει το σχετικό πρόγραμμα. Για τους οπαδούς του φιλελεύθερου παρεμβατισμού, η απάντηση αυτή δεν πείθει.

Αυτή τη στιγμή, ο Μπλερ φαίνεται καταδικασμένος να ακολουθήσει το πεπρωμένο του πρώην Βρετανού πρωθυπουργού, Αντονι Ιντεν. Ο τελευταίος είχε πάθει εμμονή με τον Αιγύπτιο πρόεδρο Νάσερ, ο οποίος είχε εθνικοποιήσει τη Διώρυγα του Σουέζ, το 1956. Ο Ιντεν πίστευε ότι ο Νάσερ πρέπει να αντιμετωπιστεί με τον ίδιο τρόπο που ο Τσόρτσιλ αποφάσισε να αντιμετωπίσει τον Χίτλερ. Η στρατιωτική παρέμβαση της Βρετανίας στην περιοχή όμως προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων και απέτυχε παταγωδώς. Οι μοίρα του Ιντεν έκτοτε σφραγίστηκε.

Ωστόσο, ο Μπλερ χρησιμοποιεί τα απομνημονεύματά του για να εισχωρήσει σε βαθύτερα πολιτικά ζητήματα. Το πιο αδύναμο επιχείρημά του είναι ότι η εν εξελίξει χρηματοπιστωτική κρίση δεν δικαιολογεί την επιστροφή στις εποχές του κρατικού παρεμβατισμού και της ρύθμισης των αγορών. Επίσης, ο Μπλερ δεν κατακεραυνώνει τις δραματικές περικοπές των δημοσίων δαπανών, οι οποίες πρόσφατα ανακοινώθηκαν από την κυβέρνηση του Ντέιβιντ Κάμερον και αποτελούν αντικείμενο θαυμασμού για τη Δεξιά.

Παρόλα αυτά, υπερασπίζεται πειστικά τη δική του οπτική στη σοσιαλδημοκρατία. Με δεδομένες τις τρεις εκλογικές του νίκες, τη διάσωση των δημοσίων υπηρεσιών της Βρετανίας μετά την υπονόμευση της περιόδου Θάτσερ και την οικονομική ανάπτυξη που γνώρισε η χώρα επί πρωθυπουργίας του, είναι δύσκολο να απορρίψει κανείς τα επιχειρήματά του. Οι θέσεις του ενισχύονται και από το γεγονός ότι η σοσιαλδημοκρατία σήμερα βρίσκεται σε καθεστώς ιδεολογικής σύγχυσης, σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ποιο άλλο μοντέλο ήταν άραγε πιο επιτυχημένο στο εσωτερικό μέτωπο, από εκείνο του Μπλερ;

Αν κοιτάξει κανείς τα πράγματα από την Αθήνα, για ποιο λόγο ο συνδυασμός ευέλικτων και ανταγωνιστικών αγορών, με υψηλού επιπέδου δημόσιες υπηρεσίες είναι παρωχημένος; Η Ιστορία θα φερθεί κάποτε με μεγαλύτερη ευγένεια στον Μπλερ και τα απομνημονεύματά του συμβάλλουν προς αυτήν την κατεύθυνση.

* Ο κ. Kevin Featherstone είναι καθηγητής στο London School of Economics, όπου διευθύνει το Ελληνικό Παρατηρητήριο.

Έντυπη

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ