Του Ιωαννη Ν. Γρηγοριαδη*

Αντιαμερικανισμός και αντιγερμανισμός

ΑΡΧΕΙΟ ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ

Μια από τις ενδιαφέρουσες παράπλευρες συνέπειες της κρίσης είναι και η ανάδειξη ενός νέου αρνητικού πρωταγωνιστή στις διεθνείς σχέσεις της χώρας.

Από τον Εμφύλιο και μετά οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν θεωρηθεί ως ο κύριος υπεύθυνος για όλες τις αποτυχίες της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, καθώς και τις εσωτερικές πολιτικές ανωμαλίες. Οπως έλεγε χαριτολογώντας ένας Αμερικανός διπλωμάτης, «πολλοί Ελληνες πιστεύουν ότι η μεγαλύτερη και πιο δραστήρια διεύθυνση του «Στέιτ Ντιπάρτμεντ» είναι η Διεύθυνση Ανθελληνικών Υποθέσεων».

Χρειάσθηκε να ενσκήψει η οικονομική κρίση του 2009, για να λησμονηθεί από την πλειονότητα των ελληνικών ΜΜΕ η δήθεν επίβουλη των ελληνικών συμφερόντων και της εθνικής κυριαρχίας αμερικανική εξωτερική πολιτική και να την υποκαταστήσει σε αυτόν τον ρόλο η γερμανική: «Ο αντιαμερικανισμός απέθανε, ζήτω ο αντιγερμανισμός!»

Η Γερμανία, καίτοι ατμομηχανή της ευρωπαϊκής ενοποιήσεως και ο μεγαλύτερος έμμεσος πάροχος οικονομικής βοήθειας προς την Ελλάδα μέσω των ευρωπαϊκών κονδυλίων, απετέλεσε εύκολο στόχο προς τούτο και λόγω του προσφάτου ιστορικού παρελθόντος. Αναφορές στη ναζιστική κατοχή, τις σφαγές του Διστόμου, των Καλαβρύτων ή της Κανδάνου, ζητήματα όπως των πολεμικών αποζημιώσεων και του κατοχικού δανείου μπορούσαν να κινητοποιήσουν το συλλογικό υποσυνείδητο.

Στη δαιμονοποίηση της Γερμανίας από τα εγχώρια λαϊκιστικά ΜΜΕ συνέβαλε και η εκτεταμένη χρήση ανθελληνικών στερεοτύπων από τα ομόλογα λαϊκιστικά γερμανικά ΜΜΕ.

Η ύπαρξη μιας γυναίκας στην Καγκελαρία και ενός άνδρα με κινητικά προβλήματα στην ηγεσία της γερμανικής οικονομίας μάλλον επιδείνωσαν τα πράγματα, καθώς ανέδειξαν διόλου κολακευτικές πτυχές της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας.

Δεδομένης της κρισιμότητος των περιστάσεων, είναι αναγκαία η ανάληψη μιας οργανωμένης κυβερνητικής πρωτοβουλίας για την αποκατάσταση στενής συνεργασίας με τον ισχυρότερο ευρωπαϊκό εταίρο. Σαφώς και υπάρχουν στο Βερολίνο -και αλλού- αυτοί που θεωρούν «χαμένη υπόθεση» την Ελλάδα και επιδιώκουν απεμπλοκή της Γερμανίας και της Ευρωπαϊκής Ενωσης από την ελληνική κρίση. Αυτοί θα προτιμούσαν η έξοδος της Ελλάδος από την Ευρωζώνη -αν όχι και από την Ευρωπαϊκή Ενωση- να γίνει με ελληνική πρωτοβουλία, π.χ. μέσω δημοψηφίσματος ή αποφάσεως της ελληνικής κυβερνήσεως, ώστε οι «παράπλευρες απώλειες» να μη χρεώνονταν στη Γερμανία.

Δεν λείπουν όμως και εκείνες οι δυνάμεις, οι οποίες εξακολουθούν να θεωρούν αδιανόητη την έξωση της Ελλάδος από την Ευρωζώνη και αξιολογούν την παρούσα κρίση ως ευκαιρία για την εκ βάθρων αναδιάρθρωση του διοικητικού και οικονομικού ιστού της χώρας.

Η αξιοπιστία τους, ωστόσο, εντός της γερμανικής κοινής γνώμης, εξαρτάται ευθέως από την ειλικρίνεια των μεταρρυθμιστικών προθέσεων της ελληνικής κυβερνήσεως και της ικανότητός της να εφαρμόσει τα συμπεφωνημένα.

Ουδείς πρόκειται να χρηματοδοτεί επ' αόριστον έναν αυτιστικό και αδηφάγο δημόσιο τομέα, καθώς και ένα πολιτικό σύστημα το οποίο επιμένει ασύμμετρα να μετακυλίει το κόστος της προσαρμογής στις εναπομείνασες καθημαγμένες παραγωγικές δυνάμεις της χώρας.

Η διάκριση μεταξύ ευρωπαϊκού Βορρά και Νότου μπορεί ενίοτε να λειτούργησε ευεργετικώς για τη βελτίωση της διαπραγματευτικής ικανότητος της Ελλάδος. Αυτό δεν αναιρεί ωστόσο τη σημασία της βελτιώσεως των διμερών σχέσεων με τη Γερμανία.

Αν η Ελλάς επιθυμεί να παραμείνει στον σκληρό πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, επείγει η αποκατάσταση των σχέσεων με όλο το φάσμα των γερμανικών πολιτικών δυνάμεων. Περιθώρια για την εμπέδωση ενός νέου αντιγερμανισμού δεν υπάρχουν.

* Ο κ. Ιωάννης Ν. Γρηγοριάδης είναι επίκουρος καθηγητής του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Μπίλκεντ και επιστημονικός συνεργάτης του ΕΛΙΑΜΕΠ.

Έντυπη

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ