Του Kevin Featherstone*

Τι πρέπει να σημαίνει η ψήφος εμπιστοσύνης

ΑΡΧΕΙΟ ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ

Το ελληνικό Κοινοβούλιο αναμένεται να υπερψηφίσει τον νέο προϋπολογισμό με μια άνετη πλειοψηφία και κάποιους εκ των ανταρτών της περασμένης εβδομάδας να σπεύδουν στο πλευρό του κυβερνητικού συνασπισμού. Η έγκριση αυτή, ωστόσο, απειλείται με κατακερματισμό από τις βιτριολικές και δημαγωγικές επιθέσεις της αντιπολίτευσης. Για μια ακόμα φορά, η φιλοευρωπαϊκή πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο απώλεσε την πολιτική πρωτοβουλία, όχι μόνο εξαιτίας των απεργιακών κινητοποιήσεων και των ταραχοποιών στοιχείων, αλλά και λόγω των «πολύχρωμων» ομιλιών των κοινοβουλευτικών της αντιπάλων. Ο κυβερνητικός συνασπισμός μοιάζει να διασπάται ελέω της αμφιβολίας και του τυχοδιωκτισμού, τη στιγμή που το πραγματικό του συμφέρον επιτάσσει περισσότερο θάρρος και ενότητα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ απαιτεί νέες εκλογές. Δύσκολο να φανταστεί κανείς πιο ανεύθυνη στάση. Σε διάστημα λίγων λεπτών κιόλας από τη στιγμή που ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας θα συμφωνήσει σ' ένα τέτοιο αίτημα, οι ηγέτες της Ε. Ε. θα διακηρύξουν ότι η επόμενη δόση του δανείου δεν θα καταβληθεί. Σε κάθε περίπτωση, έχουν περάσει μόλις λίγοι μήνες από τότε που το εκλογικό σώμα ψήφισε υπέρ μιας στρατηγικής που θα διατηρήσει την Ελλάδα εντός ευρώ: Αυτή ακριβώς είναι και η βάση της νομιμότητας της κυβέρνησης. Ο ΣΥΡΙΖΑ ισχυρίζεται ότι η κυβέρνηση δεν διαπραγματεύτηκε, αλλά συνθηκολόγησε. Πρόκειται για μια ισχυρή δημαγωγική ρητορική: Οταν βλέπεις τη μείωση του μισθού ή της σύνταξής σου κατά ένα τρίτο να βρίσκεται προ των πυλών, είναι σχεδόν ακαταμάχητη. Είναι, όμως, ένας ισχυρισμός που είναι αδύνατο να πιστοποιηθεί. Η αντίθετη ερμηνεία είναι στην πραγματικότητα πολύ πιο εύλογη: Γιατί μια κυβέρνηση υπό καθεστώς εσωτερικής πολιορκίας να παρουσιαστεί μαλθακή ενώπιον της τρόικας;

Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι, φυσικά, ένα κόμμα υποχρεωμένο να συνεχίσει την εκστρατεία δυσφήμησης των προσπαθειών για την επίτευξη συμφωνίας με τους πιστωτές της Ελλάδας. Το έρεισμά του και ο λόγος ύπαρξής του εξαρτάται από έναν λαϊκίστικο κυνισμό και τη διάδοση του μύθου πως το κόστος της προσαρμογής είναι αχρείαστο και πως τα μέτρα απλώς εξυπηρετούν τα συμφέροντα μιας τάξης εκμεταλλευτών. Πώς ακριβώς συνεισφέρουν στον δημόσιο βίο οι απειλές ότι οι σημερινοί υπουργοί θα λογοδοτήσουν σε κάποια μελλοντική ημερομηνία τιμωρίας ενώπιον ειδικών δικαστηρίων; Αυτό είναι το καλύτερο είδος πολιτικής που παρέχεται στην Ελλάδα;

Αντιμέτωπος με υπερβολές που αρμόζουν μόνο σε μια Δημοκρατία της Μπανανίας, ο κυβερνητικός συνασπισμός εμφανίζεται διστακτικός. Εν κατακλείδι, πολλές από τις διαρθρωτικές αλλαγές που απαιτεί η τρόικα υπερκαλύπτουν μια ατζέντα την οποία οι εκσυγχρονιστές στην Ελλάδα έχουν προ πολλού χαρακτηρίσει απαραίτητη. Το πρόβλημα είναι η αδυναμία εφαρμογής τους κατά το παρελθόν.

Αλλα τμήματα του πακέτου της τρόικας αποτελούν προϊόν των θεσμικών αδυναμιών της Ελλάδας. Για παράδειγμα, οι εξωφρενικές περικοπές μισθών και συντάξεων, οι οποίες προκαλούν πραγματικό πόνο, απορρέουν σε σημαντικό βαθμό από την αδυναμία διατήρησης αποτελεσματικών και διαφανών συστημάτων συλλογής των φόρων και ελέγχου των δαπανών. Επιπλέον, οι θεσμικές αδυναμίες ενισχύθηκαν από την κοινωνία στο σύνολό της και όχι μόνο από μια μειοψηφία ανάρμοστων και διεφθαρμένων. Οι πελατειακές σχέσεις, τα ρουσφέτια, η διαφθορά, οι δωροδοκίες, η αδιαφάνεια και η απόρριψη της αξιοκρατίας· όλα εκφράστηκαν όχι από μια μικρή μειοψηφία της κοινωνίας και, βέβαια, εκφράστηκαν από κοινού, τόσο από τους κυβερνώντες όσο και από τον λαό. Η παραδοχή τέτοιων αληθειών αποτελεί προϋπόθεση της οικοδόμησης ενός ισχυρότερου συστήματος στην Ελλάδα.

Σήμερα, τα συλλογικά και τα ατομικά συμφέροντα του κυβερνητικού συνασπισμού κινούνται στην ίδια κατεύθυνση. Ο λόγος ύπαρξης της ΔΗΜΑΡ είναι να συμβάλει στην παραμονή της Ελλάδας στο ευρώ. Αν η παράταξη αποποιηθεί αυτήν την αρχή της, οι ψηφοφόροι δεν θα βρουν παρά ελάχιστους λόγους για να αιτιολογήσουν τη συνέχειά της. Χωρίς αυτήν την αρχή, η ΔΗΜΑΡ θα πρέπει θα αναγκαστεί να μοιραστεί το ίδιο «κρεβάτι» με τον Αλέξη Τσίπρα. Μιλούμε μεταφορικά βέβαια, ωστόσο, νομίζουμε ότι μια τέτοια εξέλιξη θα ήταν εξαιρετικά οδυνηρή για τη ΔΗΜΑΡ.

Κάτι παρόμοιο μπορεί να ειπωθεί και για το ΠΑΣΟΚ. Συνεπώς, δεν φαντάζει λογικό ούτε για το ένα κόμμα ούτε για το άλλο να μείνουν εκτός κυβέρνησης. Ούτε το ΠΑΣΟΚ ούτε η ΔΗΜΑΡ μπορούν να παρελαύνουν ως πολιτικές παρθένες. Ενας κυβερνητικός ανασχηματισμός με τον οποίο θα ανατίθενται υπουργεία σε πρόσωπα απ' όλα τα κόμματα που αποτελούν τον κυβερνητικό συνασπισμό θα ενισχύει τη δημόσια εικόνα και τον σκοπό της κυβέρνησης.

Η τρομακτική αυτή κοινωνική και οικονομική κρίση έχει αφήσει την κοινή γνώμη σε κατάσταση αποσύνθεσης. Δεδομένου ότι το ισχυρότερο και πιο ξεκάθαρο μήνυμα σήμερα είναι εκείνο της λαϊκίστικης απόρριψης, είναι αξιοθαύμαστο πώς εξακολουθεί να υπάρχει μια σιωπηλή πλειοψηφία που παραμένει αφοσιωμένη τόσο στο ευρώ όσο και στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Ο κυβερνητικός συνασπισμός, ωστόσο, οφείλει να ανακτήσει την ενέργεια και τη δύναμή του προκειμένου να παράσχει στην πλειοψηφία μια πιο ισχυρή φωνή.

Αυτό που καταστρέφει την εικόνα της Ελλάδας διεθνώς είναι οι τυχοδιωκτικές εξεγέρσεις και τα βέτο στο εσωτερικό της. Δημιουργούν δυσπιστία - μια αίσθηση ότι δεν θα υπάρξει συνέχεια στην εφαρμογή των μέτρων που συμφωνήθηκαν με εταίρους και πιστωτές. Αντί για μια ουσιαστική επιλογή και ένα σταθερό σχέδιο ανάπτυξης, αυτή ακριβώς η δυσπιστία μεταβάλλει το κλίμα στις διαπραγματεύσεις κατά τρόπο τέτοιο, που υποβιβάζονται σ' ένα παιχνίδι μη δέσμευσης. Εντέλει, οι δύο πλευρές αποχωρούν με λιγότερα απ' όσα θα μπορούσαν να πάρουν έπειτα από μια πραγματική συνεργασία.

Εχοντας επιβιώσει δύο κρίσιμων ψηφοφοριών στο Κοινοβούλιο, ο κυβερνητικός συνασπισμός χρειάζεται ισχυρή ηγεσία και ενότητα έτσι ώστε να προχωρήσει στην εφαρμογή των μέτρων που συμφωνήθηκαν. Αν αυτό, πράγματι, είναι το τελευταίο πακέτο λιτότητας, θα χρειαστεί ταχύτητα και αφοσίωση για την εφαρμογή των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που θα επιτρέψουν στην Ελλάδα να επιστρέψει στην ανάπτυξη. Η σημερινή ψηφοφορία στο Κοινοβούλιο πρέπει να γίνει αντιληπτή ως ψήφος εμπιστοσύνης. Πρέπει να γίνει κατανοητή ακριβώς ως τέτοια από την κυβέρνηση προκειμένου να επιτελεστεί έργο.

* Ο κ. Kevin Featherstone είναι καθηγητής Σύγχρονων Ελληνικών Σπουδών στο London School of Economics, με εκπαιδευτική άδεια στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ.

Έντυπη

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ