ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Διαμάχη κρατών με οίκους αξιολόγησης

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Πορτογαλία

Μετά την Ιταλία, το Ελεγκτικό Συμβούλιο της οποίας εξετάζει το ενδεχόμενο να καταθέσει αγωγή κατά του αμερικανικού οίκου αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας Standard & Poor’s ζητώντας αποζημίωση ύψους 234 δισ. ευρώ, και η κυβέρνηση της Πορτογαλίας στράφηκε κατά του οίκου, ακυρώνοντας το συμβόλαιο που είχε μαζί του για την αξιολόγηση των πορτογαλικών κρατικών ομολόγων.

Πολλές φορές οι οίκοι αξιολόγησης έχουν κατηγορηθεί από πολιτικούς για μεροληπτική στάση και από πολλούς επενδυτές για αδυναμία να εντοπίσουν πιστωτικούς κινδύνους πριν να είναι πολύ αργά. Παρ’ όλο που το τελευταίο διάστημα οι επενδυτές τείνουν να αγνοούν ορισμένες φορές τις υποβαθμίσεις οικονομιών, οι εκθέσεις των οίκων πιστοληπτικής αξιολόγησης εξακολουθούν να χρησιμεύουν σε πολλές τράπεζες και σε επενδυτές οι οποίοι θέλουν να αξιολογήσουν το ρίσκο που αναλαμβάνουν με μια επένδυση. Την Τετάρτη, η S&P ανακοίνωσε ότι στο εξής θα βαθμολογεί τα πορτογαλικά κρατικά ομόλογα χωρίς να πληρώνεται για αυτή την υπηρεσία.

Συνήθως κυβερνήσεις και ιδιωτικές εταιρείες πληρώνουν τους οίκους αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας προκειμένου να αξιολογούν είτε τα ομόλογα που εκδίδουν είτε τον ίδιο τον οργανισμό. Υπάρχουν όμως και μερικές κυβερνήσεις που δεν επιθυμούν να πληρώνουν τους οίκους. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται πολλά από τα ισχυρότερα κράτη του κόσμου, όπως οι ΗΠΑ, Γερμανία, Γαλλία, Βρετανία, Ιταλία, Ολλανδία, Σουηδία, Ελβετία, Ιαπωνία, Αυστραλία, πλέον και η Πορτογαλία. Ωστόσο, οι οίκοι αξιολόγησης εξακολουθούν να εκδίδουν εκθέσεις και να βαθμολογούν τα παραπάνω κράτη με την ένδειξη ότι η αξιολόγηση είναι αυτόκλητη. Σε αυτή την περίπτωση οι αξιολογητές βαθμολογούν ένα κράτος βασιζόμενοι μόνο σε πληροφορίες που είναι δημόσια διαθέσιμες.

Γιατί οι οίκοι αξιολόγησης επιμένουν να αξιολογούν κράτη που δεν τους πληρώνουν; Κυρίως γιατί πρέπει να υπάρχει ένα μέτρο σύγκρισης και αυτό συνήθως είναι το κράτος με τα καλύτερα δημόσια οικονομικά. Στις υπόλοιπες περιπτώσεις, όταν ένα κράτος ή μια εταιρεία πληρώνει τον οίκο για να τους αξιολογήσει, οι αξιολογητές έχουν πρόσβαση και σε άλλες πληροφορίες. Αυτό ενδεχομένως να βελτιώνει την ποιότητα της αξιολόγησης, ταυτόχρονα όμως θα μπορούσε να εκληφθεί και ως σύγκρουση συμφερόντων, δεδομένου ότι ο αξιολογούμενος πληρώνει τον αξιολογητή του.

Η κατηγορία της σύγκρουσης συμφερόντων είναι αυτή που εκτοξεύεται συχνότερα κατά των οίκων αξιολόγησης. Ιδίως στην ιστορία της κατάρρευσης της αμερικανικής αγοράς ακινήτων το 2007-2008, οι «τρεις μεγάλοι» οίκοι, δηλαδή S&P, Moody’s και Fitch, κατηγορήθηκαν ότι έδιναν την ανώτερη πιστοληπτική αξιολόγηση σε τιτλοποιημένα στεγαστικά δάνεια που ήταν στην πραγματικότητα «σκουπίδια» και τα οποία λίγο αργότερα προκάλεσαν την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση.

Αναμφίβολα είναι ενθαρρυντικό το γεγονός ότι μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση πολλοί επενδυτές τηρούν επιφυλακτικότερη στάση έναντι των αξιολογήσεων των μεγάλων οίκων και μερικές φορές τείνουν να τις αγνοούν αναζητώντας εναλλακτική πληροφόρηση. Για παράδειγμα, το επιτόκιο δανεισμού που καλούνται να πληρώσουν οι ΗΠΑ δεν αυξήθηκε όταν η S&P υποβάθμισε την αμερικανική οικονομία το 2011. Το ίδιο έγινε και με τα γαλλικά ομόλογα, όταν η Γαλλία έχασε την ανώτερη πιστοληπτική αξιολόγηση στις αρχές του 2012.

Πολλοί οικονομικοί αναλυτές, πάντως, θεωρούν ότι σε αρκετές περιπτώσεις οι κυβερνήσεις κατηγορούν τον αγγελιαφόρο, δηλαδή τους οίκους αξιολόγησης, για τα προβλήματά τους, αντί να επικεντρωθούν στο πώς θα τα διορθώσουν.

Νέοι κανόνες ελέγχου από Κομισιόν

Τον Νοέμβριο του 2012 τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο συμφώνησαν να ελέγξουν στενότερα τους οίκους αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, τους οποίους σχεδόν όλοι οι Ευρωπαίοι πολιτικοί έχουν κατηγορήσει τα τελευταία χρόνια για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν. Στόχος των νέων κανόνων είναι, πρώτον, να περιοριστεί η υπερβολική εξάρτηση των επενδυτών από τις αξιολογήσεις και, δεύτερον, να καταστεί ευκολότερη η άσκηση αγωγών κατά των οίκων.

Σύμφωνα με τον νέο νόμο, οι οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης θα πρέπει να δημοσιεύουν ημερολόγιο όπου θα φαίνεται πότε θα δημοσιεύουν νέες αξιολογήσεις χωρών. Επιπλέον, η νέα αξιολόγηση θα πρέπει να δημοσιεύεται μόνο μετά το κλείσιμο των ευρωπαϊκών χρηματιστηρίων ή τουλάχιστον μία ώρα πριν από το άνοιγμά τους. Παράλληλα, όλες οι αξιολογήσεις θα δημοσιεύονται σε πανευρωπαϊκή πλατφόρμα προκειμένου να βελτιωθεί η ενημέρωση των πολιτών. Σύμφωνα με την Κομισιόν, με τους νέους κανόνες θα είναι πιο εύκολο να ασκηθεί αγωγή εναντίον οίκου πιστοληπτικής αξιολόγησης σε περίπτωση που ένας επενδυτής κρίνει ότι ζημιώθηκε από αβλεψία ή από πρόθεση του οίκου αξιολόγησης. Ενα χρόνο αργότερα, τον Δεκέμβριο του 2013, η Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (ESMA) δημοσιοποίησε τα αποτελέσματα έρευνας για το πώς οι «τρεις μεγάλοι» αξιολογούν τα κρατικά ομόλογα χωρών της Ε.Ε. «Η έρευνα της ESMA αποκάλυψε ελλείψεις και αδυναμίες κατά τη διαδικασία αξιολόγησης κρατικών ομολόγων, οι οποίες θα μπορούσαν να υπονομεύσουν την ποιότητα και ακεραιότητα της αξιολόγησης και της διαδικασίας αξιολόγησης», δήλωνε στις 2 Δεκεμβρίου ο πρόεδρος της ESMA, Στίβεν Μάγιορ.

Πρώτο πρόβλημα που αποκαλύφθηκε κατά τη διαδικασία αξιολόγησης που ακολουθούν οι Moody’s, Standard & Poor’s και Fitch ήταν ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, υπονομεύεται η ανεξαρτησία των αξιολογητών και της διαδικασίας. Οπως ανακαλύφθηκε, υψηλόβαθμα στελέχη του οίκου αξιολόγησης, ακόμη και μέλη του Δ.Σ. καθόριζαν την αλλαγή αξιολόγησης αντί για τον επικεφαλής αναλυτή, εγείροντας υπόνοιες για την ύπαρξη εμπορικών συμφερόντων.

Δεύτερο σημαντικό πρόβλημα αφορά την εμπιστευτικότητα των αξιολογήσεων, αφού συχνά κυκλοφορούν φήμες περί επικείμενης αναβάθμισης ή υποβάθμισης μιας οικονομίας, προκαλώντας αναταραχή στις αγορές.

Ενα τρίτο πρόβλημα αφορά την καθυστέρηση δημοσίευσης μιας νέας αξιολόγησης. Σε μια περίπτωση, η ESMA ανακάλυψε αξιολόγηση που δημοσιεύτηκε πέντε ημέρες μετά την ολοκλήρωσή της και σε μια άλλη περίπτωση η αξιολόγηση δημοσιεύτηκε δύο εβδομάδες μετά.

Επίσης, ανακαλύφθηκε ότι οι οίκοι αξιολόγησης ανέθεταν καθήκοντα επικεφαλής αναλυτή για μια χώρα σε άπειρα ή νεοπροσληφθέντα στελέχη. Οι οίκοι αξιολόγησης «θα πρέπει να επιταχύνουν τη διαδικασία αξιολόγησης και να βάλουν σε τάξη τον οίκο τους», είπε ο κ. Μάγιορ, προσθέτοντας ότι Moody’s, Fitch και S&P θα πρέπει να αναλάβουν δράση προκειμένου να συμμορφωθούν πλήρως με την ευρωπαϊκή νομοθεσία.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ