ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Το έλλειμμα του 2009, η μεγάλη έκπληξη

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ, ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΕΛΛΙΣ, ΕΛΕΝΗ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗ

Ο υπουργός Οικονομικών Γ. Παπακωνσταντίνου με τον πρόεδρο του Eurogroup Ζαν-Κλοντ Γιουνκέρ σε συνεδρίαση του Eurogroup, στις Βρυξέλλες, την 1η Δεκεμβρίου.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Στις 19 Οκτωβρίου 2009, ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου ταξιδεύει στο Λουξεμβούργο για να συμμετάσχει στο πρώτο του Eurogroup ως υπουργός Οικονομικών. Λόγω της αλλαγής κυβέρνησης, η Ελλάδα δεν είναι στην ατζέντα, παρότι η προθεσμία για την παρουσίαση δημοσιονομικών μέτρων απέχει μόλις οκτώ ημέρες. Η συνάντηση, λόγω απεργίας γαλακτοπαραγωγών, λαμβάνει χώρα σε έναν πύργο εκτός της πόλης και ξεκινάει με καθυστέρηση.

Στη συνεδρίαση, ο κ. Παπακωνσταντίνου αναφέρει ότι η κυβέρνησή του είχε λάβει ψήφο εμπιστοσύνης μόλις το προηγούμενο βράδυ, εξηγεί τις επιπτώσεις της διεθνούς κρίσης στη χώρα και μετά φτάνει στο διά ταύτα: ενημερώνει τους ομολόγους του ότι το δημοσιονομικό έλλειμμα της Ελληνικής Δημοκρατίας για το 2009 δεν θα είναι 6% του ΑΕΠ –όπως πρόεβλεπε το σημείωμα που είχε στείλει μόλις 17 ημέρες νωρίτερα στην Κομισιόν η κυβέρνηση Καραμανλή– αλλά 12,5% του ΑΕΠ.

Οπως αναφέρει στην «Κ» ο πρώην υπουργός, έδωσε τρεις εξηγήσεις γι’ αυτή τη μεγάλη απόκλιση. «Είπα ότι ήταν προϊόν του οικονομικού κύκλου –δηλαδή της βαθύτερης του αναμενομένου ύφεσης–, του εκλογικού κύκλου –οι δύο εκλογές σήμαιναν αυξημένες δαπάνες, αλλά και χαλάρωση του φοροεισπρακτικού μηχανισμού– αλλά και ενός φαινομένου μη καταγραφής. Δεν έδωσα λεπτομέρειες».

Τρομοκρατήθηκαν

Η σημασία της ανακοίνωσης δεν γίνεται άμεσα αισθητή. Μετά τον Ελληνα υπουργό μιλάει ο επίτροπος Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων Χοακίν Αλμούνια, ο οποίος αναφέρει ότι ούτως ή άλλως η Eurostat είχε θέσει υπό αμφισβήτηση τα ελληνικά στοιχεία και ότι θα δώσει εντολή για εις βάθος έρευνα της υπόθεσης. Μόνο ο πρόεδρος της ΕΚΤ Ζαν-Κλοντ Τρισέ, σύμφωνα με τον κ. Παπακωνσταντίνου, αναφέρει ότι το εύρος της μη καταγραφής αποτελεί πρόβλημα που ξεφεύγει από τα ελληνικά σύνορα. Ο Τόμας Βίζερ, ο Αυστριακός πρόεδρος του Euro Working Group, που ήταν παρών στη συνεδρίαση, δηλώνει στην «Κ» ότι στο άκουσμα αυτών των αριθμών από το στόμα του καινούργιου Ελληνα υπουργού «οι υπόλοιποι υπουργοί τρομοκρατήθηκαν. Ομως εκείνη τη στιγμή δεν είχαμε ιδέα ότι οι συνέπειες θα ήταν τόσο συστημικές».

Το ίδιο βράδυ, στη συνέντευξη Τύπου που παραχωρεί, ο πρόεδρος του Eurogroup Ζαν-Κλοντ Γιουνκέρ υιοθετεί ένα πιο σκληρό τόνο. «Το παιχνίδι τέλειωσε. Χρειαζόμαστε σοβαρά στατιστικά στοιχεία», τονίζει ο πρωθυπουργός του Λουξεμβούργου. Την επόμενη μέρα, στο περιθώριο του Ecofin, o κ. Αλμούνια έχει συνομιλία με τον κ. Παπακωνσταντίνου, στον οποίο μεταφέρει την πίεση που νιώθει και ο ίδιος, ως επόπτης των εθνικών στατιστικών του κρατών - μελών.

Η δήλωση Γιουνκέρ προκάλεσε αίσθηση και έστρεψε για πρώτη φορά τα ανακριτικά φώτα της διεθνούς δημοσιότητας πάνω στην Ελλάδα. Από πολλές απόψεις, ήταν η πρώτη σκηνή του σίριαλ τρόμου που θα τιτλοφορείτο «Η ελληνική κρίση». «Δεν θυμάμαι λεπτομερώς τι σκεφτόμουν εκείνη την ημέρα και δεν ήταν η μοναδική ημέρα που ήμουν θυμωμένος», είχε πει για εκείνη τη μέρα ο κ. Γιουνκέρ, μιλώντας στους «Νέους Φακέλους». Ο υποψήφιος του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, σήμερα, για την προεδρία της Κομισιόν είχε προσθέσει, εξηγώντας τον αυστηρό του τόνο, πως «δεν ήταν έκπληξη ότι το έλλειμμα ήταν υψηλότερο από όσο γνωρίζαμε, αλλά ήταν δυσθεώρητα υψηλότερο» και «μέχρι τότε πάντα μας δίνονταν στοιχεία που δεν αντιστοιχούσαν στην πραγματικότητα».

«Ολοι φταίνε...»

Πάντως, ο διευθυντής του οικονομικού ινστιτούτου Μπρούγκελ στις Βρυξέλλες Ζαν Πιζανί υποστηρίζει ότι ευθύνες έχουν και οι Ευρωπαίοι: «Ολοι φταίνε γι’ αυτό. Οταν η Eurostat πρότεινε να στείλει αποστολή στην Αθήνα για να κοιτάξει από κοντά τα στοιχεία, η Γαλλία και η Γερμανία αρνήθηκαν, ακριβώς γιατί δεν ήθελαν η Eurostat να αποκτήσει περισσότερη δύναμη που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον τους στο μέλλον».

Μεταξύ της 20ής Οκτωβρίου του 2009 και του Ιανουαρίου του 2010, η κρίση δεν είχε εκδηλωθεί πλήρως. Στο διάστημα αυτό, παρά τα πολλαπλά σήματα από τις αγορές, η κυβέρνηση Παπανδρέου αδράνησε. Για πολλούς, αυτή η αδράνεια ήταν που οδήγησε τη χώρα στον γκρεμό και στην τρόικα.

Μπορούσε όμως η νέα κυβέρνηση πραγματικά να αποτρέψει τον αποκλεισμό της Ελλάδας από τις διεθνείς αγορές, ακόμα κι αν επέβαλλε άμεσα δραστικά μέτρα λιτότητας; Και γιατί καθυστέρησε τόσο πολύ να δράσει; Για να απαντηθούν τα ερωτήματα, πρέπει να ξεκινήσουμε από την αρχή της θητείας της τελευταίας μονοκομματικής κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ.

Οταν δύο υπουργοί θέλουν γραφείο με θέα στην πλατεία...

Το βράδυ της Κυριακής 4ης Οκτωβρίου 2009, ο Γιώργος Παπανδρέου φτάνει στα γραφεία του ΠΑΣΟΚ στην Ιπποκράτους. Το μαζεμένο πλήθος τον υποδέχεται με σημαίες, κόρνες και καπνογόνα. Εχει μόλις κερδίσει πανηγυρικά με 43,9% των ψήφων, 10 μονάδες μπροστά από τη Νέα Δημοκρατία. Τα ένα πράγμα που σίγουρα ξέρει όσον αφορά την οικονομία είναι ότι το έλλειμμα έχει τάση να φτάσει σε διψήφιο νούμερο στο τέλος της χρονιάς – όπως τον έχει ενημερώσει προεκλογικά ο κεντρικός τραπεζίτης της χώρας Γ. Προβόπουλος. Λίγες ημέρες πριν από τις εκλογές, μιλώντας σε στενό κύκλο, έλεγε ότι «η καλύτερη λύση, όπως μου λένε και διάσημοι Αμερικανοί οικονομολόγοι, θα ήταν να σβήσουμε μονομερώς το χρέος μας. Αλλά αυτά δεν γίνονται βέβαια».

Τρεις μέρες αργότερα, στο κτίριο του πιο σημαντικού υπουργείου εκείνη τη συγκυρία, έχει ξεσπάσει αντιπαράθεση μεταξύ Γ. Παπακωνσταντίνου και Λούκας Κατσέλη για το ποιος θα έχει το καλύτερο γραφείο με θέα στο Σύνταγμα. Είναι ακόμη ασαφές ποιος θα έχει το πάνω χέρι στην οικονομική πολιτική της κυβέρνησης. Ενώ ο κ. Παπακωνσταντίνου ενημερώνει ότι η παράδοση θα γίνει σε αυτόν, την ίδια στιγμή, οι άνθρωποι της κ. Κατσέλη, όπως θυμάται ο απερχόμενος υπουργός Γ. Παπαθανασίου, έχουν μπει στο υπουργικό γραφείο με σκοπό να εγκατασταθούν. Τελικά και οι δύο υπουργοί αποκτούν γραφείο με θέα στην πλατεία. Είναι μία σολομώντειος λύση, που είναι εμβληματική της διάστασης απόψεων στην οικονομική πολιτική που θα ταλανίσει την κυβέρνηση τους ερχόμενους μήνες.

Την επόμενη μέρα ο κ. Παπακωνσταντίνου, μαζί με τον υφυπουργό του, Φίλιππο Σαχινίδη, ξεκινούν καθημερινές οκτάωρες συναντήσεις με τα στελέχη του υπουργείου για να απαντήσουν το πλέον βασικό ερώτημα: Ποιος ξοδεύει τι στο ελληνικό Δημόσιο. Στη μεγάλη αίθουσα συσκέψεων, όπου δεσπόζουν οι φωτογραφίες όλων των προκατόχων του, ο νέος υπουργός ανακαλύπτει καθημερινά δυσάρεστες εκπλήξεις και παραλείψεις. Κάθε απόγευμα κάνει την ίδια ερώτηση: «Αυτά είναι παιδιά;» –εννοώντας αν έχουν αναφερθεί όλες οι τρύπες– και κάθε φορά σηκώνεται ένα χέρι: «Ξέρετε, υπάρχει αυτό το κενό 100 - 200 εκατ.», που δεν εγγράφονται ή υπο-εκτιμώνται, «μία άσπρη τρύπα στα ασφαλιστικά ταμεία, που ανεβοκατεβαίνει κατά το δοκούν, ύποπτοι δείκτες μεταβλητότητας», «700 εκατ. στο ταμείο ασφαλισμένων της ΔΕΗ (εγγράφονταν μόνο στον λογαριασμό αποκρατικοποιήσεων, όχι στον προϋπολογισμό)»... «Κάθε μέρα που περνούσε έβγαιναν σκελετοί από το ντουλάπι», θυμάται ο τότε υπουργός.

«Καμπανάκι»

Στις 9 Οκτωβρίου, τρεις μέρες μετά μία πρώτη συνάντηση, παρόντος του πρωθυπουργού και της κ. Κατσέλη, στην οποία ο κ. Προβόπουλος αποκαλύπτει ότι το ταμειακό έλλειμμα του εννεαμήνου είναι ήδη διψήφιο, ο κ. Παπακωνσταντίνου συναντάται ξανά με τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος. Αμέσως μετά τη νέα αυτή συνάντηση, στην οποία συμμετέχει και ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών Φίλιππος Σαχινίδης, o κ. Προβόπουλος, κατόπιν συνεννόησης, προβαίνει στη γνωστή δήλωση ότι «με τη δυναμική που έχει αναπτύξει», το έλλειμμα «θα φτάσει, εάν δεν ξεπεράσει, το 12% του ΑΕΠ». Ο λόγος της δήλωσης, σημειώνει στην «Κ» ο κ. Προβόπουλος, «ήταν για να ηχήσει ένα “καμπανάκι” στην κυβέρνηση και να το αξιοποιήσει έτσι ώστε να απεμπλακεί από τις προεκλογικές της δεσμεύσεις. Κάτι που, δυστυχώς, δεν έγινε», συμπληρώνει.

Ετσι, το «καμπανάκι» και o δημοσιονομικός εκτροχιασμός επί Ν.Δ., αντί να γίνουν o άξονας της στροφής προς ένα φιλόδοξο πρόγραμμα εξυγίανσης των δημοσίων οικονομικών, εντάσσονται σε μία παραδοσιακή στρατηγική μεγιστοποίησης της ευθύνης της προηγούμενης κυβέρνησης. Ο πρωθυπουργός και ο υπουργός Οικονομικών υποτιμούν την υπονόμευση της ευρωπαϊκής εμπιστοσύνης προς τις ελληνικές αρχές που είχε προκαλέσει η απογραφή του 2004. Η εμπιστοσύνη αυτή, με τις δικές τους αποκαλύψεις, καταρρέει ολοσχερώς.

Πολιτική αντιδικία για το διψήφιο νούμερο

Εκείνη την περίοδο από την πλευρά της Ν.Δ. αναφερόταν ότι το έλλειμμα φούσκωσε προκειμένου να είναι πιο εύκολο για το ΠΑΣΟΚ να πάρει κάποια μέτρα και συγχρόνως να ρίξει το φταίξιμο στην κυβέρνηση Καραμανλή. Για τον Παπακωνσταντίνου αυτό δεν ισχύει. «Θα ήτανε αυτοπυροβολισμός» λέει. «Θα μπορούσαμε να κάνουμε και μία πολιτική λίγο πιο χαλαρή αν θέλετε, με ένα έλλειμμα 10%». Για τον προκάτοχό του Γ. Παπαθανασίου ήταν πολιτική απόφαση «να τα φορτώσεις όλα σε μια χρονιά για να ξεκινήσεις καλύτερα την επόμενη ώστε να μη χρειάζεται να κάνεις κάτι για να μειωθεί το έλλειμμα».

Οι τελευταίες εβδομάδες του Δημήτρη Τζαννίνη ως προέδρου του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων, μέχρι την αντικατάστασή του στις 26 Οκτωβρίου από τον Γιώργο Ζανιά, ήταν ιδιαίτερα δυσάρεστες. Οπως εξιστορεί στην «Κ», την πρώτη εβδομάδα της νέας κυβέρνησης υπεβλήθη σε «ανάκριση» από τον Γ. Παπακωνσταντίνου και τον Φ. Σαχινίδη και στη συνέχεια αντιμετωπιζόταν με διαρκή καχυποψία. Στην πρώτη του συνάντηση με τη νέα πολιτική ηγεσία, όπως λέει, τον ρωτούσαν περισσότερο για το έλλειμμα του 2008 (το οποίο είχε προ ημερών αναθεωρηθεί «ελαφρώς» προς τα πάνω) παρά για την τρέχουσα χρονιά. «Προσπάθησα να τους πω ότι δεν είναι αυτό το κρίσιμο θέμα και ότι αν δεν ανακοινώσουν τα μέτρα που ανέμενε η Κομισιόν ώς τις 27 Οκτωβρίου, θα μπαίναμε σε καθεστώς σκληρής επιτήρησης. Η απάντηση του υπουργού ήταν ότι ίσως αυτό συμφέρει».

Σύμφωνα με τον κ. Τζαννίνη, ο κ. Παπακωνσταντίνου διακατεχόταν από υπερβολική εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορούσε τη διαχείριση των Ευρωπαίων εταίρων, αλλά και των αγορών. Η Ντόρα Μπακογιάννη παρατηρεί ότι η πρώτη εμφάνιση του νέου υπουργού στο Eurogroup ήταν «σαν να μιλά για το εκτελεστικό γραφείο του ΠΑΣΟΚ». «Είπε ότι η Ν.Δ. έδινε ψεύτικα στοιχεία, αλλά παρ’ όλα αυτά θα τηρήσουμε όσα έχουμε υποσχεθεί και θα δώσουμε λεφτά», σημειώνει η πρώην υπουργός Εξωτερικών.

Σύμφωνα με μία μαρτυρία, ο κ. Παπακωνσταντίνου χαρακτήρισε «πολιτική απόφαση» την ανακοίνωση διψήφιου ελλείμματος για το 2009. Οταν ο συγκεκριμένος συνομιλητής επιχείρησε να τον αποτρέψει, λέγοντας ότι η αντίδραση των αγορών θα ήταν τιμωρητική, ο υπουργός δεν έδειξε να πτοείται. Σε νέα επικοινωνία τους κάποιες εβδομάδες αργότερα, αφού είχε γίνει η ανακοίνωση των νέων στοιχείων στο Eurogroup, o κ. Παπακωνσταντίνου ανέφερε τη μη αύξηση των spreads ως απόδειξη ότι είχε δίκιο να μην ανησυχεί. Ο κ. Παπακωνσταντίνου απαντά ότι αν χρησιμοποίησε τη φράση «πολιτική απόφαση», αναφερόταν στη βούληση μη περαιτέρω απόκρυψης της στατιστικής πραγματικότητας.

Η πρόβλεψη και τα στοιχεία

Ο Μανώλης Κοντοπυράκης, τελευταίος επικεφαλής της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας, έχει καταγγείλει ότι ο κ. Παπακωνσταντίνου τον υποχρέωσε δύο φορές να αλλάξει το έλλειμμα του 2009, καθώς εξέταζε διαφορετικά σενάρια για το τι θα στείλει στην Ευρώπη ως πρόβλεψη για το έτος (η πρόβλεψη ήταν τότε ευθύνη του υπουργού). Ο κ. Παπακωνσταντίνου θυμάται ότι τότε είχε καλέσει τον Μ. Κοντοπυράκη στο γραφείο του και τον είχε ρωτήσει: «Πώς είναι δυνατόν να έχει στείλει η χώρα έλλειμμα 6% πρόβλεψη του χρόνου όταν τα ταμειακά στοιχεία δείχνουνε ότι είμαστε ήδη στο 10%;». Σε κάθε περίπτωση, αρνείται κατηγορηματικά ότι του ζήτησε να αλλάξει οτιδήποτε.

Παρότι οι πιο τραβηγμένες θεωρίες περί «φουσκώματος» του ελλείμματος του 2009 από τη νέα κυβέρνηση δεν ευσταθούν –το έργο, άλλωστε της νέας, ανεξάρτητης Ελληνικής Στατιστικής Αρχής εγκρίθηκε χωρίς τους παραδοσιακούς αστερίσκους από τη Eurostat– η μομφή της χαλαρής διαχείρισης τους τελευταίους τρεις μήνες του 2009 έχει μία βάση. Για παράδειγμα, το ΠΑΣΟΚ κατήργησε την τακτοποίηση των ημιυπαίθριων (ο κ. Παπακωνσταντίνου εξηγεί την απόφαση αναφέροντας τα πενιχρά έσοδα, αλλά ήταν πενιχρά γιατί το κόμμα του έχει δεσμευθεί προεκλογικά να καταργήσει το μέτρο), ενώ δεν εισέπραξε το ΕΤΑΚ του 2009. Ακόμα και η έκτακτη εισφορά στις κερδοφόρες επιχειρήσεις, που απέφερε ένα δισ. ευρώ για το 2009, επιχειρήθηκε να καταμετρηθεί το 2010.

Χωρισμένη σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ

Η ανακοίνωση του εξωφρενικού ελλείμματος και οι εξαγγελίες του νέου υπουργού Οικονομικών για ένα νέο ξεκίνημα δημιουργούν προσδοκίες στις διεθνείς αγορές ότι η Ελλάδα επιτέλους προτίθεται να αναλάβει δράση. Τα spreads παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα. Ο Γιώργος Παπανδρέου ταξιδεύει στις Βρυξέλλες στα τέλη Οκτωβρίου και γίνεται δεκτός θετικά από τους ομολόγους του, οι οποίοι στηρίζουν την πρόθεσή του να καταπιαστεί με τα βαθύτερα αίτια του ελληνικού προβλήματος, όχι μόνο με το άμεσο, οξύ δημοσιονομικό σύμπτωμα. Ο μόνος που τονίζει την ανάγκη άμεσης μείωσης μισθών και συντάξεων είναι ο επικεφαλής της ΕΚΤ Ζαν-Κλοντ Τρισέ.

Εξαιτίας της περιορισμένης αντίδρασης, τα περισσότερα μέλη του υπουργικού συμβουλίου δεν αντιλαμβάνονται το κρίσιμο των περιστάσεων και ότι δεν θα μπορέσουν να υλοποιήσουν αυτά που υπόσχονταν λίγες μόλις μέρες πριν σε μπαλκόνια, τηλεοπτικά παράθυρα και ομιλίες. Ακόμα και το πάγωμα μισθών πάνω από 2.000 ευρώ στο Δημόσιο θα σταθεί αφορμή για έντονες συζητήσεις για το αν αφορά μεικτές ή καθαρές αποδοχές.

Είναι σαφές από νωρίς ότι η κυβέρνηση είναι διχασμένη. Του ενός στρατοπέδου –πλειοψηφικού τόσο στο υπουργικό συμβούλιο όσο και στο κόμμα– ηγείται η βασική προεκλογική οικονομική σύμβουλος του Γιώργου Παπανδρέου και υπουργός Οικονομίας, Λούκα Κατσέλη. Υπέρμαχος της ήπιας προσαρμογής, στηρίζει την άποψη ότι πρέπει οι προεκλογικές δεσμεύσεις να τηρηθούν. Στην αντίπερα όχθη, ο υπουργός και ο υφυπουργός Οικονομικών, που γνωρίζουν καλύτερα από κάθε άλλον την οικονομική κατάσταση της χώρας και δέχονται τα μηνύματα από την Ευρώπη και τις αγορές, πιέζουν για ταχύτερη δημοσιονομική προσαρμογή. Το οικονομικό γραφείο του πρωθυπουργού, με επικεφαλής τον Ηρακλή Πολεμαρχάκη, είναι σαφώς υπέρ της δεύτερης γραμμής, αλλά του λείπει η πολιτική πυγμή. Ο κ. Παπανδρέου παραμένει διχασμένος.

«Είχαμε στην πραγματικότητα χωριστεί σε δύο στρατόπεδα από την πρώτη κιόλας στιγμή», λέει ο τότε υπουργός Εσωτερικών Γιάννης Ραγκούσης. Οι πρώτες αντιδράσεις για την έμφαση στη δημοσιονομική προσαρμογή, που προτείνουν Παπακωνσταντίνου και Σαχινίδης, είναι ξαφνιάσματος, έκπληξης, δυσπιστίας. Το υπουργικό συμβούλιο αποφασίζει ότι είναι σημαντικό να μην καταστεί αναξιόπιστη η κυβέρνηση από την πρώτη κιόλας μέρα, αλλά και ο πρωθυπουργός προσωπικά: «Δηλαδή άλλα να έχει πει πριν από λίγες εβδομάδες, άλλα να κάνει τις αμέσως επόμενες», λέει ο τότε υπουργός Εσωτερικών. Ο Χρ. Παπουτσής αντιτάσσεται σθεναρά σε οποιαδήποτε περικοπή επιδομάτων και «ελάχιστοι είναι αυτοί που τότε καταλαβαίνουν ότι αν αναγκάζονταν να πάρουν μέτρα αργότερα, η αξιοπιστία θα χανόταν με πολύ χειρότερο τρόπο καθώς πια θα ήταν αποτέλεσμα αποτυχίας της δικής τους πολιτικής και δεν θα λαμβανόταν ως αποτέλεσμα κακής διαχείρισης της προηγούμενης κυβέρνησης», λέει ο κ. Ραγκούσης.

Η κ. Κατσέλη εμμένει και σήμερα ότι οι περικοπές μισθών και συντάξεων ήταν η λάθος επιλογή. Οπως δηλώνει στην «Κ», υπήρχε άλλος δρόμος: «Μείωση της φαρμακευτικής δαπάνης, από την οποία εξοικονομήσαμε ένα δισ. ευρώ το 2010, αυστηρός ηλεκτρονικός έλεγχος των προμηθειών γενικότερα, εξυγίανση των οικονομικών της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Και πλήρης αναδιοργάνωση της φορολογικής διοίκησης και διεύρυνση της φορολογικής βάσης».

«Δεν τολμούσαμε»

Ωστόσο, όπως δηλώνει στην «Κ» ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Παπανδρέου, Θεόδωρος Πάγκαλος, που συμμετείχε την περίοδο εκείνη σε μία ολιγομελή ομάδα εργασίας με τον πρωθυπουργό και το οικονομικό επιτελείο, δεν νοούνται πραγματικές περικοπές χωρίς να αγγιχθούν οι μισθοί και οι συντάξεις, που είναι το «σημαντικότερο μέρος» της κρατικής δαπάνης. Προεκλογικά «δεν τολμούσαμε να μιλήσουμε για πάγωμα», παραδέχεται σήμερα ο κ. Πάγκαλος, σημειώνοντας ότι «αν το λέγαμε μαζί με τον Καραμανλή, ίσως να προϊδέαζε τον κόσμο». Την εμμονή, ακόμα και μετεκλογικά, στην περιστολή μόνο της μη μισθολογικής «σπατάλης» και στην πάταξη της φοροδιαφυγής, ο κ. Πάγκαλος την αποδίδει στην επιρροή της Αριστεράς στις τάξεις του ΠΑΣΟΚ, «που έχει καταστρέψει αυτόν τον τόπο». «Η παράδοση της Αριστεράς λέει ότι θα πλήξουμε τη φοροδιαφυγή, τους έχοντες και τους κατέχοντες. Τους έχοντες όμως είναι δύσκολο να τους πλήξεις και παίρνει πολύ χρόνο».

Το τελικό σχέδιο του προϋπολογισμού (20 Νοεμβρίου) προβλέπει μείωση του ελλείμματος του 2010 από 12,5% σε 9,5% του ΑΕΠ. Μέρος της προσαρμογής οφείλεται στη μη επανάληψη εφάπαξ δαπανών (προς την Ολυμπιακή Αεροπορία, για τις εκλογές και –κυρίως– για χρέη νοσοκομείων). Παράλληλα, η κυβέρνηση μένει πιστή στις προεκλογικές δεσμεύσεις για αύξηση δαπανών 2,5 δισ. ευρώ (επίδομα αλληλεγγύης, δαπάνες Παιδείας), ενώ αυξάνονται και οι αγροτικές συντάξεις. Η εισοδηματική πολιτική προβλέπει αυξήσεις 1,5%, αλλά και περιορισμό υπερωριών και επιτροπών. Το συνολικό κονδύλι για τους μισθούς στο Δημόσιο είναι αυξημένο κατά 2,6% σε σχέση με το 2009 (στο προσχέδιο η αύξηση ήταν 3,5%).

Ο κ. Παπακωνσταντίνου αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο να υπάρξει συμπληρωματικός προϋπολογισμός. Την ίδια μέρα, ωστόσο, ο πρωθυπουργός δηλώνει ότι η κυβέρνηση «υλοποιεί τις προεκλογικές της δεσμεύσεις».

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αμέσως μετά την κατάθεση του προϋπολογισμού εκφράζει επιφυλάξεις για τα μέτρα που περιέχει. Η μείωση του ελλείμματος με αύξηση φορολογικών εσόδων και ελάχιστη μείωση των δαπανών είναι κάτι που δεν αρέσει στους Ευρωπαίους. Συγχρόνως ο Χ. Αλμούνια αφήνει να εννοηθεί ότι προτείνει να παρθούν πρόσθετα μέτρα για τον προϋπολογισμό.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ