ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Οι υποβαθμίσεις και οι σύμβουλοι του Παπανδρέου

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΕΛΛΙΣ, ΕΛΕΝΗ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗ, ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

Ο Δεκέμβριος 2009 είναι ο μήνας των υποβαθμίσεων, αλλά και της κορύφωσης της σύγκρουσης στο εσωτερικό της κυβέρνησης. Στις 25 Νοεμβρίου, η Dubai World, το επενδυτικό άρμα του εμιράτου του Ντουμπάι, προκαλεί ευρεία αναταραχή στις αγορές ανακοινώνοντας την παράταση των λήξεων των χρεογράφων της για έξι μήνες. Σε αυτό το κλίμα, στις 8 Δεκεμβρίου, η Fitch προχωρά στη δεύτερη υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας σε λιγότερο από 50 ημέρες και τη βυθίζει κάτω από το κλιμάκιο Α για πρώτη φορά μετά 10 χρόνια. Την ημέρα εκείνη, ο Γενικός Δείκτης του Χ.Α. χάνει 6,04% της αξίας του.

Τα ηχηρότατα αυτά μηνύματα, ωστόσο, δεν λαμβάνονται υπόψη. Ο Λορένζο Μπίνι Σμάγκι, μέλος τότε της εξαμελούς εκτελεστικής επιτροπής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, μιλά στην «Κ» για «απόλυτη υποτίμηση» του επείγοντος της κατάστασης από την κυβέρνηση Παπανδρέου. «Νόμιζαν ότι θα είχαν περισσότερο χρόνο για την προσαρμογή, γιατί αρχικά οι αγορές δεν ασκούσαν έντονες πιέσεις». Το πρώτο σχέδιο νόμου που φέρνει η κυβέρνηση στη Βουλή την 1η Δεκεμβρίου αφορά το επίδομα αλληλεγγύης, δημοσιονομικού κόστους ενός δισ. ευρώ (τελικά θα καταβληθούν μόνο τα 500 εκατ.). Στις 11 του μηνός, σε συνέντευξη Τύπου μετά τη Σύνοδο Κορυφής στις Βρυξέλλες, ο Γ. Παπανδρέου αρνείται ευθέως την ανάγκη για πάγωμα αποδοχών και επιμένει ότι η χώρα «δεν βρίσκεται στο χείλος του γκρεμού». Παράλληλα, ο ίδιος και άλλα στελέχη του ΠΑΣΟΚ αποδίδουν τις δυσκολίες της Ελλάδας στην αναξιοπιστία των οίκων αξιολόγησης και στους κερδοσκόπους.

Λίγο πριν από την παρουσίαση του οικονομικού προγράμματος της κυβέρνησης στο Ζάππειο στις 14 Δεκεμβρίου, ο στενός συνεργάτης του πρωθυπουργού και υπουργός Επικρατείας Χάρης Παμπούκης καλεί τον κ. Γιώργο Παπακωνσταντίνου και την κ. Λούκα Κατσέλη στο πρωθυπουργικό γραφείο. Είναι η ώρα που ο κ. Παπανδρέου θα αποφασίσει ποια θα είναι η οικονομική πολιτική που θα ακολουθήσει η κυβέρνηση. Η κ. Κατσέλη υποστηρίζει στη σύσκεψη αυτό που πιστεύει ακόμα και σήμερα: ότι οι μειώσεις μισθών και συντάξεων θα έχουν επιπτώσεις στην αγοραστική δύναμη νοικοκυριών και πρέπει να αποφευχθούν. Ο υπουργός Οικονομικών επιμένει στην ανάγκη περικοπών. Στο Ζάππειο φωτογράφοι, λουλούδια και φώτα είναι στημένα στο περιστύλιο θυμίζοντας περισσότερο προεκλογική συγκέντρωση παρά εξαγγελία οικονομικής πολιτικής σε μια χώρα σε κρίση.

Ανοιχτά και δημόσια ο πρωθυπουργός παίρνει σαφή θέση. Η λογική της ήπιας προσαρμογής έχει για μια ακόμη φορά επικρατήσει. Οι προεκλογικές υποσχέσεις θα τηρηθούν και το μείγμα δεν πρόκειται να αλλάξει. Ο κ. Παπανδρέου παρουσιάζει το όραμά του για την ανασύνταξη της χώρας, πιστός στη λογική αντιμετώπισης του ελληνικού προβλήματος στις ρίζες του. Είναι σαν να σχεδιάζει τη ριζική ανακαίνιση του σπιτιού του ενώ αυτό καίγεται. Επαναλαμβάνει ότι, παρότι «είναι εύκολο να μειώσουμε μισθούς και συντάξεις για να ικανοποιήσουμε προσωρινώς τις αντιλήψεις της διεθνούς οικονομικής ελίτ [...] δεν είναι εκεί το μεγάλο μας πρόβλημα».

Την ομιλία, όμως, την ακούν και στο εξωτερικό. Ο Γερμανός οικονομολόγος Ντάνιελ Γκρος θυμάται ότι «όταν άκουσα για πακέτα τόνωσης της οικονομίας και έμαθα ποιος συμβούλευε τον Παπανδρέου, σκέφτηκα αυτό δεν θα πάει καλά. Για μια χώρα με ισχυρό εμπορικό ισοζύγιο ή για την Αμερική που μπορεί να τυπώσει δολάρια, τα πακέτα τόνωσης είναι καλή ιδέα. Για μια χώρα με μεγάλο χρέος, μεγάλο εμπορικό έλλειμμα, μεγάλο δημοσιονομικό έλλειμμα, με μεγάλα πακέτα στήριξης, είναι το τελευταίο που πρέπει να κάνει κανείς». Οντως εκείνη την εποχή οι σύμβουλοι στο Μαξίμου για την οικονομική πολιτική είναι από την άλλη όχθη του Ατλαντικού με περιορισμένη γνώση του ευρώ και πολύ λιγότερη της ελληνικής πραγματικότητας.

Νέες υποβαθμίσεις

Δύο ημέρες μετά το Ζάππειο, στις 16 Δεκεμβρίου, η S&P ρίχνει το αξιόχρεο της Ελλάδας σε κατηγορία Β, προϊδεάζοντας και για νέες υποβαθμίσεις. Η ανησυχία σε ελληνικούς τραπεζικούς κύκλους αρχίζει και κορυφώνεται: η ΕΚΤ αναμένεται μέσα στο 2010 να αυξήσει το κατώφλι της αξιολόγησης των ομολόγων που δέχεται ως ενέχυρα για να δανείζει σε πιστωτικά ιδρύματα στην Ευρωζώνη, από ΒΒB- σε ΑΑΑ-. Με τη νέα κατάσταση που διαμορφώνεται μετά τις υποβαθμίσεις, αυτό συνεπάγεται ότι οι τράπεζες δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα ελληνικά ομόλογα στα χαρτοφυλάκιά τους για να δανειστούν από τη Φρανκφούρτη.

Τα spreads έχουν ξεκινήσει την ανηφόρα τους προς τα Ιμαλάια της χρεοκοπίας: από 169 μονάδες βάσης πριν από την ανακοίνωση της Dubai World, ξεπερνούν στις 17 Δεκεμβρίου τις 250 μ.β., πλησιάζοντας τα επίπεδα στα οποία είχαν φτάσει στις αρχές του έτους. Στις συνθήκες αυτές, η τρίτη υποβάθμιση –από τη Moody’s, στις 22 του μηνός– έρχεται σχεδόν σαν ανακούφιση: ο μεγαλύτερος των τριών οίκων αξιολόγησης μειώνει την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας κατά μόνο μία βαθμίδα και τη διατηρεί στην κατηγορία Α.

Η ιδέα της «ιδιωτικής τοποθέτησης»

Οι δανειακές ανάγκες της Ελλάδας –αν πετύχαινε τους δημοσιονομικούς στόχους του προϋπολογισμού– κυμαίνονταν γύρω στα 54 δισ. ευρώ το 2010. Στις αρχές Ιανουαρίου, είχε ήδη αρχίσει να φαίνεται σκοτεινό και ανυπέρβλητο στον ορίζοντα το εμπόδιο της 19ης Μαΐου, όταν θα έληγε ομόλογο αξίας 8,5 δισ. ευρώ.

Στις αρχές Νοεμβρίου του 2009, δύο εβδομάδες μετά τις αποκαλύψεις του Eurogroup, η κυβέρνηση είχε αντλήσει 7 δισ. με την έκδοση 15ετούς ομολόγου, η απόδοση του οποίου ήταν 5,38% ― μόλις 147 μ. β. υψηλότερο από το αντίστοιχο γερμανικό. Στις ερχόμενες εβδομάδες, ωστόσο, καθώς η πίεση από τις αγορές σταθερά αυξανόταν, το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης άρχισε να σκέφτεται εναλλακτικές μορφές χρηματοδότησης.

Τον Νοέμβριο, κορυφαία στελέχη της γνωστής νεοϋορκέζικης επενδυτικής τράπεζας Goldman Sachs, μεταξύ των οποίων και ο πρόεδρος του Δ.Σ. Γκάρι Κον, συναντιούνται με τον κ. Παπανδρέου στο ξενοδοχείο «Πεντελικόν» της Κηφισιάς. Ο πρωθυπουργός συναντάται επίσης με τον Πίτερ Σάδερλαντ, πρώην Ευρωπαίο επίτροπο και πρόεδρο Δ.Σ. της βρετανικής θυγατρικής της Goldman. Ο κ. Παπανδρέου συζητά με τους τραπεζίτες την ιδέα των πράσινων ευρωομολόγων, για έργα αειφόρου ανάπτυξης. Τα στελέχη της Goldman προτείνουν οκτώ ιδέες για χρηματοοικονομική διαχείριση του χρέους (όπως διαφόρων ειδών τιτλοποιήσεις περιουσιακών στοιχείων) που δεν εγκρίνονται, εν μέρει λόγω φόβων ότι θα εκληφθούν ως νέες μορφές δημιουργικής λογιστικής.

Σύμφωνα με διασταυρωμένες πηγές, η Goldman Sachs σε αυτή τη φάση προτείνει να γίνει μία «ιδιωτική τοποθέτηση» (private placement), αντί απευθείας εξόδου στις αγορές. Η τράπεζα θα αναλάμβανε τη συγκέντρωση ενός ποσού από 5-6 μεγάλα funds για το δανεισμό της Ελλάδας. Το σχέδιο ήταν η επιτυχής ολοκλήρωση του private placement να αναθερμάνει το κλίμα στις αγορές για τη χώρα μας, ώστε στη δημόσια προσφορά που θα ακολουθούσε να υπάρξει μεγάλη ζήτηση και μειωμένο επιτόκιο.

Το εγχείρημα δεν προχωρά. Σύμφωνα με μία εκδοχή, η κυβέρνηση το είχε αποδεχθεί και τα funds που θα συμμετείχαν είχαν βρεθεί. Η είδηση ότι θα γινόταν η ιδιωτική τοποθέτηση όμως διέρρευσε και άλλες επενδυτικές τράπεζες προσπάθησαν να οργανώσουν μία αντίστοιχη συναλλαγή. Κάποιες προσέγγισαν τα ίδια funds που είχε προσεγγίσει η Goldman, στέλνοντας ακούσια το μήνυμα ότι η Αθήνα ψάχνει απελπισμένα κεφάλαια και έχει αμολήσει ολόκληρη τη Wall Street σε ένα παγκόσμιο κυνήγι δανειστών. Το αποτέλεσμα, σύμφωνα με την εκδοχή αυτή, ήταν κάποια funds να αποσυρθούν από το αρχικό deal και να αρχίσουν να σορτάρουν την Ελλάδα.

Ο κ. Παπακωνσταντίνου, που έχει δηλώσει στους «Νέους Φακέλους» ότι είχε περάσει από το γραφείο του «κάθε επενδυτική τράπεζα του κόσμου», θυμάται διαφορετικά τα πράγματα. «Ποτέ δεν ήλθε στο τραπέζι κάτι συγκεκριμένο», ισχυρίζεται, ενώ τονίζει ότι και η στάση του ΟΔΔΗΧ ήταν ιδιαίτερα επιφυλακτική. «Μας έλεγαν ότι μία ιδιωτική τοποθέτηση θα έστελνε το μήνυμα ότι φοβόμαστε να βγούμε στις αγορές».

Η εισήγηση Παπανικολάου

Γενικός διευθυντής του ΟΔΔΗΧ ήταν τότε ακόμα ο Σπύρος Παπανικολάου. Ο κ. Παπανικολάου, υπεύθυνος εξωτερικού δανεισμού στην Τράπεζα της Ελλάδος κατά τη δεκαετία του ’80 και του ’90, ήταν στο τιμόνι του ΟΔΔΗΧ από το 2005. Η θητεία έως τις αρχές του 2009 ήταν ανέφελη. Αλλά και τα αυξημένα spreads της ύστερης περιόδου Καραμανλή δεν ήταν τίποτα μπροστά στην καταιγίδα του χειμώνα του 2009-10. «Η δική μου εισήγηση ήταν να βγούμε στις αγορές αμέσως μετά τις γιορτές των Χριστουγέννων, όπως συνηθιζόταν» δηλώνει ο κ. Παπανικολάου. «Δεν εισακούστηκα, γιατί κάποιοι είχαν πείσει το υπουργείο ότι θα τους βρουν 20 δισ. μέσω ιδιωτικής τοποθέτησης» αφηγείται.

Μετά την ακύρωση της ιδιωτικής τοποθέτησης, το υπουργείο προχωρά σε κοινοπρακτική έκδοση πενταετών ομολόγων στις 25 Ιανουαρίου, με την Goldman Sachs ως έναν από τους βασικούς διαχειριστές. Ο αρχικός στόχος ήταν η άντληση 5 δισ. ευρώ. Τελικά, με προσφορές ύψους 25 δισ., η κυβέρνηση δανείζεται 8 δισ. ευρώ. Το επιτόκιο –6,2%– είναι το υψηλότερο από την ένταξη της χώρας στην ΟΝΕ.

Κάποιοι έχουν σταθεί στους αριθμούς αυτούς, σημειώνοντας ότι αν η κυβέρνηση είχε αντλήσει όλο το ποσό –25 δισ. ευρώ– θα είχε ένα μαξιλάρι που θα της είχε επιτρέψει να καλύψει τις λήξεις του Απριλίου και του Μαΐου και θα της είχε δώσει πίστωση χρόνου για να λάβει τα απαραίτητα μέτρα. Επιπλέον, γνώστες της αγοράς αναφέρουν ότι η άντληση των 25 δισ. θα βραχυκύκλωνε τα σχέδια επενδυτικών κεφαλαίων που «σόρταραν» την Ελλάδα και που ήλπιζαν να κλείσουν τις θέσεις των ανοιχτών τους πωλήσεων αγοράζοντας πολύ φθηνά το Μάιο. Ο κ. Παπανικολάου, ωστόσο, εξηγεί ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν εφικτό: «Και τα 8 δισ. που πήραμε πολλά ήταν. Δεν υπήρχαν 25, δεν είναι πραγματική ζήτηση».

Σε κάθε περίπτωση, η εβδομάδα εκείνη που ξεκίνησε με την κοινοπρακτική έκδοση, θα αποτελούσε σημείο καμπής για την Ελλάδα, μετά το οποίο θα ξεκινούσε η αντίστροφη μέτρηση προς το Μνημόνιο. Κάπου μεταξύ Πεκίνου, Νταβός και Λονδίνου, τις ημέρες εκείνες θα χανόταν οριστικά το παιχνίδι...

Οι πρώτες επαφές με το ΔΝΤ και η εμφάνιση του Πόουλ Τόμσεν

Οι επαφές της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο έχουν ξεκινήσει ήδη από τον Νοέμβριο του 2009. Η κυβέρνηση έχει ζητήσει τεχνική βοήθεια σε θέματα διαχείρισης δημόσιων οικονομικών και φορολογικής διοίκησης. Ως σοσιαλιστής, αλλά και φιλέλληνας με στενούς δεσμούς με την Ελλάδα, ο κ. Ντομινίκ Στρος-Καν ήταν κάποιος με τον οποίο ο κ. Γιώργος Παπανδρέου μπορούσε να συνεννοηθεί. Επιπλέον, όπως θυμάται ο κ. Γ. Παπακωνσταντίνου, «παρότι θέλαμε να το αποφύγουμε, είχαμε αντιληφθεί από νωρίς το ενδεχόμενο να χρειαστούμε διάσωση».

Ο κ. Θάνος Βαμβακίδης, στέλεχος του ΔΝΤ από το 1997 έως τον Νοέμβριο του 2010, ήταν από το 2008-2010 μέλος του τμήματος Εγκαιρης Προειδοποίησης, που ανέλυε την πιθανότητα να ξεσπάσουν κρίσεις σε διάφορες χώρες ανά τον κόσμο. Οπως λέει στην «Κ», «από το 2000 και μετά όταν είχαν μειωθεί τα επιτόκια και άρχισε η Ελλάδα να αναπτύσσεται με πολύ γρήγορους ρυθμούς, πιστεύαμε στο Ταμείο ότι είναι κάτι προσωρινό». Οι απαντήσεις των εκάστοτε κυβερνήσεων στις κατά καιρούς προειδοποιήσεις του Ταμείου ήταν ότι «η οικονομία αναπτύσσεται και ότι εμείς κινδυνολογούσαμε». Ακόμα και μετά το ξέσπασμα της διεθνούς κρίσης, η Αθήνα επέμενε ότι «η Ελλάδα δεν είναι εκτεθειμένη σε τοξικά προϊόντα και άρα δεν θα επηρεασθεί».

«Οταν εξελέγη η νέα κυβέρνηση τον Οκτώβριο του 2009», συνεχίζει ο κ. Βαμβακίδης, «έλαβαν ισχυρά μηνύματα και από την Ευρώπη και από το Ταμείο, αλλά δεν συνειδητοποιούσαν το πρόβλημα, γι’ αυτό και ανακοίνωσαν τα νέα στατιστικά στοιχεία χωρίς να πάρουν μέτρα».

Χωρίς εκπροσώπηση

Την περίοδο εκείνη, με την αποχώρηση και μη αντικατάσταση της κ. Μιράντας Ξαφά, η Ελλάδα είναι χωρίς εκπροσώπηση στο Ταμείο. Μετά το Eurogroup του Οκτωβρίου, η Ουάσιγκτον παρακολουθεί πλέον με προσοχή τις εξελίξεις στην Ευρώπη και αρχίζει διακριτικά να κρούει τον κώδωνα του κινδύνου. Τόσο στις διμερείς επαφές με τη Γερμανία και άλλες ισχυρές χώρες της Ε.Ε., όσο και στο πλαίσιο των συζητήσεων που γίνονται στους κόλπους του ΔΝΤ, οι ΗΠΑ –που είναι ο μεγαλύτερος μέτοχος– διαμηνύουν την ανησυχία τους για τον κίνδυνο η ελληνική κρίση να ξεφύγει από τον έλεγχο και να επηρεάσει αρνητικά την παγκόσμια οικονομία.

Ο κ. Πόουλ Τόμσεν, μιλώντας στους «Νέους Φακέλους», ανέφερε ότι η ενασχόλησή του με την Ελλάδα ξεκίνησε κάπου εκεί. Οπως σημείωσε: «Νομίζω ότι τον Δεκέμβριο του 2009 η κυβέρνηση αναφέρθηκε για πρώτη φορά στην πιθανότητα προσφυγής στο ΔΝΤ. Εκείνη τη στιγμή ήταν όμως περισσότερο ένα σχέδιο Β, δεν υπήρξε πραγματικό αίτημα. Μόνο μία πιθανότητα στην οποία αναφέρθηκαν Ελληνες αξιωματούχοι. Γι’ αυτό και όταν ήλθε η αποστολή μας τον Ιανουάριο ήταν πολύ περιορισμένη και επικεντρώθηκε μόνο στην παροχή τεχνικής βοήθειας». Σύμφωνα με τον κ. Βαμβακίδη, «γύρω στον Δεκέμβριο κατάλαβαν ότι χρειαζόταν κάποιο πρόγραμμα, αλλά ακόμη και τότε, η εντύπωση που είχαν ήταν ότι πρόκειται για έναν προσωρινό πανικό των αγορών, ότι θα έπαιρναν μέτρα για ένα χρόνο και τα πράγματα θα βελτιώνονταν».

Τεχνική βοήθεια μόνο

Ο κ. Παπακωνσταντίνου, από την πλευρά του, επιμένει ότι η κυβέρνηση αναζητούσε μία «αμιγώς ευρωπαϊκή λύση». Οπως είχε δηλώσει στους «Νέους Φακέλους», σε ερώτηση για το αν κάποια μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου ήταν υπέρ της εμπλοκής του Ταμείου, η συμμετοχή που επεδίωκαν ήταν «μόνο από πλευράς τεχνικής βοήθειας, δηλαδή βοήθεια σε μια σειρά πραγμάτων όπως η φορολογία, τα δημοσιονομικά, όχι με την έννοια του δανεισμού».

Μιλώντας στους «Νέους Φακέλους», ο κ. Ζαν-Κλοντ Γιουνκέρ είχε δηλώσει «πολύ διστακτικός» απέναντι στη συμμετοχή του Ταμείου: «Ηταν πρόβλημα της Ζώνης του Ευρώ και έπρεπε να το λύσουμε ως Ζώνη του Ευρώ». Ακόμα περισσότερο είχαν θορυβηθεί οι κηδεμόνες της νομισματικής σταθερότητας της Ευρωζώνης. Οπως εξηγεί στην «Κ» ο κ. Λορένζο Μπίνι Σμάγκι, «η αίσθηση ήταν ότι η εμπλοκή του Ταμείου, μεγάλοι μέτοχοι του οποίου είναι οι ΗΠΑ και η Κίνα, για να ελέγξει αν μέρος της ευρωπαϊκής νομισματικής περιοχής λειτουργεί σωστά, είναι ένα σήμα προς τις διεθνείς αγορές ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να διαχειριστεί τα του οίκου της». Επιπλέον, όπως λέει ο Ιταλός οικονομολόγος, οι Ευρωπαίοι κεντρικοί τραπεζίτες ανησυχούσαν –φόβος που αποδείχθηκε αβάσιμος– ότι το ΔΝΤ θα πίεζε την ΕΚΤ για χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής: «Υπήρχε μια εργασία του Μπλανσάρ (επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ) που πρότεινε αύξηση του στόχου της ΕΚΤ για τον πληθωρισμό από το 2% στο 4%, η οποία μας είχε προκαλέσει κάποιες έγνοιες», θυμάται ο κ. Μπίνι Σμάγκι.

Ωστόσο η αντίσταση έναντι των δυνάμεων που ωθούσαν το Ταμείο προς την ανάμειξη στις εσωτερικές υποθέσεις της Ευρωζώνης ήταν μάταιη. Είναι κοινή παραδοχή, ακόμα και εκείνων που δεν επιθυμούσαν εμπλοκή του ΔΝΤ, ότι η Ευρώπη δεν διέθετε ούτε τους θεσμούς ούτε την τεχνογνωσία για τη διάσωση ενός κράτους-μέλους. Οπως είπε ο κ. Γιουνκέρ στους «Νέους Φακέλους»: «Η Γερμανία, η Ολλανδία και η Φινλανδία επέμεναν στη συμμετοχή του ΔΝΤ γιατί είχε εξειδίκευση στην αντιμετώπιση τέτοιου είδους κρίσεων την οποία δεν είχε ούτε η Κομισιόν ούτε το Eurogroup» και «δεν είχαν τελείως άδικο».

Τηλεφώνημα Παπανδρέου προς Στρος-Καν

Τον Δεκέμβριο, ο κ. Στρος-Καν δέχεται τηλεφώνημα από τον κ. Παπανδρέου, κατά το οποίο συζητούν το ενδεχόμενο ενός προγράμματος διάσωσης της Ελλάδας. Σύμφωνα με τον κ. Παπακωνσταντίνου, ο κ. Στρος-Καν τονίζει ότι το Ταμείο δεν έχει τα χρήματα να διασώσει από μόνο του την Ελλάδα, αλλά και ότι δεν θα μπορούσε να δράσει χωρίς τη συναίνεση των Ευρωπαίων, που αποτελούν το ένα τέταρτο του διοικητικού του συμβουλίου.

Ο κ. Βαμβακίδης ρίχνει περισσότερο φως στην τηλεφωνική συνομιλία. Για τον κ. Παπανδρέου σημειώνει: «Δεχόταν μεγάλη πίεση από την Ευρώπη λόγω της άσχημης κατάστασης που είχε κληρονομήσει και για την οποία δεν είχαν κάποια λύση οι Ευρωπαίοι. Ηθελε να δει αν στις διαπραγματεύσεις μαζί τους θα μπορούσε να συμμετάσχει και το ΔΝΤ για να βοηθήσει την Ελλάδα. Για τον Στρος-Καν ήταν έκπληξη, γιατί σε εκείνη τη φάση συζητούσαμε εντός του Ταμείου θεωρητικά. Και συνήθως πριν αρχίσει ένα πρόγραμμα, οι πρώτες συζητήσεις γίνονται σε τεχνικό επίπεδο, όχι σε επίπεδο πρωθυπουργού και γενικού διευθυντή». Ο κ. Στρος-Καν, σύμφωνα με τον κ. Βαμβακίδη, εξηγεί στον πρωθυπουργό τις διαδικασίες, και του λέει ότι ανεξάρτητα από τις αποφάσεις των Ευρωπαίων, η Ελλάδα, ως μέλος του ΔΝΤ, έχει το δικαίωμα να προσφύγει σε αυτό. Ο κ. Παπανδρέου απαντά (πάντα σύμφωνα με το πρώην στέλεχος του Ταμείου) ότι εάν η Ελλάδα αποφασίσει να προσφύγει σε πρόγραμμα του ΔΝΤ, «θέλω να εμπλακείς και να το διαχειρισθείς εσύ προσωπικά», κάτι που ο κ. Στρος-Καν δεσμεύεται να κάνει. «Η αποχώρηση του Στρος-Καν ήταν αρνητική εξέλιξη για την Ελλάδα» σχολιάζει ο κ. Βαμβακίδης. Ο πρώην αξιωματούχος του Ταμείου είναι ιδιαίτερα επικριτικός προς τους Ευρωπαίους: «Από τη μία κατηγορούσαν την Ελλάδα για την κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει, από την άλλη δεν ήθελαν να εμπλακεί το Ταμείο, με αποτέλεσμα η κατάσταση να χειροτερεύει. Θα έπρεπε το πρόγραμμα να είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα».

Έντυπη

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ