ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ

«Είμ’ ένα όμορφο αγόρι»

Δρ. ΗΛΙΑΣ ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ*

Το θέαμα του Χατζιδάκι, που μ’ ένα ρολόι και σημειώσεις μπορούσε να συντονίσει μουσική και εικόνα, συγκλόνισε τον Αμερικανό απεσταλμένο της Twentieth Century-Fox.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Θα μπορούσε να ήταν η επιθανάτια δήλωση του Μάνου Χατζιδάκι το 1994. Ηταν πάντοτε όμορφος, ευγενής και αιώνια αγόρι: ατίθασος, απείθαρχος, απρόβλεπτος, συχνά δε και εριστικός. Η γοητεία και η ιδιομορφία του, όμως, κατέκτησαν ακόμη και σκληρούς επαγγελματίες του Χόλιγουντ. Αυτό αποδεικνύει η μαρτυρία του Τζόντι Κόουπλαν (Jodie Copelan) στην επιθεώρηση «The Cinemeditor» (Απρίλιος 1962) με αφορμή τη συνεργασία τους στην ταινία «Συνέβη στην Αθήνα», με την οποία ο οραματιστής Σπύρος Σκούρας επιδίωκε να προβάλει την Ελλάδα ως κοιτίδα του Ολυμπισμού.

Επειτα από πέντε αναβολές για την ηχογράφηση της μουσικής, η Twentieth Century-Fox στέλνει επειγόντως τον Κόουπλαν στην Αθήνα (20 Σεπτεμβρίου 1961). Η πρώτη του εντύπωση είναι άκρως αρνητική: ο Μάνος είναι νυχτοπούλι, που συνήθως αρχίζει την ημέρα του στις δύο το απόγευμα με πρώτη στάση την «αυλή» των θαυμαστών του στον Φλώκα. Ακολουθούν επαγγελματικές υποχρεώσεις και φιλικές επισκέψεις που καταλήγουν σε μεταμεσονύχτια συνεύρεση μέχρι τα χαράματα. Υστερα κοιμάται τον ύπνο του δικαίου υπό τη μητρική προστασία της κυρίας Αλίκης μέχρι το επόμενο απόγευμα.

Ο Κόουπλαν θα χρειαστεί δύο εβδομάδες για να συναντήσει τον δασύτριχο, στρουμπουλό νέο άνδρα, που καπνίζει ασταμάτητα και φοράει πάντα μαύρο παντελόνι και σκούρο μπλε πουκάμισο. Η συνάντηση, με παρουσία διερμηνέα, είναι αποκαλυπτική. Στην παρατήρηση ότι ο καφές που πίνουν είναι ουσιαστικά τουρκικός, ο Χατζιδάκις απαντάει: «Ο,τι τρως και πίνεις στην Ελλάδα γίνεται αυτόματα ελληνικό». Η βόμβα σκάει όταν φαίνεται να αγνοεί τις επιστολές και τα τηλεγραφήματα του Κόουπλαν τους τελευταίους έξι μήνες και ρωτάει τι ρόλο παίζει ακριβώς στην παραγωγή και αν πρόκειται να παρέμβει στη μουσική του. Ο Αμερικανός συγκρατεί τον θυμό του και αντιρωτάει πότε θα είναι έτοιμη η μουσική. «Είναι ήδη γραμμένη», απαντάει ο συνθέτης. «Πού είναι;» «Εδώ», και δείχνει το κεφάλι του. «Δεν έχεις γράψει παρτιτούρα;» «Είναι όλη εδώ. Ξέρω κάθε νότα.» «Πότε θα την γράψεις σε χαρτί;» «Αν την γράψω, θα πάρει περισσότερο χρόνο.» «Πόση διάρκεια έχει;» «Περίπου πενήντα λεπτά.» «Και όλο αυτό θα το αυτοσχεδιάσεις;» «Είναι όλη εδώ.» «Νομίζω πρέπει να την γράψεις.» «Τότε χρειάζομαι δυο-τρεις μήνες ακόμα»... «Και πώς θα την μάθουν οι μουσικοί;» «Παίζουν για μένα πάνω από δεκαπέντε χρόνια. Ξέρουν τι θέλω.» «Και πότε θα την ηχογραφήσεις;» «Τηλεφώνησέ μου σε δυο-τρεις μέρες.»

Ο Κόουπλαν μόλις έμπαινε στον μαγικό κόσμο του Χατζιδάκι, όπου ο χρόνος δεν έχει αντικειμενική υπόσταση. Για δύο εβδομάδες θα επαναλαμβάνει το ίδιο τελετουργικό: «Πότε θα ηχογραφήσεις τη μουσική;» «Αύριο. Ξαναπάρε με αύριο.». Αγανακτισμένος πιέζει για νέα προσωπική συνάντηση. Στην κλασική του πια ερώτηση ο Μάνος αντιδρά μ’ ένα χαμόγελο. «Αύριο. Στις δέκα.»

Ανακουφισμένος, ο Κόουπλαν φτάνει νωρίς στο στούντιο Αλφα για την προετοιμασία. Οι τεχνικοί όμως τον προειδοποιούν. Ο Μάνος είναι αφερέγγυος. Οχι ότι είναι ψεύτης. Απλώς όλοι του ζητούν κάτι, σε όλους λέει «ναι» και το εννοεί, αλλά μετά ξεχνάει τι υποσχέθηκε. Στις δέκα μαθαίνουν ότι κοιμάται και δεν έχει ειδοποιήσει τους μουσικούς. Ενας ηχολήπτης καθησυχάζει τον άναυδο Αμερικανό. «Περίμενε μέχρι ν’ ακούσεις τη μουσική του. Θα είναι εξαιρετική. Είναι υπέροχος. Ανεύθυνος μεν, αλλά δεν θα πείραζε ποτέ κανέναν. Απλώς έχε υπομονή.»

Eκπληξη

Οι μέρες περνούν και ο Κόουπλαν έχει ήδη εξαντλήσει τις τουριστικές επιλογές της Αθήνας. Η έκπληξη έρχεται όταν μαθαίνει ότι ο Μάνος τηλεφώνησε στο στούντιο και στους μουσικούς του για ηχογράφηση την επομένη στις δύο. Τελικά φτάνει στις τρεις. Επιθεωρεί την κινηματογραφική ακολουθία που πρέπει να επενδύσει και κρατάει σημειώσεις. Μετά κάθεται στο πιάνο και με σκυμμένο το κεφάλι περισυλλογίζεται για αρκετά λεπτά. Αρχίζει να παίζει μια γοητευτική μελωδία. Καθώς την επαναλαμβάνει συνεχώς ο ένας μετά τον άλλο οι δεκαεπτά μουσικοί συναθροίζονται γύρω του «αρπάζοντας» μέρη της. Μαντολίνο, ακορντεόν, βιολιά, τσέλο, φλάουτο, γαλλικό κόρνο, ξυλόφωνο, κιθάρες, με τον ντράμερ να τους υποστηρίζει ρυθμικά. Είναι μια ιεροτελεστία μουσικής μεταλαμπάδευσης.

Οι μουσικοί επιστρέφουν στις θέσεις τους και ο Μάνος μετακινείται στο πόντιουμ του διευθυντή. Τραγουδάει, χορεύει, διδάσκει, φωνάζει, γελάει, κάνει οτιδήποτε για να μεταδώσει τις προθέσεις του. Μία οκτάβα ψηλότερα εδώ, ένα εφέ από το ξυλόφωνο εκεί, μία κρούση του τριγώνου αλλού. Μόλις ικανοποιείται, επιστρέφει στο πιάνο για το δεύτερο θέμα. Η ίδια διαδικασία επαναλαμβάνεται. Με την ολοκλήρωση και του τρίτου θέματος ειδοποιεί τον ηχολήπτη για την πρώτη δοκιμή. Χωρίς καμία παρτιτούρα, οι μουσικοί εκτελούν το πρώτο θέμα και μεταβαίνουν στα υπόλοιπα. Ο Μάνος κοιτάζει το ρολόι και τις σημειώσεις του. Δίνει οδηγίες για συντμήσεις. Δεύτερη δοκιμή. Τώρα ζητάει να παιχτεί η ηχογράφηση μαζί με το φιλμ. Ο συντονισμός είναι τέλειος. Ο Μάνος κοιτάζει τον Κόουπλαν με ένα θριαμβευτικό χαμόγελο.

Το θέαμα του μουσηγέτη Χατζιδάκι, που μ’ ένα ρολόι και σημειώσεις μπορούσε να συντονίσει μουσική και εικόνα, ήταν συγκλονιστικό για τον Αμερικανό. Ο ασυνεπής και αφερέγγυος Μάνος μεταμορφώθηκε στο στούντιο σε τελειομανή καλλιτέχνη, που δεν σταματούσε μπροστά σε τίποτα για να επιτύχει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. «Ο θαυμασμός μου για τη δουλειά του με συνεπήρε», ομολογεί. Σκέφτηκε, μάλιστα, να απαθανατίσει κινηματογραφικά τις πρόβες. Η πρώτη συνεδρία κράτησε δέκα ώρες. Οι επόμενες άρχιζαν στις έντεκα το βράδυ και τελείωναν το πρωί. Η δε τελευταία διήρκεσε είκοσι τέσσερις ώρες (τα διαφορετικά ωράρια των μουσικών περιόριζαν τη διαθεσιμότητά τους). Οταν με το πέρας των ηχογραφήσεων ο Κόουπλαν προσπάθησε να τον συγχαρεί, βρήκε έναν εξουθενωμένο Μάνο να κοιμάται με το κεφάλι πάνω στο τραπέζι.

Eίναι η πρώτη ιδιοφυΐα που έχω γνωρίσει

Επόμενη στάση το Λονδίνο για την τελική μείξη της μουσικής. Το πρωινό ξύπνημα του Μάνου ήταν, ευτυχώς, το μόνο πρόβλημα. Κάθε μέρα ο Κόουπλαν δίνει εντολή στο ξενοδοχείο να σκουντάνε τον Μάνο για ένα πεντάλεπτο κι αμέσως να του προσφέρουν καφέ. Καταφέρνει να τον βάζει στο στούντιο πριν από τις δέκα, με λιγότερο από μία ώρα καθυστέρηση.

Εν τω μεταξύ, ο Μάνος αρχίζει να καταλαβαίνει αγγλικά, η δε πρώτη του φράση στον Κόουπλαν είναι «I am a beautiful boy». Ερωτηθείς για την ηλικία του, απαντάει μισογελώντας «δεκαεφτά και είκοσι». Ο Αμερικανός τον πρωτοβλέπει επίσης να φοράει γραβάτα, όταν προσκαλείται στο πάρτι μέλους της βασιλικής οικογενείας.

Στο Λονδίνο θα ανακαλύψει ο Χατζιδάκις και το παγωτό με ζεστό σιρόπι (fudge sundae). Οταν ο Κόουπλαν το παραγγέλνει στη διάρκεια γεύματός τους, τα μάτια του Μάνου αστράφτουν. Μπορεί να το δοκιμάσει και ο ίδιος με παγωτό σοκολάτα; Μόλις του το σερβίρουν, αρχίζει με μια δοκιμαστική κουταλιά. Σε λίγο το χέρι του παίρνει στροφές και θα χρειαστεί και δεύτερο επιδόρπιο, το οποίο εφ’ εξής μετονομάζει σε «παγωτό του Τζόντι». Η παιδιώδης συμπεριφορά του, όμως, δεν αλλάζει τη γνώμη του Κόουπλαν. «Ο Μάνος Χατζιδάκις είναι η πρώτη πραγματική ιδιοφυΐα που έχω γνωρίσει ποτέ», καταλήγει στην εκτενέστερη και ίσως μοναδική προσωπογραφία του συνθέτη στην αγγλόφωνη βιβλιογραφία.

* Ο δρ Ηλίας Χρυσοχοΐδης (Ilias Chrissochoidis) είναι ιστορικός ερευνητής στο Stanford University, συγγραφέας και συνθέτης. Εχει επιμεληθεί τους τόμους Spyros P. Skouras, Memoirs (1893-1953), The Cleopatra Files και CinemaScope και ετοιμάζει την έκδοση πρόσφατα ανακαλυφθέντων εγγράφων του ΕΛΑΣ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ