ΒΙΒΛΙΟ

Ενα έργο αναφοράς

ΝΕΝΑ ΚΟΚΚΙΝΑΚΗ

Ο Πιερ Πάολο Παζολίνι ως Τζέφρυ Τσώσερ στην ταινία «Οι θρύλοι του Καντέρμπουρυ» (1972), που σκηνοθέτησε ο ίδιος και αποτελεί κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου.

ΤΖΕΦΡΥ ΤΣΩΣΕΡ
Οι ιστορίες του Καντέρμπερυ
μτφρ.: Δημοσθένης Κορδοπάτης
εκδ. Μελάνι, σελ. 476

Οι «Ιστορίες του Καντέρμπερυ» (The Canterbury Tales) του Τζέφρυ Τσώσερ (Geoffrey Chaucer, περ.1340-1400), «πατέρα της αγγλικής ποιήσεως» κατά τον οξυδερκή σχολιαστή του John Dryden, αποτελεί το τελευταίο έργο του ποιητή (σώζεται ημιτελές) και παράλληλα το αριστούργημά του. Ο Τσώσερ, του οποίου ο τάφος βρίσκεται στο πάνθεον των μεγάλων εκλιπόντων, στη «γωνία των ποιητών» στο Αββαείο του Γουέστμινστερ, εκπροσωπεί τη μεγάλη και σεβάσμια παράδοση που εξευγενίζει τη μεσαιωνική αγγλική γλώσσα αναδεικνύοντας τον ποιητή σε έναν από τους σημαντικότερους της Ευρώπης. Ο παρών τόμος από τις εκδόσεις Μελάνι σε μετάφραση του Δημοσθένη Κορδοπάτη (συγγραφέα του έργου «Βίος και πολιτεία του Τζόναθαν Σουίφτ», εκδ. Μελάνι, 2010) είναι ένα εγχείρημα τολμηρό, καινοφανές στα γράμματά μας και έξω από τα καθιερωμένα. Πρόκειται για βιβλίο αναφοράς που για πρώτη φορά μεταφράζεται στα ελληνικά, καλύπτοντας το μεγάλο κενό.

Μέσα στο πλαίσιο ενός ταξιδιού προσκυνητών από το πανδοχείο «Τάμπαρντ» του Λονδίνου προς την Καντερβουρία (όπου ο τάφος του Αγίου μάρτυρα Τόμας Μπέκετ) ο Τσώσερ θα συγκροτήσει το πανόραμα της νοοτροπίας και των συνθηκών ζωής της μεσαιωνικής αγγλικής κοινωνίας. Οι ιστορούντες προσκυνητές-οδοιπόροι, «εν κινήσει έφιπποι» (σε αντίθεση με τους ιστορούντες του «Δεκαημέρου» του Βοκκάκιου, όπου οι αφηγητές βρίσκονται σε μια εξοχική έπαυλη), προερχόμενοι από κάθε γωνιά της χώρας, θα προβάλουν διαδοχικά μέσα από τις αφηγήσεις τους τις διαφορετικές ηθικές αξίες της εποχής, φτάνοντας προοδευτικά από τις πρώτες άσεμνες ερωτικές φάρσες στην κορύφωση της άφεσης των αμαρτιών και τη λύτρωση με την ιστορία που λέει ο Πάστορας. Ο πλούτος και η ποικιλία των ιστοριών, που αποτελούν και τον αφηγηματικό καμβά του έργου (από περίπου δεκαέξι χιλιάδες δεκαπεντασύλλαβους), σαρκώνουν τα ιδεώδη που έχουν να κάνουν με την ανθρώπινη συνθήκη, με το τι σημαίνει ζωή, θάνατος, υποταγή και συμμόρφωση, τι σημαίνει να επικοινωνείς με τους άλλους, να πιστεύεις στο θαύμα, να μη συνθλίβεσαι ανάμεσα στις αντινομίες και τις αντιθέσεις, και να μη διστάζεις να αμφισβητείς κάποιες βεβαιότητες παρωδώντας τες.

Τον ρόλο του συντονιστή των διηγήσεων με παρεμβάσεις, υποδείξεις, παρατηρήσεις ή επαίνους αναλαμβάνει ο Φιλοξενητής (Hoost) και ιδιοκτήτης του πανδοχείου.

Ο Τσώσερ, ο οποίος σχεδίαζε να πλαισιώσει την οδοιπορία των πέντε ημερών (από τη 16η Απριλίου) με τέσσερις ιστορίες από τον καθένα από τους περίπου τριάντα αφηγητές (δύο στη μετάβαση και δύο στην επιστροφή) και να περατώσει το έργο «κυκλικά» (με σύναξη στο «Τάμπαρντ», όπου στον αφηγητή της καλύτερης ιστορίας θα παρετίθετο δείπνο με έξοδα των υπολοίπων), δεν ολοκλήρωσε το σχέδιό του. Το βιβλίο, που ανοίγει με τον ύμνο στον Απρίλη, τον ζωογόνο μήνα της άνοιξης (στην αρχή του γενικού προλόγου), κλείνει με έναν αποχαιρετισμό - απολογία για ό,τι από όσα κατεγράφησαν θα μπορούσε να θεωρηθεί αμαρτία.

Υπηρέτησε τον θρόνο

Στην εκτενή του εισαγωγή, ο μεταφραστής αναφέρεται στον επιφανή ποιητή, στον οποίο οφείλει η Βρετανία την εθνική της κληρονομιά.

Ο Τσώσερ, άνθρωπος δραστήριος που έζησε μια γεμάτη ζωή σε μια ταραγμένη περίοδο (γεννήθηκε λίγο μετά την έναρξη του Εκατονταετούς Πολέμου, γαλουχήθηκε στο κοσμοπολίτικο περιβάλλον της αγγλικής πρωτεύουσας του Μεσαίωνα, ανέλαβε σημαντικά διοικητικά πόστα και υπηρέτησε τον θρόνο εντός και εκτός της βρετανικής επικράτειας ως στρατιώτης και ως διπλωμάτης, για να αποσυρθεί τέλος στο υποστατικό του στο Κεντ ως ειρηνοδίκης, έχοντας ήδη δεχθεί τον τίτλο του Ιππότη της Κομητείας), υπήρξε άνθρωπος εξαιρετικής μόρφωσης, κυρίως δε άπληστος αναγνώστης που κατείχε την τέχνη να ιστορεί γοητευτικά τα διαβάσματά του.

Με την ποίηση που τον έκανε διάσημο ασχολήθηκε από νωρίς. Οταν οι Νορμανδοί μετά την εισβολή τους στην Αγγλία είχαν επιβάλει τη γαλλική ως λόγια γλώσσα της χώρας, ο Τσώσερ επέλεξε ως εκφραστικό μέσο την αγγλική μεσαιωνική γλώσσα, μια γερμανική διάλεκτο προερχόμενη από τα αρχαία αγγλικά, με υπερβολική χρήση των διπλών συμφώνων και φωνηέντων σε πολλές από τις (κατά τα λοιπά) όμοιες σημερινές αγγλικές λέξεις, πράγμα που εύλογα τον καθιστά τον πρώτο μεγάλο Αγγλο ποιητή. Στη γλώσσα αυτή γράφτηκε το βιβλίο-πινακοθήκη της μεσαίας κυρίως τάξης της αγγλικής ζωής κατά τον 14ο αιώνα, όπου, σύμφωνα με τον μεταφραστή του βιβλίου, «κάθε πρόσωπο είναι μια τέλεια σπουδή βγαλμένη μέσα από την τότε πραγματικότητα, από χέρι ανάλαφρο, που μας φέρνει στον νου τους προραφαηλίτες ζωγράφους, οι πιο μικρές λεπτομέρειες των οποίων αποτελούν ολοκληρωμένο έργο».

Η τύχη του Τσώσερ στην Ελλάδα μέλλει να παραμείνει αναπόσπαστα δεμένη με την εκλεκτή μετάφραση του Δημοσθένη Κορδοπάτη (έστω και όχι έμμετρη). Μετάφραση που κατορθώνει να περνάει στον αναγνώστη ακέραιη την ποίηση, ώστε να μην αισθάνεται πως αυτό που διαβάζει είναι μετάφραση. Από τους πλέον εμβριθείς μελετητές του Τζέφρυ Τσώσερ και της γλώσσας του, ο Δημοσθένης Κορδοπάτης επιτυγχάνει να παρουσιάσει ένα έργο που έχει αντέξει τη φθορά του χρόνου χωρίς να διαταράξει τη φυσική αρμονία του, εκφραστική και νοηματική, αναπαράγοντας στη δική του γλώσσα την ποιητική ευαισθησία του. Ποιητής και μεταφραστής συντονίζονται απόλυτα, καθώς η ευαισθησία του ποιητή βρίσκεται τόσο κοντά σε εκείνη του μεταφραστή του. Μετάφραση άλλωστε επιτυχής δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς αυτήν την προϋπόθεση της συγγένειας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ