ΕΛΛΑΔΑ

Απέναντι στις Kαρυάτιδες

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Πρώτες σκέψεις, πρώτες εντυπώσεις. Ανθρωποι των γραμμάτων και της τέχνης γράφουν για τις Καρυάτιδες της Αμφίπολης, που μόλις αναδύθηκαν από το σκοτάδι στο φως.

Αλκη Ζέη, συγγραφέας: «Ανυπομονώ να τις δω μια μέρα από κοντά»

Από πολύ μικρή μεγάλωσα με μύθους για αρχαίους θεούς και θρύλους. Ο παππούς μου, καθηγητής αρχαίων ελληνικών, δεν μας έλεγε ποτέ παραμύθια για δράκους, βασιλοπούλες και νεράιδες κι έτσι από παιδί αγάπησα τους αρχαίους θεούς και τα αγάλματά τους. Τόσο πολύ, που όταν πήγαινα να δώσω κανένα διαγώνισμα, κοιτούσα την Ακρόπολη κι έλεγα: Αθηνά, πες μου καλή επιτυχία.

Ετσι, σαν παραμύθι μού φάνηκε και τώρα όταν είδα να ξεπροβάλλουν σιγά-σιγά μέσα από τη γη οι πανέμορφες Καρυάτιδες. Πώς το σκληρό μάρμαρο μπορεί να μοιάζει με πανάλαφρο ύφασμα που να πέφτει σε άπειρες πτυχές και να δείχνει τόσο διάφανο, που να διακρίνονται το στήθος και οι ρώγες ακόμα; Πώς ήμασταν τόσα χρόνια πριν τόσο σπουδαίοι ώστε να φτιάχνουμε τέτοια αριστουργήματα και ποιος κακός μάγος μάς άγγιξε με το ραβδί του και μικρύναμε;

Με εκνευρίζουν οι συζητήσεις, όταν ο καθένας λέει το μακρύ του και το κοντό του γι’ αυτήν τη σπουδαία ανασκαφή. Δεν έχω καμία περιέργεια να μάθω αν μέσα στον τάφο της Αμφίπολης είναι ο Μέγας Αλέξανδρος ή ο... Αρης Βελουχιώτης.

Θαυμάζω αυτές τις δύο πανέμορφες κόρες και ανυπομονώ να τις δω μια μέρα από κοντά.

Αλέκος Φασιανός, Ζωγράφος: «Οι Καρυάτιδες: η κολόνα του σπιτιού»

Οταν πάλι είδα τις Καρυάτιδες στο ταφικό μνημείο της Αμφίπολης -κόρες που βαστάζουν την οροφή του τάφου ως κίονες θαυμαστοί-, μου ήρθε στο μυαλό η ερώτηση: γιατί οι αρχαίοι να δημιουργούν γυναικείες μορφές για τη στήριξη των μνημείων; Στο Ερέχθειο έχουμε τις γυναίκες αυτές και στην Αμφίπολη το ίδιο επαναλαμβάνεται.

Συνήθως λένε για τους άνδρες ότι είναι οι κολόνες του σπιτιού, αλλά εδώ βλέπουμε γυναίκες να στηρίζουν και να φυλάσσουν. Ισως γιατί οι γυναίκες στήριζαν το σπίτι και ασχολούνταν με όλα τα υπάρχοντα.

Φύλακες-άγγελοι, λοιπόν, οι Καρυάτιδες έδωσαν αφορμή στους γλύπτες της αρχαιότητας να δημιουργήσουν γυναικείες μορφές σαν στήριξη. Βρίσκω πολύ πρωτοποριακή τη σύλληψη αυτή. Οι γλύπτες της εποχής εμπνεύστηκαν από τις κόρες με τα καλάθια στο κεφάλι και οι αρχιτέκτονες τις χρησιμοποίησαν σαν ιδέα, σαν παραστάδες στο οικοδόμημα και στα μνημεία. Τώρα που το βλέπουμε, μας φαίνεται δεδομένο, αλλά σημασία έχει αυτός που το σκέφτηκε.

Οι πτυχές των ενδυμάτων θυμίζουν θαλασσινό παλμό. Αισθάνομαι το σώμα που ρέει μέσα από το χιτώνα... Το πρόσωπό τους είναι σοβαρό, δίχως μειδίαμα, γιατί εκτελούν μια δουλειά, στηρίζουν και φυλάσσουν. Το θείο κάλλος εκφράζεται στα πρόσωπά τους.

Αισθάνομαι ότι η γη φύλαξε καλά ό,τι πολύτιμο υπήρχε στον αρχαίο κόσμο, σαν Φύλακας Αρχαίος, και μας το έδωσε, όπως μας δίνει τους καρπούς της. Στη γη της Ελλάδας φυτρώνουν αγάλματα.

Josh Garrick, Φιλέλληνας Αμερικανός φωτογράφος: «Η Ελλάδα προσφέρει απλόχερα τα δώρα της»

Οταν άκουσα για την ανακάλυψη αυτού του μεγαλοπρεπούς τύμβου, η πρώτη σκέψη μου ήταν: τι υπέροχο! Η όμορφη χώρα σας είχε και θα έχει την πιο πλούσια πολιτιστική ιστορία του κόσμου.

Οι Καρυάτιδες αντιπροσωπεύουν τη δύναμη, τη θηλυκότητα, τη φιλοπατρία, την ευλάβεια απέναντι στους θεούς και πληθώρα άλλων νοημάτων που αντέχουν στο χρόνο. Το 2014 τις είδα να «φωνάζουν» σε όλους μας να επανεξετάσουμε τον τρόπο που ζούμε. Ναι, η κρίση υφίσταται και, ναι, οι λογαριασμοί μας πρέπει να πληρώνονται, αλλά αυτό δεν είναι τίποτα μπροστά στο να μοιράζεις τέχνη από την καλύτερη περίοδο της δημιουργίας.

Εχω περάσει τη ζωή μου φωτογραφίζοντας τους θησαυρούς της αρχαίας Ελλάδας. Οσοι έχουν δει τα έργα μου γνωρίζουν ότι η πολιτιστική μου ταυτότητα ισοδυναμεί με ενός Ελληνα. Οταν αποκαλύφθηκαν οι Καρυάτιδες της Αμφίπολης, αισθάνθηκα τόση υπερηφάνεια, που αναρωτιόμουν πώς πρέπει να νιώθουν οι Ελληνες ανά τον κόσμο. Λαμβάνοντας υπόψη τον μεγάλο αριθμό έργων και αρχαίων ευρημάτων που υπάρχει σήμερα, είναι εύκολο να επαναπαυόμαστε στην πίστη ότι έχουμε δει όλα όσα η ιστορία έχει να μας προσφέρει. Και τότε ξαφνικά, χάρη στην αμεσότητα των social media, βλέπουμε μια Καρυάτιδα σε άψογη κατάσταση σε έναν νεοανακαλυφθέντα τάφο και όλα αυτά τα μαγικά αισθήματα περί ταυτότητας, καταγωγής, πατριωτισμού και ελπίδας επιστρέφουν με ανανεωμένη θέρμη. Αυθόρμητα «σηκωνόμαστε πιο ψηλά», αντιλαμβανόμενοι ότι η Ελλάδα προσφέρει απλόχερα τα δώρα της - τη στιγμή, μάλιστα, που τα έχουμε περισσότερο ανάγκη.

Κική Δημουλά, Ακαδημαϊκός, ποιήτρια: «Eίναι σπαρακτικό να συμπαραστέκονται καλλίγραμμες Καρυάτιδες»

Και ένδυμα ουκ έχω ίνα εισέλθω -υπεισέλθω- εν αυτώ. Στέκομαι απ’ έξω και από μεγάλη απόσταση σεβασμού παρατηρώ αυτόν τον άλλον έναν μεγαλοπρεπή ναό που έχτισε η ιστορία, αφιερωμένο στους θεούς αιώνες.

Υπερήφανα ψύχραιμη με αφήνει και αυτή η ανακάλυψη, αφού, όπως φαίνεται, όλη σχεδόν η τωρινή Ελλάδα είναι χτισμένη επάνω σε διαδοχική ελληνικότητα. Μου αρέσει, μάλιστα, να μην αποκλείω ότι ακόμα και η Κυψέλη, όπου ζω κοντά έναν αιώνα, αποτελώντας πια ίσως τη μοναδική αρχαιότητά της, δεν θα απογοήτευε ολότελα την αρχαιολογική σκαπάνη. Κάποιο θραύσμα πληβείου, έστω αμφορέα, θα ανακάλυπτε η ανασκαφή.

Στην κορυφή το λιοντάρι. Φρουρός της νεκρής ιερότητας, η οποία συνέγραφε υπό το φως των εγκάτων τα έργα και τις ημέρες της. Πόσο νίκησε, πότε ηττήθηκε και με ποια διαδοχή; Πρώτα ο θρίαμβος κι ύστερα η πανωλεθρία ή νικητής αναδείχτηκε και πάλι το ανεξακρίβωτο;

Αυτό που με καθηλώνει είναι σε τι βάθος τιμητικό έκρυβε τους επιφανείς νεκρούς του ο χρόνος και με τι δρακόντειες, αμετακίνητες από το βάρος πλάκες έφραζε την είσοδο, ωσάν (πέραν εκείνης της ιερόσυλης φθοράς που έχει το ελευθέρας από το θάνατο να εισχωρεί) να έπεται κι άλλη λαθραία φθορά, κι άλλη, κι άλλη, κι άλλη - σπείρα ολόκληρη, της οποίας εγκέφαλος είναι η λήθη.

Και είναι σπαρακτικό να συμπαραστέκονται και να ψυχαγωγούν τον νεκρό νεαρές, ολοζώντανα όμορφες, καλλίγραμμες Καρυάτιδες, ντυμένες επίσημα, με κομψή, χυτή, πολύπτυχη… θυσία.

Κι επειδή όπου γης και πατρίς, εμένα κυρίως μ’ ενδιαφέρει, προσεύχομαι και ονειρεύομαι να ήταν ο Μέγας Αλέξανδρος ο κτήτωρ αυτού του ταφικού μνημείου. Οχι από μεγαλομανία, αλλά μόνο για να πάψει εκείνη η σαλεμένη γοργόνα να δέρνεται στο άγριο πέλαγος του ερωτήματος: ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος;

Οτι ζει, να έχω να της αναγγείλω.

Αμάντα Μιχαλοπούλου, Συγγραφέας: «Μαθαίνουμε ξανά να είμαστε άνθρωποι»

Οι φωτογραφίες των Καρυάτιδων ξυπνούν μια συναισθηματική τονικότητα που έχουμε χάσει στην ενήλικη ζωή: το θαυμασμό της ομορφιάς, την ίδια την ομορφιά ως οντολογικό αγαθό. Παρότι η αρχαιολογική σκαπάνη επιτάχθηκε από την πολιτική σκοπιμότητα και την εθνικιστική έξαρση, οι φωτογραφίες διατηρούν κάτι από το δέος του αποκαλυπτικού γεγονότος που μας προσφέρεται δωρεάν ως χάρμα οφθαλμών.

Ετσι θα έπρεπε να είναι η ζωή, σύμφωνα με τον Χάιντεγκερ: αποκαλυπτική (τα ωραία δάχτυλα των ποδιών), αλλά και με μυστηριώδεις περιοχές (ο χιτώνας, ας μην ξεχνάμε, καλύπτει). Ζωή χωρίς χρησιμοθηρία, χωρίς καταναλωτικό σκοπό, επενδεδυμένη με πηγαία χαρά, ξεριζωμένη από την τυραννία του χρόνου. Το γεγονός ότι κοιτάζουμε τις Καρυάτιδες, ότι «καθυστερούμε» χαϊδεύοντας με το βλέμμα το σχήμα του κορμού ή των παρειών, είναι από μόνο του επαναστατικό στην εποχή του κορεσμού των εικόνων.

Σε άλλους οι Καρυάτιδες επιβάλλονται με τον όγκο ή το υλικό τους, σε άλλους με την ιστορία τους ή με το αιφνίδιο της αποκάλυψής τους. Οποια και αν είναι η αιτία, η συνείδησή μας διευρύνεται καθώς κοιτάζουμε, καθώς θέτουμε στον εαυτό μας ερωτήματα που συνήθως αποφεύγουμε. Μαρμαρωμένοι μπροστά στην ουσία της δημιουργίας, βυθισμένοι στο χρόνο και ταυτόχρονα απελευθερωμένοι από την ταχύτητα, μαθαίνουμε ξανά να είμαστε άνθρωποι, πλατωνικοί «αεί παίδες», που κοιτάζουν συναρπαστικούς όγκους.

Φίλιππος Κουτσαφτής, Κινηματογραφιστής: «Η ουσιαστική αξία τους είναι η καλλιτεχνική»

Για τον τύμβο της Αμφίπολης έχουν γραφεί πολλά, δεν είμαι σε θέση να προσθέσω τίποτα περισσότερο. Καθώς μου θέσατε το ερώτημα, μου ήρθε πρόχειρα στο νου ένα κείμενο του μεγάλου Ελληνα αρχαιολόγου Κωνσταντίνου Ρωμαίου. Είναι γραμμένο έναν αιώνα πριν.

«Μια δόξα πελώρια, ακατάλυτη, λαμπρύνει τους ελληνικούς τόπους μας. Και αιτία είναι η υπέροχη καλλιτεχνική αξία των αρχαίων μνημείων. Φυσικό θα ήταν εμείς πρώτοι, οι σημερινοί Ελληνες που τα έχουμε μπροστά μας και τα λέμε δικά μας, να παίρνουμε από αυτά τη μεγαλύτερη πνευματική ωφέλεια. Μα ατυχώς αυτό δεν συμβαίνει.

Αλλοι λαοί, περισσότερο πολιτισμένοι, τα λογαριάζουν για πνευματική τους περιουσία πιο πολύ από εμάς. Αν είναι δύσκολο να μπούμε στο υψηλό νόημα της τέχνης, όμως όλοι πρέπει να το πάρωμε απόφαση ότι έτσι μόνο θα προσεγγίσουμε στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό και έτσι μόνο θα κάμωμε πραγματικώς δικά μας τα αρχαία μνημεία. Η γενική και σταθερή ανάγνωση ότι η ουσιαστική αξία τους είναι η καλλιτεχνική θα είναι το πρώτο μεγάλο βήμα. Και τα άλλα θα ακολουθήσουν». Εδώ ο Ρωμαίος το 1917 εντοπίζει το μεγάλο έλλειμμα παιδείας, αυτό δηλαδή που ισχύει και σήμερα.

Σωτήρης Σόρογκας, Ζωγράφος, ομ. καθηγητής ΕΜΠ: «Ο τόπος μας, μια ανεξάντλητη πολιτιστική κιβωτός»

Noμίζω ότι πέρα από αυτή την εκπληκτική αρχαιολογική ανασκαφή στην Αμφίπολη, της οποίας μόνο ένα μικρό μέρος έχει φανεί, υπάρχει σε όλους μας ένα αίσθημα χαράς -για να μην πω υπερηφάνειας και στενοχωρήσω «προοδευτικούς φίλους»- επειδή ο τόπος μας, εκτός από τη συνεχή προσφορά αίματος των ανθρώπων του για τη «χιλιάκριβη τη λευτεριά», μας θυμίζει ξανά ότι είναι και μια ανεξάντλητη πολιτιστική κιβωτός.

Θυμάμαι πάντα τον Σεφέρη που σε μια ομιλία του στη Στοκχόλμη είχε πει: «Ανήκω σε μια χώρα μικρή... δεν έχει άλλο αγαθό παρά τον αγώνα του λαού της, τη θάλασσα και το φως του ήλιου... Αλλά η παράδοσή της είναι τεράστια και το πράγμα που τη χαρακτηρίζει είναι ότι μας παραδόθηκε χωρίς διακοπές». Σκέφτομαι ότι και γι’ αυτό οι μορφές αυτές των Καρυάτιδων μας είναι οικείες - αφού τις ξαναβρίσκουμε ακόμη και στη σύγχρονη λαϊκή αρχιτεκτονική.

Οι γνώριμες, λοιπόν, κόρες που μας κοιτάζουν από έναν άλλο κόσμο, με άγνωστα αιτήματα ψυχών και χαμένα μυστικά από την κρυμμένη τους ζωή μέσα στους αιώνες, μας μεταγγίζουν μαζί με το αίσθημα ιερότητος και την πικρή διαπίστωση μιας κυρίαρχης μοίρας που διέπει τη ζωή των πάντων.

Φυσικά δεν θα σκεφτόμουν ποτέ να αναφερθώ σε αισθητικές αποτιμήσεις αυτών των έργων που έχουν ταξιδέψει στο βάθος των αιώνων, και μάλιστα από φωτογραφίες. Διότι η ιδιαιτερότητά τους χρήζει βεβαίως εμπεριστατωμένης προσεγγίσεως. Τελειώνοντας, θα έλεγα ότι αυτό που δεσπόζει στο μέγεθος της συγκινήσεώς μου είναι η ίδια η αποκάλυψη του μνημείου, καθώς η ιστορία αυτού του τόπου, μαζί με τους μύθους του, αποκτά για άλλη μία φορά οντότητα ψηλαφητή. Μέσω της οποίας μπορούμε τώρα να εισχωρήσουμε με περισσότερα τεκμήρια σε μία ακόμη περίοδο της θαυμαστής και ανεξάντλητης εποποιίας αυτής της πατρίδας.

Θοδωρής Γκόνης, Σκηνοθέτης: «Σκέφτομαι τον χειροτέχνη, τον σκυμμένο στη δουλειά του»

Κοιτάζοντας τις Καρυάτιδες, τι μπορώ να πω; Να πω κάτι για την ομορφιά τους; Μα ξέρω πως η τέχνη δεν είναι αναπαράσταση. Κι ας το νομίζουμε. Η τέχνη είναι κάτι άλλο. Κοιτάζοντάς τες, κάνω το διασκελισμό προς τα πίσω, προς την αρχαία εποχή. Σκέφτομαι τον γλύπτη, τον τεχνίτη, τον μάστορα τον σπουδαίο. Το υλικό. Το χέρι του που κατόρθωσε να «δέσει» τα χαρακτηριστικά αυτά. Οχι τα «φυσικά», τα προφανή, τα πρώτα, αλλά τα βαθύτερα, για να μας υποβάλει κάτι δικό του. Τον ίδιο που κρύβεται πίσω απ’ αυτά. Σκέφτομαι τον χειροτέχνη, εκείνον τον αρχαίο, τον σκυμμένο στη δουλειά του με αφοσίωση, με μεράκι, χωρίς περιττά και φούμαρα, τον σκέφτομαι αμίλητο μέσα στους αιώνες να κουβαλάει τη μνήμη την ενσαρκωμένη, να διδάσκει την πειθαρχία και την υπομονή. Θα προτιμούσα να ψάχναμε πρώτα πρώτα γι’ αυτόν. Και δεν μπορώ να μη χαμογελώ με όλους εκείνους που τρέχουν να απαθανατιστούν δίπλα στα αγάλματα, χωρίς τίποτα οι ίδιοι να απαθανατίζουν. Σκέφτομαι τα δύο σύγχρονα στρατόπεδα που άνοιξαν, των Λακεδαιμονίων και των Αθηναίων. Σκέφτομαι τον Βρασίδα και τον Κλέωνα και το άδοξο τέλος τους. Τον Νικία που αργεί χαρακτηριστικά στις μέρες μας. Σκέφτομαι το παράλογο, την τρέλα του κόσμου, να θέλει να έχει κάτι μεγάλο, τελείως δικό του, οπωσδήποτε δικό του, κατάδικό του, τοπικό. Να θέλει ιδιοκτησία του αυτόν που πολέμησε μέσα στους αιώνες όσο κανένας για το αντίθετο. Σκέφτομαι τον Στρυμόνα που κυλάει σιωπηλά μέσα στο χρόνο χαμογελώντας.



 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ