ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Η Ταξιαρχία συγκροτήθηκε το καλοκαίρι του 1944 μετά τα κινήματα που πραγματοποιήθηκαν στις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις της Μέσης Ανατολής και μετά το Συνέδριο του Λιβάνου που ακολούθησε. Ηταν μια «ασφαλής» πολιτικά μονάδα, στήριγμα για την εξόριστη Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας κατά την επιστροφή της στην Ελλάδα. Η δημιουργία της άρχισε τον Ιούνιο έξω από τη Βηρυτό υπό την εποπτεία της ΙΧ Βρετανικής Στρατιάς και επικεφαλής τέθηκε ο συνταγματάρχης πεζικού Θρασύβουλος Τσακαλώτος (1897-1989). Τελικός στόχος ήταν η αποστολή της μονάδας στο μέτωπο της Ιταλίας στο πλευρό των άλλων συμμαχικών δυνάμεων έτσι ώστε να λάβουν μέρος και ελληνικές δυνάμεις στην τελική προσπάθεια των συμμάχων, στοιχείο καθοριστικό για τη μεταπολεμική θέση της χώρας στο στρατόπεδο των νικητών. Επρόκειτο επί της ουσίας για ένα μικρό ελληνικό εκστρατευτικό σώμα ειδικής σύνθεσης όπου έφτασε να αποτελείται από 3.500 αξιωματικούς και οπλίτες και «προικίστηκε» με σύγχρονα μέσα πολέμου για την εποχή εκείνη. Η εκπαίδευση της μονάδας έγινε σε πραγματικά ορεινές σκληρές συνθήκες σε περιοχή του Λιβάνου, προκειμένου να αντιμετωπιστούν άγνωστες έως τότε συνθήκες για τους Ελληνες αξιωματικούς, όπως αυτές των γερμανικών αμυντικών γραμμών και των θωρακισμένων οχυρώσεων στο μέτωπο της Ιταλίας.

Η μονάδα αποβιβάστηκε τον Αύγουστο στον Τάραντα από όπου και ξεκίνησε την πορεία της για τη γραμμή του μετώπου που βρισκόταν στην πόλη Ρίμινι σε κεντρική προς βορρά θέση επί της ιταλικής χερσονήσου κοντά στον ποταμό Ρουβίκωνα.

Η είδηση για την αποβίβαση ελληνικής μονάδας στο ιταλικό έδαφος μεταδόθηκε και στην Ελλάδα από συμμαχικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς δημιουργώντας ενθουσιασμό και μεγάλες ελπίδες στην κατεχόμενη χώρα και στον δοκιμαζόμενο πληθυσμό της. Η προσπάθεια του Τσακαλώτου να παρελάσει η Ταξιαρχία από το εσωτερικό της Ρώμης με αναπεπταμένες τις ελληνικές πολεμικές σημαίες δεν είχε θετικό αποτέλεσμα λόγω της προσοχής που επιδείκνυαν οι συμμαχικές δυνάμεις στο ηθικό των κατοίκων της Ιταλίας που πλέον είχε ενταχθεί και αυτή στο στρατόπεδο των συμμάχων.

Η Ταξιαρχία έλαβε θέση στο μέτωπο της θωρακισμένης με πλήθος αντιαρματικών τάφρων και ανεπτυγμένων ναρκοπεδίων «Γοτθικής» γραμμής. Σημειώνουμε ότι δεν επρόκειτο για αδρανή γερμανική αμυντική γραμμή, αφού οι αντεπιθέσεις γερμανικών μονάδων εναντίον των επιτιθέμενων συμμάχων ήταν συχνές και σφοδρές, κυρίως νυχτερινές όπου υποστηρίζονταν από πυκνά πυρά πυροβολικού και όλμων.

Η πρώτη ισχυρή επιθετική εμπλοκή της Ταξιαρχίας για την κατάληψη τμήματος της αμυντικής γραμμής του αντιπάλου έγινε στις 14 Σεπτεμβρίου. Την επομένη, με δεδομένη τη δυσκολία του αγώνα και του εδάφους διετέθησαν στην Ταξιαρχία 15 βρετανικά άρματα για να γίνουν οι ενέργειές της αποτελεσματικότερες κυρίως στην πίεση που ανέλαβε για την εξώθηση των γερμανικών δυνάμεων από το αεροδρόμιο πλησίον του Ρίμινι. Στις 19 Σεπτεμβρίου άρχισε η ενέργεια με τελικό σκοπό την κατάληψη του Ρίμινι. Επειτα από σκληρές οδομαχίες η ιταλική πόλη έπεσε και το πρωτόκολλο παράδοσης υπογράφτηκε από Ελληνες αξιωματικούς και η ελληνική πολεμική σημαία κυμάτιζε στο δημαρχείο στις 21 Σεπτεμβρίου 1944. Ακολούθησε η καταδίωξη του αντιπάλου και η διάβαση του ποταμού Ρουβίκωνα στις 27 Σεπτεμβρίου.

Μετά από 44 ημέρες προέλασης στο ιταλικό έδαφος η μονάδα μετρούσε 146 νεκρούς και 310 τραυματίες. Οι 119 ενταφιάστηκαν σε ελληνικό στρατιωτικό νεκροταφείο στο Ριτσόνε του Ρίμινι ως πεσόντες της μεγάλης συμμαχικής αντιφασιστικής προσπάθειας.

Δεκέμβριος 1944

Η απελευθέρωση της Ελλάδας έφερε την Ταξιαρχία στην Αττική τον Νοέμβριο, όπου παρήλασε στους δρόμους της πρωτεύουσας κάτω από τις έντονες επευφημίες των Αθηναίων. Η εφημερίδα της ΠΕΑΝ, «ΔΟΞΑ», σε φύλλο της 10ης Νοεμβρίου 1944 σε άρθρο με τίτλο «Η ταξιαρχία μας» γράφει: «Η χτεσινή ημέρα ήτο διά την Ελλάδα η ημέρα της μεγάλης χαράς. Χτες παρήλασε διά των οδών των Αθηνών το ένοπλον έθνος, ένας στρατός συγκροτημένος, υπερήφανος, πειθαρχικός. Ενας στρατός νικηφόρος κατάφορτος από δάφνας, ο ωραιότερος από όσους ποτέ επέρασαν από τους δρόμους των Αθηνών».

Η εμφύλια αντιπαράθεση της Κατοχής έχει συνεχιστεί και μετά την Απελευθέρωση και η Ταξιαρχία ευλόγως στρατεύθηκε τον Δεκέμβριο του 1944 με τον αστικό πόλο της σύγκρουσης, εκπροσωπώντας εντός αυτού την πολεμική ποιότητα αλλά και την ηθική υπεροχή έναντι άλλων μονάδων όπως των ανδρών των Ταγμάτων Ασφαλείας που εντάχθηκαν στην Εθνοφυλακή. Πολέμησε και εδώ με επιτυχία και αποτελεσματικότητα, κοντινή με εκείνη των βρετανικών μονάδων οι οποίες πήραν στις πλάτες τους την εξέλιξη των μαχών.

Η αυτόνομη «ζωή» της τελείωσε όταν μετατράπηκε μετά τη Συνθήκη της Βάρκιζας, την άνοιξη του 1945, σε ΙΙ Μεραρχία και όταν οι «Ριμινίτες» αξιωματικοί και οπλίτες εντάχθηκαν στον μεταπολεμικό στρατό και έλαβαν μέρος από άλλες μονάδες στον εμφύλιο πόλεμο που ακολούθησε. Σήμερα το όνομά της ακούγεται από την 3η Μοίρα Καταδρομών - Ταξιαρχία «Ρίμινι».

Αποτιμώντας την πολεμική δράση της, μελετάμε και τις διεργασίες στο εσωτερικό της, ιδιαίτερα μεταξύ των νεαρών αξιωματικών της μονάδας. Οι 200 περίπου αυτοί αξιωματικοί εκπαιδεύτηκαν σε συνθήκες μεγάλης απαιτητικότητας, πολέμησαν σε σκληρό μέτωπο του παγκόσμιου πολέμου και πολέμησαν στην πρώτη εμφύλια σύγκρουση όταν είχαν φτάσει ως απελευθερωτές στον τόπο τους. Εντός της ομάδας τους γεννήθηκε η συνωμοτική οργάνωση ΙΔΕΑ, όπου έκρινε επιτακτικά ότι ο στρατός δικαιούται να αναλάβει την απόλυτη διακυβέρνηση της χώρας. Ενα παρακλάδι αυτής της λογικής θα φτάσει να δημιουργήσει τη δικτατορία του 1967. Ωστόσο, στο εσωτερικό αυτής της μονάδας δημιουργήθηκε και η έννοια του άρτιου και πατριώτη επαγγελματία αξιωματικού του Ελληνικού Στρατού. Και είναι ακριβώς αυτοί οι αξιωματικοί που θα διωχθούν πρώτοι μετά την 21η Απριλίου γιατί και το επαγγελματικό ήθος τους και η πολεμική εμπειρία τους προκαλούσε διαρκώς και για πολλές δεκαετίες τη συνωμοτική ομάδα Παπαδόπουλου.

* Ο κ. Τάσος Σακελλαρόπουλος είναι ιστορικός, υπεύθυνος Ιστορικών Αρχείων Μουσείου Μπενάκη.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ