ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Αδικία επικών διαστάσεων ο θάνατος...

ΜΑΡΙΑΛΕΝΑ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

«Ο χρόνος θα δείξει αν έχω δίκιο σε όλα, σε μερικά ή σε τίποτα. Για πολλά πράγματα ελπίζω να διαψευστώ», λέει στην «Κ» η συγγραφέας Σώτη Τριανταφύλλου.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Θυμάμαι την πρώτη φορά που κράτησα στα χέρια μου βιβλίο της Σώτης Τριανταφύλλου. Ηταν εκείνα τα χρόνια που τα κορίτσια, πριν να γίνουν γυναίκες, πιο πολύ φαντασιώνονται τι θα ήθελαν να είναι. Τα διαβάσματα βοηθούν τέτοιες αναζητήσεις. Εκτοτε δεν υπήρξε βιβλίο της που να μην το διάβασα, ακόμα και εκείνα που από άποψη πλοκής δεν με ενδιέφεραν. Οταν λοιπόν ακούω ανθρώπους να διαφωνούν εντόνως με απόψεις της συγγραφέως, ακόμα και εάν δεν συμφωνώ πάντοτε μαζί της, συνηθίζω να λέω: Μακάρι να είχαμε πολλές γυναίκες σε αυτή τη χώρα σαν τη Σώτη Τριανταφύλλου. Η συζήτησή μας έγινε διαδικτυακά καθώς η συγγραφέας βρίσκεται στο εξωτερικό και η αφορμή ήταν η έκδοση του τελευταίου της βιβλίου από τις εκδόσεις Πατάκη, με τίτλο «Μηχανικοί Καταρράκτες». Αυτόν τον χειμώνα ζει εκτός Ελλάδας, αλλά επειδή οι αποστάσεις μέσα μας είναι σχετικό πράγμα, επαναλαμβάνω μια δική της φράση, «ό,τι χρειαστείς, είμαστε μόνο δύο κλικ μακριά».

– Στο τελευταίο σας βιβλίο «Μηχανικοί Καταρράκτες» γράφετε για την αλλαγή φύλου. Πώς προέκυψε;

– Κανένα θέμα δεν είναι δυσκολότερο από άλλα ― και όλα είναι «δύσκολα» διότι ανάγονται σε πρωταρχικά ανθρώπινα προβλήματα και διλήμματα: την προσωπική ελευθερία, τα όρια του εαυτού, την ατομική ταυτότητα (και τις πολλαπλές μας ταυτότητες), τη σχέση μας με τους άλλους, την ευθύνη που πρέπει να αναλαμβάνουμε για ό,τι είμαστε και, φυσικά, για ό,τι δεν είμαστε. Υπό αυτή την έννοια, προκύπτουν διάφορα λογοτεχνικά θέματα, ήρωες και πλοκές που φαίνονται σαν να έχουν έρθει από το πουθενά ή σαν να αφορούν λίγους ― όμως, στην πραγματικότητα, η ιστορία του Σαλ που γίνεται Σάλλυ μάς αφορά όλους, αφορά την ίδια μας την ύπαρξη.

– Μέσα από το ταξίδι του ο ήρωας πραγματεύεται ζητήματα θηλυκότητας. Εχετε αισθανθεί ποτέ άβολα στο σώμα σας; Ή άβολα σε σχέση με το κοινωνικό βλέμμα ως προς το τι περιμένει από τις γυναίκες;

– Είμαι απολύτως συμφιλιωμένη με τη φυλετική μου ταυτότητα και, κατά κάποιον τρόπο, τη γιορτάζω. Οταν ήμουν παιδί, υποπτευόμουν ότι ο κόσμος των αγοριών είχε περισσότερο ενδιαφέρον: δεν με έλκυαν καθόλου η Μπάρμπι και ο Κεν. Αλλά, με το πέρασμα του χρόνου, ο αγορίστικος κόσμος απομυθοποιήθηκε και όλα μπήκαν στη θέση τους. Δεν με ενδιαφέρει τι περιμένουν οι άλλοι από τις γυναίκες: είμαι και κάνω αυτό που πιστεύω, με τον τρόπο που το πιστεύω. Δεν έχω ιδιαίτερη ευπάθεια στο βλέμμα των άλλων, ούτε ερμηνεύω τα φαινόμενα με βάση το φύλο. Αδιαφορώ για το αν υπάρχουν ή δεν υπάρχουν προκαταλήψεις, μισογυνισμός και τα τοιαύτα. Σημασία έχει πώς βλέπουμε εμείς τον κόσμο, όχι πώς μας βλέπει εκείνος. Και ο τρόπος με τον οποίον τον βλέπουμε εμείς καθορίζει, εν πολλοίς, τον τρόπο που μας βλέπει εκείνος.

– Η αγάπη και η αποδοχή της διαφορετικότητας του άλλου έχουν γένος;

– Οπωσδήποτε υπάρχουν βιολογικά και κοινωνικά δεδομένα που δεν μπορούμε να αγνοούμε. Αλλά, γενικά μιλώντας, η αγάπη και η αποδοχή της διαφορετικότητας εξαρτάται από το πόσο ειρηνική είναι η διαφορετικότητα. Υπάρχει επιθετική, ακόμα και εγκληματική «διαφορετικότητα»: ένας κατά συρροήν δολοφόνος ή ένας αυτοκτονικός βομβιστής είναι φορείς απαράδεκτης διαφορετικότητας. Η λατρεία της διαφορετικότητας είναι το ίδιο σκοταδιστική με την απόρριψή της και την απαίτηση της κοινωνικής ομοιομορφίας. Ο Σαλ γίνεται Σάλλυ αλλά δεν πειράζει κανέναν.

– Πόσο δύσκολο ή ανακουφιστικό είναι να μεγαλώνετε; Και ως γυναίκα αλλά και ως συγγραφέας.

– Ο χρόνος αποκτά ιδιαίτερη αξία. Το μοναδικό κακό, που είναι πολύ μεγάλο κακό, είναι ότι αν αγαπάμε πολύ τη ζωή και περνάμε τέλεια, σκεφτόμαστε τον θάνατο σαν μια αδικία επικών διαστάσεων. Ελπίζω να ζήσω πολλά χρόνια και να γίνω σοφή όπως λέει το τραγουδάκι των γενεθλίων. Και να μη μου τύχει, στο μεταξύ, κάποια φρικτή αρρώστια.

– Ζείτε στο εξωτερικό τον τελευταίο χρόνο;

– Ζω σε διάφορες πόλεις, αλλά νιώθω πως το σπίτι μου βρίσκεται στο Παρίσι κι εκεί με φαντάζομαι όταν θα είμαι πια πολύ ηλικιωμένη. Περνάω τη φετινή χρονιά στην Αγγλία, κάνω κάποιες σπουδές και γράφω τα επόμενα βιβλία. Ζω με αυτόν τον τρόπο από τις αρχές του 1980, όταν πήρα πτυχίο από το ελληνικό πανεπιστήμιο και έφυγα για το Παρίσι. Οσο μπορώ να μετακινούμαι θα μετακινούμαι, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι απομακρύνομαι από την Ελλάδα. Επειδή αναφέραμε προηγουμένως τα περί ταυτοτήτων, η ταυτότητα του γενέθλιου τόπου είναι, θα λέγαμε, πρωταρχική ακόμα και για ανθρώπους σαν εμένα που διεκδικούν παγκόσμια ταυτότητα.

– Εχετε πολλές φορές συγκρουστεί κοινωνικά και πολιτικά με τις θέσεις και τα άρθρα σας. Εχετε αισθανθεί ποτέ ότι υπάρχουν μερικά σημεία από την κριτική που σας κάνουν που είναι αληθή;

– Δεν ασχολούμαι με την κριτική, πολύ λιγότερο με τις ιδεολογικές συγκρούσεις. Εκφράζω τη γνώμη μου ως ιστορικός και ως δημοσιογράφος, αλλά δεν παίρνω μέρος σε «διάλογο»: δεν με ικανοποιούν οι παίκτες και το επίπεδό του. Ο χρόνος θα δείξει αν έχω δίκιο σε όλα, σε μερικά ή σε τίποτα. Για πολλά πράγματα ελπίζω να διαψευστώ.

– Η γραφή σας και σε αυτό το βιβλίο μοιάζει σαν να έχει μεταφραστεί στα ελληνικά από έναν Αμερικανό συγγραφέα. Επίσης, έχει και κινηματογραφική ροή. Αισθάνεστε εγκλωβισμένη ως Ελληνίδα; Γράφετε και για τον εγκλωβισμό…

– Η πολυγλωσσία είναι το πιο υπέροχο εισιτήριο για τον ευρύτερο κόσμο. Και, σε ό,τι αφορά τη λογοτεχνία, παίζω επίσης ένα πολυ-γλωσσικό παιχνίδι που βασίζεται σε δια-γλωσσική, δια-πολιτισμική έμπνευση και έκφραση. Οσο για τον εγκλωβισμό, είμαστε μια μικρή χώρα που κόβει τα κεφάλια που περισσεύουν. Η ιδεολογία που κυριαρχεί αναδεικνύει τη μετριότητα και προωθεί την ισοπέδωση. Το φαινόμενο παρατηρείται λίγο πολύ παντού αλλά ακόμα περισσότερο στους περίκλειστους, επαρχιακούς χώρους στους οποίους εκδηλώνεται συστηματικά φθόνος, κοινωνικό μίσος, character assassination. Και ασφυξία.

– Ποιο αρσενικό σας χαρακτηριστικό ανακαλύψατε τελευταία και εκπλαγήκατε;

– Γίνομαι όλο και περισσότερο μάστορας! Κατσαβίδια, σφυριά, μυστριά! Δεν τα καταφέρνω πάντοτε, αλλά τα κουτσοκαταφέρνω. (Για να μην τα παραλέω, με έχει βοηθήσει και το «how to» στο Ιντερνετ!)

– Ποια είναι η πρώτη σας σκέψη όταν ξυπνάτε το πρωί;

– Σούπερ: ακόμα μια μέρα με υγεία και καθαρό μυαλό.

– Τι θα θέλατε να έχει συμβεί στη χώρα με την επιστροφή σας;

– Επειδή θα αργήσω να επιστρέψω, ελπίζω να έχει μειωθεί η ανεργία. Αυτό είναι το σοβαρότερο πρόβλημά μας και πηγή πολλών δεινών σε επίπεδο σκέψης και νοοτροπίας. Ο άνεργος άνθρωπος δεν μπορεί να σκεφτεί καθαρά. Ο φτωχός μπορεί. Πιστεύω ότι έχουμε άφθονο δυναμικό που παραμένει αναξιοποίητο.

«Ούτε ένα ευρώ για τη θρησκεία»

– Γιατί είστε τόσο αρνητική στην προοπτική δημιουργίας τεμένους στην Αθήνα; Μια σύγχρονη Δημοκρατία δεν θα έπρεπε να επιτρέπει τη θρησκευτική πρακτική στους πιστούς όλων των θρησκειών;

– Οι μουσουλμάνοι οδηγούν τις ευρωπαϊκές Δημοκρατίες στην οπισθοδρόμηση. Ενώ είχαν γίνει βήματα στην κατεύθυνση της εκκοσμικευμένης δημοκρατίας, η παρουσία τους -συχνά υπερβολικά πιεστική για τους αυτόχθονες πληθυσμούς όπως εδώ στην Αγγλία- δημιουργεί ανάγκες θρησκευτικού τύπου οι οποίες είχαν, σε μεγάλο βαθμό, αρθεί από το νεωτερικό δημοκρατικό πνεύμα. Τα τζαμιά ήταν παταγώδης αποτυχία σε όλες τις δυτικές χώρες: έγιναν φυτώρια εξτρεμισμού, συνέβαλαν στην απομόνωση των μεταναστευτικών κοινοτήτων και εμπόδισαν την ενσωμάτωσή τους στον κοινωνικό κορμό. Το Ισλάμ, όπως ο χριστιανισμός πριν από τον Διαφωτισμό, είναι παράγοντας καθυστέρησης και δεν πρέπει να ευνοείται. Η θρησκεία θεωρείται ιδιωτικό ζήτημα στις δυτικές Δημοκρατίες ― πιστεύω ότι δεν πρέπει να υποχωρήσουμε σ’ αυτό. Το κτίσιμο τζαμιών θα προκαλέσει αναβίωση του χριστιανικού φονταμενταλισμού, πολιτιστικό εθνικισμό και, οπωσδήποτε, όλο και πιο θεαματική παρουσία των τρελών του θεού κάθε απόχρωσης. Ενα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα του ανθρώπου στη Δύση ήταν η απελευθέρωση από τον φανατισμό και τη θρησκεία ― τώρα βαδίζουμε προς τα πίσω. Οι θρησκείες που δεν έχουν πλαισιωθεί από κοινωνικό συμβόλαιο και που απειλούν να μετατρέψουν το δημοκρατικό δίκαιο σε θεοκρατικό πρέπει να αναχαιτιστούν. Το ότι οι δυτικές χώρες δεν διέκριναν τη διαφορά μεταξύ θρησκευτικής ελευθερίας και θεοκρατικού πειρασμού είναι κρίμα για όλους τους πολίτες, όχι μόνον για τους κοσμικούς και άθρησκους σαν εμένα. Τέλος, αν έχει κάποια σημασία, πιστεύω ότι δεν πρέπει να ξοδεύεται ούτε ένα ευρώ για τη θρησκεία. Ούτε μισό ευρώ. Το έχω επαναλάβει πολλές φορές και θα το επαναλάβω όσες χρειαστεί: η θρησκεία είναι το όπιο του λαού. Σταματώ εδώ αν και θα μπορούσα να συνεχίσω! Ισως μετανιώσατε που με ρωτήσατε.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ