ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Πριν από την οικονομική κρίση, το σημείο συνάντησης με τους τσολιάδες ήταν στην πλατεία Συντάγματος και στο Προεδρικό Μέγαρο, στα καταστήματα με τα κιτς αναμνηστικά για τουρίστες και έξω από ταβέρνες για εραστές της κρεατοφαγίας στη Βάρη. Καθώς όμως η Ελλάδα έμπαινε για τα καλά στην οικονομική ύφεση και τον συνεπακόλουθο αναστοχασμό της ταυτότητάς της, ο εύζωνος υπάκουσε σε ένα διαφορετικό προσκλητήριο: αυτό των καλλιτεχνών, των designers και των δημιουργικών γραφείων, που έδωσαν νέα πνοή στον γενναίο πολεμιστή. Ο τσολιάς βγήκε από τη μοναχική του σκοπιά, για να κοσμήσει έργα τέχνης, στένσιλ, μπλουζάκια, σουβέρ, ταγάρια, θήκες για κινητά, φουλάρια. Πολλά απ’ αυτά θα δούμε σε λίγες ημέρες στην έκθεση που ξεκινάει στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς. Πενήντα δημιουργοί, ανάμεσά τους αρχιτέκτονες, product designers, σχεδιαστές μόδας και αξεσουάρ, φωτογράφοι, visual artists, κεραμίστες, graphic designers, ανατρέπουν τα φολκλόρ στερεότυπα και επιχειρούν να επαναπροσδιορίσουν το ελληνικό σουβενίρ όπου μερίδα του λέοντος κατέχει και ο τσολιάς. Γιατί η νέα γενιά δημιουργών τον επέλεξε; Τι συμβολίζει; Γιατί πιστεύει ότι ο τσολιάς μπορεί να ορίσει την εικόνα τού σήμερα και να εκφράσει την επιθυμία για αυτογνωσία και απενοχοποίηση του παρελθόντος; Λίγες ημέρες πριν από την επέτειο του 1821 με τους επαναστάτες-τσολιάδες, μας απαντούν κάποιοι από τους ανθρώπους που τον βοήθησαν να «εκσυγχρονιστεί» και να επιστρέψει πανηγυρικά από το χρονοντούλαπο.

Εθνικός αυτοσαρκασμός ή νοσταλγία για το χθες;

«Ο εύζων ως σύμβολο επιστρέφει ξανά με τρόπο μεταμοντερνικό. Στη φωτογραφία μου με τον τσολιά που επιπλέει μέσα στη θάλασσα, φανερώνεται η πρόθεση εθνικού αυτοσαρκασμού και αυτογελοιοποίησης», σημειώνει ο Πάνος Κοκκινιάς, ένας από τους καλύτερους Ελληνες φωτογράφους.

«Κανένας δεν ξέρει εάν ο τσολιάς είναι ζωντανός ή νεκρός, αν ξαποσταίνει από το κολύμπι ή αν τον έχει ξεβράσει το κύμα. Πρόκειται για τον φωτογράφο Γιώργη Γερόλυμπο που προσφέρθηκε να με βοηθήσει στη λήψη, φορώντας τη στολή. Το εγχείρημα δεν ήταν καθόλου απλό καθώς τόσο η φουστανέλα όσα και τα τσαρούχια έκαναν το κολύμπι... άθλο. Το οξύ και επιτακτικό ερώτημα στα χρόνια της κρίσης είναι το ποιοι είμαστε και πού πάμε. Είναι λογικό να επανέρχεται εκ νέου ο τσολιάς, η παραδοσιακή στολή των Αρβανιτών, που την έβρισκα πάντα κακόγουστη ή αστεία. Η γενιά μας έχει αποενοχοποιηθεί ως προς το παρελθόν και χρησιμοποιεί τα σύμβολα με ελευθερία και φαντασία».

Ο Δημήτρης Γεωργακόπουλος και ο αδελφός του Γιώργος είναι εικαστικοί, ιδρυτές της Cheap Art, και επιμελητές εκθέσεων, και έφτιαξαν μια πολύ ενδιαφέρουσα αφίσα για την έκθεση «Boiling Point» με έργα σύγχρονης τέχνης Ελλήνων καλλιτεχνών, η οποία έγινε στην Αυστρία και την Αθήνα. Μια μεταλλική λαβή κρατάει ένα τσολιαδάκι πάνω από μια κατσαρόλα με βραστό νερό. «Είναι ένα σχόλιο για τις εθνικιστικές τάσεις που διαπιστώνουμε να ενδυναμώνονται στην πολιτική σκηνή αλλά και την –τραβηγμένη από τα μαλλιά– ελληνικότητα», εξηγεί ο Δ. Γεωργακόπουλος. «Αποφασίσαμε να καταφύγουμε σε αυτό το σύμβολο με διάθεση αυτοειρωνείας και για να αποφύγουμε τον κλαψιάρικο λαϊκισμό, σε μια περίοδο όπου τα πράγματα στη χώρα είναι σε σημείο βρασμού. Αλλωστε ο τσολιάς και η Ακρόπολη είναι εικόνες πολύ γνώριμες και στους ξένους».

Χώρα τσολιάδων;

Ο σκηνογράφος και αρχιτέκτονας Δημήτρης Πολυχρονιάδης, επιμελητής της πρόσφατης έκθεση «1821 μέτρα», ενέταξε στα έργα μια λήψη του φωτογράφου Νίκου Στουρνάρα. Πρόκειται για καρτ ποστάλ της δεκαετίας του 1970, με δύο τσολιάδες να ποζάρουν στην Ακρόπολη με θέα τον Λυκαβηττό: «Ισως τελικά η επιστροφή του τσολιά έχει να κάνει με τη νοσταλγία της αθωότητας που έχει χαθεί. Μήπως σε αυτόν βλέπουμε –ο καθένας μας– ένα δικό μας προσωπικό παρελθόν που χάθηκε για πάντα; Επίσης, ο τσολιάς ως ιδεολογικό “όχημα” χρησιμοποιήθηκε από τη χούντα και γι’ αυτό οι πρώτες μεταπολιτευτικές γενιές τον αντιμετώπισαν με αλλεργία (δικαιολογημένα). Ισως σήμερα μπορούμε να τον δούμε απαλλαγμένο από αυτά τα φορτία και να τον αγαπήσουμε γι’ αυτό που είναι: τμήμα της παράδοσής μας. Για εμένα προσωπικά, ο τσολιάς συμβολίζει την πολιτισμική ασυμβατότητα με τη Δυτική Ευρώπη. Αισθάνομαι μερικές φορές ότι ζω σε χώρα τσολιάδων που είναι μεταμφιεσμένοι –μέσα σε μια νύχτα– με ευρωπαϊκές φορεσιές».

Πλάι στους καλλιτέχνες, οι σχεδιαστές που έφτιαξαν ολόκληρες στρατιές από τσολιαδάκια. «Επιλέξαμε να παίξουμε με τη φιγούρα του τσολιά στη σειρά με τα αναμνηστικά που φτιάχνουμε για την Αθήνα, επειδή συνδέεται με την πόλη και αποτελεί ένα είδος συναισθηματικής αναφοράς για τους κατοίκους αλλά και τους τουρίστες», μας λέει η Αγγέλικα Νιάρχου από το «Ploos Design». Μαζί με τη Γεωργία Οικονομοπούλου έχουν σχεδιάσει μπλουζάκια, μαντίλια και άλλα αντικείμενα. «Κάποτε οι τσολιάδες ήταν κιτς. Σήμερα μπορούν να είναι χαριτωμένοι και trendy». Οι σχεδιαστές DKD έφτιαξαν μια σειρά από χάρτινες φιγούρες με στερεοτυπικούς ελληνικούς χαρακτήρες και τίτλο «Meet the Greeks». Μία από τις best seller επιλογές αναδείχθηκε το τσολιαδάκι που είχε μάλιστα και τη δική του σκοπιά. O Πέτρος Δημόπουλος λέει στην «Κ»: «Οι τσολιάδες είναι από τις πιο κλασικές αξίες στην αγορά των σουβενίρ. Θέλαμε να του δώσουμε νέα μορφή, χαριτωμένη και σύγχρονη. Η ανταπόκριση ήταν πολύ θετική».

Αρχαιότητα, Επανάσταση και έπος του ’40

Η λέξη εύζωνος (-ας), γνωστή και από τα ομηρικά έπη, προέρχεται από το συνθετικό ευ+ζωσμένος, ο καλά ζωσμένος δηλαδή, ο ντυμένος με χάρη, ελαφρά οπλισμένος στρατιώτης του πεζικού. Στα στρατιωτικά σώματα των αρχαίων Ελλήνων, οι εύζωνοι αποτελούσαν ξεχωριστούς λόχους. Ηταν οπλισμένοι με ελαφριά ασπίδα, ακόντιο και σφεντόνα ή τόξο, γι’ αυτό και αποκαλούνταν «σφενδονίται» ή «τοξόται».

Στα νεότερα χρόνια, η πρώτη αναφορά σε ευζώνους γίνεται κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1821, όταν οι Εθνοσυνελεύσεις πήραν μέτρα για τη συγκρότηση τακτικού στρατού. Οι επίλεκτοι λόχοι ονομάσθηκαν ευζωνικοί.

Με την καθιέρωση του χακί, έγιναν ορισμένες τροποποιήσεις και στη στολή των ευζώνων, διατηρήθηκαν βέβαια τα κύρια γνωρίσματά της: η φουστανέλα, το φέσι και τα τσαρούχια. Επίσης, όταν επιβλήθηκε η καθολική στρατολογία, οι άνδρες των ευζωνικών μονάδων στρατολογούνταν κυρίως από τις ορεινές περιοχές.

Η στολή του ευζώνου αποτελείται από τη φέρμελη (είδος μπέρτας), το μεϊντάνι (γελέκι κεντητό) από άσπρο μάλλινο ύφασμα, το κόκκινο φέσι με μαύρη φούντα, τη φουστανέλα από άσπρο ύφασμα, τις λευκές περικνημίδες, τα τσαρούχια με φούντα και την κάπα. Η προσωνυμία εύζωνος είναι ταυτόσημη και με την ονομασία τσολιάς, η οποία αρχικά σήμαινε αυτόν που φορούσε ευτελή ενδυμασία (από τσόλια) και αναφερόταν συνήθως σκωπτικά στους ορεσίβιους.

Μεταπολεμικά, η έννοια του τσολιά αμαυρώθηκε εξαιτίας των Ταγμάτων Ασφαλείας («Γερμανοτσολιάδες»), ωστόσο, πιο πριν, κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους, στη Μικρά Ασία και στο έπος του 1940, η έννοια του τσολιά ταυτίστηκε στη συνείδηση των Ελλήνων με τον κατ’ εξοχήν σκληροτράχηλο μαχητή.

«Δεν γίνεται να μην συμπαθήσεις τον Τάσο», που θέλει να γίνει... τσολιάς στα Ανάκτορα

«Ο Τasos είναι κράχτης στα βλάχικα της Βάρης και ονειρεύεται τη στιγμή που θα γίνει “τσολιάς στα ανάκτορα”. Εν ώρα εργασίας τρώει πιτόγυρα και σφυρίζει κλέφτικα. Το καλοκαίρι θα τον βρείτε στη Χίο, όπου ως γνήσιος greek lover κάνει καμάκι σε κάθε φιλόδοξη Αμαλία».

Aυτή είναι η ιστορία του, έτσι όπως την εμπνεύστηκε και μας την αφηγείται η γραφίστρια και εικονογράφος Μαριάννα Κέλαλη, δημιουργός της χαριτωμένης κούκλας-τσολιάς. Γιατί ασχολήθηκε με τον τσολιά; «Το πλαστικό τσολιαδάκι που βρίσκουμε στα περίπτερα της Πλάκας και σε διάφορα τουριστικά σημεία της Αθήνας είναι ένα από τα πιο κλασικά σουβενίρ. Το πήρα, κράτησα τα βασικά χαρακτηριστικά του, το φέσι, το μουστάκι και τα χρώματα και το έφερα στο μέτρα μου. Σκιτσάρω χαρακτήρες και μετά τους περνάω στο ύφασμα. Η ανταπόκριση του κόσμου, των τουριστών, ήταν εξαιρετικά θερμή. Δεν γίνεται να μην συμπαθήσεις τον Τάσο. Ολοι θέλουν να τον κάνουν φίλο τους».

Η Μαριάννα Κέλαλη είναι μια από τους πενήντα δημιουργούς που θα πάρουν μέρος στην έκθεση «It’s all, oh so souvenir to me. Vol 3» στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς. Εγκαινιάζεται στις 28 Μαρτίου. Οι δύο πρώτες φιλοξενήθηκαν στο ημιυπόγειο κατάστημα Matalou@home της οδού Ηπίτου στην Πλάκα. Πώς ξεκίνησε η ιδέα; Το καλοκαίρι του 2013, η Αννα Πολυδώρου αναρωτήθηκε πώς θα ήταν η Ελλάδα εάν ήταν σουβενίρ. Ετσι, απευθύνθηκε σε δημιουργούς οι οποίοι ανταποκρίθηκαν φτιάχνοντας πρωτότυπα αναμνηστικά δώρα. Πρόκειται για τάση; «Οχι. Είναι ανάγκη», απαντάει. «Στην Ελλάδα έρχονται και τουρίστες με υψηλή αισθητική. Αναζητούν κάτι περισσότερο από τις παλιατζούρες του παρελθόντος. Αντικείμενα με χρηστικό χαρακτήρα και ιδιαίτερη προσωπική σφραγίδα που να είναι οικονομικά και μικρά για να μπορούν να ταξιδέψουν».

Μια φιγούρα που επανέρχεται διαρκώς είναι ο τσολιάς. Εχει γίνει όχι μόνο κούκλα αλλά και σουβέρ. «Μας είναι πολύ οικείος. Τον τσολιά στη Βουλή τον αγαπάμε πάρα πολύ. Πρέπει όμως να πετάξουμε από πάνω του οποιαδήποτε αρνητική ή και θετική φόρτιση, και να βγάλουμε τον ρομαντισμό του. Αυτός ο ρομαντισμός λ.χ. βγαίνει στον Τάσο».

Τελικά, πώς θα ήταν η Ελλάδα αν ήταν σουβενίρ; Ρωτάμε την Αννα Πολυδώρου. «Το πρώτο που είχα σκεφτεί ήταν γυαλάκια θαλάσσης. Γιατί... βλέπεις και δεν βλέπεις...».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ