ΒΙΒΛΙΟ

Αεροπλάστ, γιατί όλοι έχουμε κάτι να σώσουμε

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΟΛΙΤΑΚΗΣ

«Η ζωή είναι ένα αχανές, ανοιχτό, σύνθετο πράγμα που περιλαμβάνει από ηλιοβασιλέματα, εργοστάσια, βρισιές, χάδια ώς τον Ντελέζ και τους Τiqqun», λέει η Αντζελα Δημητρακάκη. «Ας μη φέρνουμε λοιπόν ούτε την αλήθεια της λογοτεχνίας ούτε της ζωής στα μέτρα μας, που λέει κι η παροιμία. Ας μεγαλώσουμε καλύτερα τα μέτρα μας».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Εχουν μεσολαβήσει δύο δεκαετίες σχεδόν και τέσσερα μυθιστορήματα -καθώς και μία συλλογή διηγημάτων- από την «Ανταρκτική» του 1997 ώς το νέο βιβλίο μυθοπλασίας της Αντζελας Δημητρακάκη που φέρει τον περίεργο τίτλο «ΑΕΡΟΠΛΑΣΤ» (Εστία). Στο μεταξύ, το όνομά της έχει βρεθεί σε πολλά εξώφυλλα αγγλόφωνων (κυρίως) βιβλίων, που συγκεντρώνουν απόσταγμα από το πλούσιο ερευνητικό της έργο, με έμφαση στην πολιτική διάσταση και την παρεμβατικότητα της σύγχρονης τέχνης. Το λογοτεχνικό της έργο πάντως γράφεται αποκλειστικά, όπως δηλώνει η ίδια, στη μητρική της γλώσσα, παρόλο που συχνά οι χαρακτήρες είναι ξένοι, κάτοικοι κι αυτοί -όπως η ίδια- ενός «ευρωπαϊκού καθαρτηρίου» που μοιάζει να απομακρύνεται όλο και περισσότερο από το όραμα μιας ιδεατής ενωμένης Ευρώπης. Με τη συγγραφέα -που ζει «κι εδώ κι εκεί» αλλά κυρίως εδώ τον τελευταίο καιρό λόγω εκπαιδευτικής άδειας- βρεθήκαμε για μια κουβέντα περί διαβίωσης σε συνθήκες «εκτάκτου ανάγκης» (ιστορικής, οικονομικής, συναισθηματικής) με αφορμή το νέο της μυθιστόρημα.

– Πέρασαν σχεδόν έξι χρόνια από το προηγούμενο μυθιστόρημα. Είναι συμπτωματικό το γεγονός ότι πρόκειται ακριβώς για τα χρόνια της «ελληνικής κρίσης»;

– Η εντατική παραγωγή στη λογοτεχνία, όπως και σε άλλους χώρους, σπάνια είναι πηγαία και αυθεντική, οφείλεται συνήθως στην ανάγκη για εισόδημα, ειδικά αν βιοπορίζεται κανείς αποκλειστικά από εκεί. Στην περίπτωσή μου υπάρχει ένας μισθός από το Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου που μου επιτρέπει να μη βιάζομαι, γενικά. Οσον αφορά πάντως το «ΑΕΡΟΠΛΑΣΤ», η εξαετία ήταν ο απαραίτητος χρόνος. Το «Μέσα σ’ ένα κορίτσι σαν εσένα» βγήκε το φθινόπωρο του 2009 και μέσα σε μερικούς μήνες υπήρξαν οι ραγδαίες εξελίξεις που γνωρίζουμε, η σύγχρονη κρίσιμη ιστορική στιγμή για την Ελλάδα, η εποχή του ΔΝΤ. Και, περιέργως ή όχι, η προσωπική μου ζωή έγινε επίσης ένας πόλεμος εν καιρώ ειρήνης. Θυμάμαι ότι μια κοινή φίλη μας μου είχε πει «θα σου βγούνε όλα στο γράψιμο, σαν εμετός». Και δεν ήθελα να κάνω εμετό γράφοντας, σε κατάσταση σύγχυσης και πανικού. Εγραψα όταν συμφιλιώθηκα με την ιδέα της ζωής ως κατάστασης εκτάκτου ανάγκης, η οποία διευρυνόταν συνεχώς, περιλαμβάνοντας όλο και περισσότερα πράγματα.

– Πώς συμφιλιώνεται κανείς με την ιδέα της «ζωής ως κατάστασης εκτάκτου ανάγκης»;

– Αποδέχεσαι τη μονιμότητα του κινδύνου, της επιφυλακής, αλλά και τη μονιμότητα της αντίδρασής σου σε αυτά. Ξεκίνησα το «ΑΕΡΟΠΛΑΣΤ» όταν αποσύνδεσα τη ζωή μου από την έννοια της «κρίσης», που υπονοεί κάτι επικίνδυνο αλλά παροδικό. Στο «ΑΕΡΟΠΛΑΣΤ» υπάρχει το βασικό ερώτημα του πώς παραμένεις όρθιος ή έστω γονατιστός στον κυκλώνα. Οι αντιδράσεις ποικίλουν. Εμένα μ’ ενδιέφερε κυρίως πώς ξεπερνάς την παθητική αποδοχή. Τα δεδομένα της ζωής σου αφαιρούνται μεν σαν κομμάτια σκηνικού, αλλά η αντίδρασή σου μπορεί να είναι μια πολύ επαναστατική συμμετοχή στην καταστροφή. Θα το καταστρέψεις εσύ το σκηνικό, με τα χέρια σου, θα βρεθείς σε άλλο έργο...

– Στα προηγούμενα βιβλία κυριαρχεί ένα πάνθεον ηρωίδων που ακροβατούν στην κόψη ακραίων περιστάσεων ― ατομικών, κοινωνικών, ιστορικών. Ισχύει το ίδιο υποθέτω και στο καινούργιο...

– Το μυθιστόρημα ξεκινά με την ιστορία της Αντιγόνης, η οποία είναι συγγραφέας, ζει στο Ελσίνκι και παίρνει μια απόφαση που συνιστά μέγιστο κοινωνικό ταμπού: αφήνει το εξάχρονο παιδί της, εξαφανίζεται από τη ζωή του, το παιδί θα μεγαλώσει με τον πατέρα του. Αλλά είναι μόνο η πρώτη από τους πέντε συνολικά αφηγητές και ήρωες του βιβλίου, οι οποίοι ζουν τις δικές τους ζωές με τα δικά τους τεράστια διλήμματα. Η άρνηση της Αντιγόνης εμφανίζεται πρώτη γιατί ήθελα να ξεκινήσω πηδώντας στο παγωμένο νερό, από το σοκ να υποφέρω γράφοντας. Μου ήταν εξαιρετικά δύσκολο να γράψω για μια τέτοιου τύπου άρνηση, για ένα τέτοιο «diritto di fuga» (δικαίωμα φυγής), παρόλο που έχω διαβάσει τα εκπληκτικά κείμενα του ιταλικού φεμινισμού. Οταν έφτιαχνα τον διάλογο όπου η μητέρα λέει στον γιο της τι σκοπεύει να κάνει, ήμουν δυστυχής. Το λέω με κάθε ειλικρίνεια. Θα μπορούσα να είχα γράψει ένα βιβλίο αποκλειστικά και μόνο για το θέμα αυτό, της ανατρεπτικής άρνησης, όμως τελικά με ενδιέφερε πώς ο χαρακτήρας που πλάθεται μέσα από μια τέτοια κολοσσιαία απόφαση επιδρά στους ανθρώπους που συναντά. Οπότε έχουμε ένα βιβλίο που ξεκινά με όλες τις συγκρούσεις και τις αντιφάσεις που συνοδεύουν μια μεγάλη απόφαση. Συνήθως η απόφαση δεν είναι η έναρξη αλλά το τέλος ενός μυθιστορήματος. Είπα να το αναποδογυρίσω αυτό και να δω τι θα γίνει.

– Πώς συνδέεται η περίπτωση του Βάλτερ Μπένγιαμιν, ενός διάσημου στοχαστή του 20ού αιώνα με τραγική κατάληξη, με τις υπερβάσεις που επιχειρούν οι χαρακτήρες του βιβλίου;

– Βρίσκομαι ακόμη σε κατάσταση συναισθηματικού σοκ από τη δύναμη αντίστασης που συνάντησα σε ανθρώπους τα τελευταία χρόνια και από τον ρόλο που παίζει ο έρωτας, η αγάπη, στην κατοχύρωση αυτής της αντίστασης. Ωστόσο, δεν έχω γράψει ένα θετικό βιβλίο αλλά ένα για τη «δυνατότητα». Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, καταλυτική αναφορά για τους ήρωες του βιβλίου, είναι έντονα παρών. Ομως όχι οι ιδέες του, όσο ο έρωτάς του για την Ασια Λάτσις, τη Λεττονή ηθοποιό και σκηνοθέτιδα που τον οδήγησε στη Μόσχα της δεκαετίας του ’20 και στον κομμουνισμό. Το ζευγάρι των σύγχρονων διανοούμενων στο βιβλίο ταυτίζεται με αυτό το παρελθόν, με τον Μπένγιαμιν ως άνεργο διανοούμενο, με την ένδεια, με την ελπίδα φυγής και την κατάληξή της.

– Εχουν διατυπωθεί κάποιες ενστάσεις με αφορμή τα προηγούμενα βιβλία, σχετικά με την έντονη αποτύπωση σύγχρονων θεωρητικών δογμάτων «ακαδημαϊκής αντίληψης» στην πλοκή.

– Αυτό είναι ένα αστείο θέμα, μια επαρχιώτικη νοοτροπία περί «αυθεντικότητας», που όταν υπερισχύει, κρατάει την ελληνική λογοτεχνία μακριά από τα σύγχρονα ρεύματα, σχεδόν δέσμια του φολκλόρ. Ελπίζω όμως ότι δεν ενστερνίζονται σοβαροί κριτικοί αυτή τη θέση, θέτοντας όρια στο πού μπορεί να φτάσει η λογοτεχνία, με όσους και όποιους πειραματισμούς απαιτεί το κάθε έργο ώστε να ολοκληρωθεί ο δημιουργικός κύκλος. Ο κάθε συγγραφέας αντλεί από τη ζωή. Και η ζωή είναι ένα αχανές, ανοιχτό, σύνθετο πράγμα που περιλαμβάνει από ηλιοβασιλέματα, εργοστάσια, βρισιές, χάδια ώς τον Ντελέζ και τους Τiqqun. Ας μη φέρνουμε λοιπόν ούτε την αλήθεια της λογοτεχνίας ούτε της ζωής στα μέτρα μας, που λέει κι η παροιμία· θα ήταν θλιβερό. Ας μεγαλώσουμε καλύτερα τα μέτρα μας.

– Υπάρχουν έργα σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας που θα ξεχώριζες;

– Η αίσθησή μου είναι ότι κυκλοφορούν πολύ ενδιαφέροντα βιβλία σε διαφορετικά είδη λογοτεχνικής αφήγησης. Τα πιο αγαπημένα μου σύγχρονα βιβλία εξακολουθούν να είναι, χρόνια μετά, το «Οσες φορές αντέξεις» της Αμάντας Μιχαλοπούλου και «Το εργοστάσιο των μολυβιών» της Σώτης Τριανταφύλλου.

– Ο τίτλος: Γιατί «ΑΕΡΟΠΛΑΣΤ»;

– Ωραία λέξη, ε; Φέρνει στον νου το πλάσιμο του αέρα: τη δημιουργία από κάτι που μοιάζει κενό αλλά δεν είναι. Και τα «λόγια του αέρα», δηλαδή το ψέμα (ένα απ’ τα μεγάλα θέματα του βιβλίου είναι αν το ψέμα είναι απαραίτητο για τον ανθρώπινο πολιτισμό), το «Οσα παίρνει ο άνεμος», ένα απ’ τα αγαπημένα μου βιβλία ― έδωσα μάλιστα στη Μέλανι του «ΑΕΡΟΠΛΑΣΤ» το όνομα της γυναίκας που μισούσε η Σκάρλετ Ο’ Χάρα αλλά τελικά έφτασε να θαυμάζει… Ενα βράδυ λοιπόν ήμουν σε μια μηχανή με έναν φίλο μου, διασχίζοντας εκείνη την εγκαταλελειμμένη περιοχή στην Αθήνα με τους Τσιγγάνους και τα θέατρα, και μας κυνηγούσαν σκυλιά, και μάλλον ούρλιαζα, και το μόνο που θυμάμαι είναι οι ταμπέλες που γράφανε ΑΕΡΟΠΛΑΣΤ να διαδέχονται με ιλιγγιώδη ταχύτητα η μια μετά την άλλη. Η λέξη μού ήταν άγνωστη και άρα δεν μπορούσα να τη δω συμβολικά. Εμαθα τελικά ότι αεροπλάστ είναι το υλικό στο οποίο τυλίγουμε κάτι εύθραυστο για να μη σπάσει κατά τη μεταφορά του από ένα σημείο σ’ ένα άλλο. Ποιος μπορεί να αντισταθεί σε ένα τέτοιο νόημα; Ολοι έχουμε κάτι που θέλουμε να διασώσουμε.

Συνθήκη φόβου στην Ευρώπη

– Η ιδέα μιας ανεκτικής, προοδευτικής, φιλόξενης Ευρώπης, με την οποία μεγαλώσαμε, μπορεί να διασωθεί;

– Οι άνθρωποι στην Ευρώπη σήμερα ζουν στη συνθήκη του φόβου. Σαν να διασχίζουν τα Πυρηναία, όπως ο Μπένγιαμιν, αμφιβάλλοντας ότι θα σωθούν. Προσπαθείς να σωθείς χωρίς να πιστεύεις ότι θα σωθείς. Τραγικό. Εμαθα πόσοι τρόποι υπάρχουν να ερωτευτείς, πόσοι τρόποι υπάρχουν να ζητήσεις βοήθεια, πόσοι τρόποι να θυματοποιηθείς ή να επαναστατήσεις. Δεν έχουμε καταθέσει τα όπλα. Οπως ανέφερα και πριν, ισχύει για μένα κάτι που διάβασα πρόσφατα στο ιδρυτικό μανιφέστο του περιοδικού Salvage που ξεκινάει τώρα από μια παρέα αριστερών λογοτεχνών και καλλιτεχνών στη Βρετανία: «Δεν είμαστε σε απόγνωση, αλλά διατηρούμε μια περιέργεια για την απόγνωση».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ