Θόδωρος Κουλουμπής* ΘΟΔΩΡΟΣ ΚΟΥΛΟΥΜΠΗΣ*

Εχουμε ξεπεράσει και χειρότερα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

​Στα χρόνια 1965-83 ήμουν μέλος του διδακτικού προσωπικού του Πανεπιστημίου Αμέρικαν στην αμερικανική πρωτεύουσα. Το αντικείμενό μου επικεντρωνόταν στις θεματικές της διπλωματίας και των διεθνών σχέσεων. Στην περίοδο της δικτατορίας των συνταγματαρχών στην Ελλάδα (1967-74), επέλεξα -παράλληλα με το διδακτικό και ερευνητικό μου έργο- να διευκολύνω Ελληνες πολιτικούς που επισκέπτονταν την Ουάσιγκτον (π.χ., για να καταθέσουν στο Κογκρέσο υπέρ της αποκατάστασης της Δημοκρατίας) και γενικότερα να τους βοηθώ στις επαφές τους. Είχα πολύ νωρίς καταλήξει στο συμπέρασμα ότι κακώς η Ουάσιγκτον είχε εναγκαλισθεί το καθεστώς της Αθήνας, χρησιμοποιώντας ως γενική δικαιολογία το «αναγκαίο κακό για τα αμερικανικά συμφέροντα στην εποχή του Ψυχρού Πολέμου».

Δεν θα ξεχάσω ποτέ ένα τηλεφώνημα που δέχθηκα στο σπίτι μου το ξημέρωμα της 23ης Ιουλίου 1974 από τον επικεφαλής του γραφείου Ελληνικών Υποθέσεων του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, John Day. Το περιεχόμενό του σε ελληνική μετάφραση ήταν το εξής: «Ξαγρυπνήσαμε στον Λευκό Οίκο όλο το βράδυ και αποτρέψαμε έναν γενικευμένο ελληνοτουρκικό πόλεμο. Σε πληροφορώ ότι παραιτείται το στρατιωτικό καθεστώς της Αθήνας και παραχωρεί τη θέση του σε μια κυβέρνηση παλαιών πολιτικών, με πρωθυπουργό τον Πέτρο Γαρουφαλιά!». Ευτυχώς, ο κ. Day είχε πέσει έξω σε μια «λεπτομέρεια», όπως πληροφορήθηκε και το πανελλήνιο μερικές ώρες αργότερα: πρωθυπουργός της μεταβατικής κυβέρνησης εθνικής ενότητας θα ήταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής. Σήμερα, σχεδόν 41 χρόνια αργότερα, αναρωτιέμαι τι θα γινόταν στην Ελλάδα εάν οι Αμερικανοί αξιωματούχοι εκείνης της εποχής (Κίσινγκερ, Σίσκο κ.ά.) διατηρούσαν τον έλεγχο των εξελίξεων στην Αθήνα, με τον υπερδεξιό σε εκείνη τη φάση Γαρουφαλιά στο τιμόνι της μεταβατικής κυβέρνησης.

Κορυφαίος συντελεστής στην ομαλή μετάβαση στην εδραιωμένη Δημοκρατία υπήρξε αδιαμφισβήτητα ο Κωνσταντίνος Καραμανλής. Κομβικά σημεία των χειρισμών του Μακεδόνα ηγέτη, μετά την ανάληψη της εξουσίας της κυβέρνησης εθνικής ενότητας, υπήρξαν τα εξής: 1. Γενική αμνηστία την 26η Ιουλίου 1974 όλων των αντιστασιακών «αδικημάτων» κατά της επτάχρονης δικτατορίας. 2. Αμεση νομιμοποίηση της συμμετοχής στην πολιτική των ηττημένων του εμφυλίου πολέμου (διαφόρων κομμουνιστικών αποχρώσεων). 3. Εθνικές εκλογές με συμμετοχή όλων των κομμάτων στις 17 Νοεμβρίου 1974 (πρώτη επέτειο των τραγικών γεγονότων του Πολυτεχνείου). 4. Δημοψήφισμα για τη μορφή του πολιτεύματος στις 8 Δεκεμβρίου 1974 χωρίς αμφισβήτηση για τη γνησιότητά του. Επιλογή από 69% των Ελλήνων ψηφοφόρων της Αβασίλευτης Δημοκρατίας. 5. Περιθωριοποίηση των «σταγονιδίων» (κυρίως εν ενεργεία στρατιωτικών που νοσταλγούσαν την επιστροφή στη δικτατορία) την άνοιξη του 1975. 6. Διαμόρφωση και εφαρμογή του αναθεωρημένου ελληνικού Συντάγματος της Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας στις 11 Μαΐου 1975. 7. Δίκες των πρωταιτίων της χούντας καθώς και των βασανιστών της περιόδου της δικτατορίας. Μετατροπή της θανατικής ποινής των πρωταιτίων σε ισόβια δεσμά από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για να αποφευχθεί ένας νέος διχασμός. Επίσης, απόφαση να θεωρηθεί «στιγμιαίο» το έγκλημα των πρωταιτίων της χούντας, το οποίο εξαιρούσε από ποινικές ευθύνες τις χιλιάδες ατόμων που συνεργάστηκαν με τη δικτατορία. 8. Διαπραγματεύσεις που άρχισαν το 1975 και επίσημη ένταξη στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ) την 1η Ιανουαρίου του 1981, με τον Καραμανλή στον ρόλο πλέον του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας.

Σημαντικός υπήρξε και ο Ανδρέας Παπανδρέου στην εδραίωση των δημοκρατικών θεσμών, κυρίως διότι ενσωμάτωσε στο ΠΑΣΟΚ (το κόμμα διαμαρτυρίας που ίδρυσε την 3η Σεπτεμβρίου του 1974) ένα μεγάλο τμήμα του λαού που ταυτιζόταν με τους ηττημένους του ελληνικού Εμφυλίου και γενικότερα με αυτούς που ο Ανδρέας Παπανδρέου αποκαλούσε «μη προνομιούχους Ελληνες». Επιπροσθέτως πρέπει να πιστωθεί στον Ανδρέα η μη τήρηση προεκλογικών συνθημάτων και υποσχέσεων του τύπου «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ, το ίδιο συνδικάτο», τα οποία -εάν είχαν υλοποιηθεί- θα απομόνωναν την Ελλάδα από τους δυτικούς της θεσμούς, αυξάνοντας τον κίνδυνο από μια ογκώδη και επικίνδυνα αναθεωρητική Τουρκία. Αρκεί να σκεφθούμε εδώ τι θα μπορούσε να είχε συμβεί αν βρισκόμασταν μόνοι απέναντι στον αναθεωρητικό γείτονα στις κρίσεις του Αιγαίου: «Χόρα» (το 1976), «Σισμίκ» (το 1987) και νησίδες Ιμίων (νωρίς το 1996). Παρεμπιπτόντως, στα παραπάνω κομβικά σημεία κινδύνου θα μπορούσαμε να προσθέσουμε την παραπομπή του Ανδρέα Παπανδρέου στο Ειδικό Δικαστήριο για το σκάνδαλο Κοσκωτά το 1991, τον διαστρεβλωτικό εκλογικό νόμο Κουτσόγιωργα στις εκλογές της περιόδου 1989-90 (όταν η Νέα Δημοκρατία δεν μπορούσε να εξασφαλίσει πλειοψηφία στη Βουλή με ποσοστά που άγγιζαν το 47%) και -τέλος- τον ισχύοντα εκλογικό νόμο (το μπόνους των 50 εδρών για το πλειοψηφούν κόμμα της εκάστοτε εκλογικής αναμέτρησης).

Οταν πριν από ώρες άρχισα να γράφω αυτό το άρθρο, αισθανόμουν ότι η τρέχουσα αβεβαιότητα των διαπραγματεύσεων (που σε περίπτωση αποτυχίας μπορεί να μετατοπίσει την Ελλάδα από τη Δύση στον Τρίτο Κόσμο) με είχε φέρει στα όρια της συγγραφικής κατάθλιψης. Καθώς όμως ξαναθυμήθηκα τις Συμπληγάδες που περάσαμε επιβιώνοντας κάθε φορά τις τέσσερις τελευταίες δεκαετίες, αισθάνομαι ότι και τη σημερινή κρίση θα την ξεπεράσουμε αλώβητοι ― ιδίως αν αφήσουμε στην άκρη φληναφήματα τύπου εξίσωσης της «αριστείας με τη ρετσινιά» και άλλα συναφή. Παρηγορούμαι, ακόμη, με τη σκέψη ότι αν δεν είχε φύγει από τη ζωή ο αείμνηστος Ανδρέας Παπανδρέου νωρίς το καλοκαίρι του 1996, ίσως θα είχε πρωθυπουργεύσει στη χώρα μας για κάποιο διάστημα ο κ. Ακης Τσοχατζόπουλος υπό τη στενή επίβλεψη της κ. Δήμητρας Παπανδρέου.

Επιστρέφοντας στο παρόν, ο νέος πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας, πρέπει να πάρει μαθήματα προσαρμογής από τη συμπεριφορά του Ανδρέα Παπανδρέου μετά την ανάληψη της εξουσίας από το ΠΑΣΟΚ το 1981. Αναφερόμενος στην παραμονή της Ελλάδας στην ΕΟΚ και το ΝΑΤΟ, ο Ανδρέας είχε δηλώσει αφοπλιστικά ότι «το κόστος της αποχώρησης [από τους θεσμούς της Δύσης] είναι μεγαλύτερο από το κόστος της παραμονής».

* Ο κ. Θεόδωρος Κουλουμπής είναι ομότιμος καθηγητής Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ