ΒΙΒΛΙΟ

Ενας αντιήρωας πέρα από το κέντρο του κόσμου

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΟΥ

Ο Ούγγρος συγγραφέας Λάσλο Κρασναχορκάι απέσπασε το φετινό Man International Booker Prize για το μυθιστόρημά του «Πόλεμος και πόλεμος», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Πόλις».

ΛΑΣΛΟ ΚΡΑΣΝΑΧΟΡΚΑΪ
Πόλεμος και πόλεμος
μτφρ. Ιωάννα Αβραμίδου
εκδ. Πόλις, σελ. 384

Στη σελίδα 147 του μυθιστορήματος «Πόλεμος και πόλεμος» του Ούγγρου Λάσλο Κρασναχορκάι, ο οποίος απέσπασε το φετινό International Man Booker Prize, ο Κόριμ παραδέχεται πως δεν θα μπορούσε να περιγράψει τους τέσσερις άντρες που τον απειλούν, παρά μόνο το πρόσωπό τους, το βλέμμα τους.

Και πράγματι, πενήντα σελίδες αργότερα, ο Κόριμ δίνει μια σύντομη αλλά αναλυτική περιγραφή των χαρακτηριστικών τους, ακόμη κι αν δεν υπάρχει καμιά περιγραφή τους στην ιστορία που διαβάζει: ο Κάσερ έχει πυκνά φρύδια, ο Τοότ μικρά στρογγυλά μάτια, ο Φάλκε μια γαμψή μύτη, ο Μπενγκάτζα αυλακιές στο μέτωπο.

Ο Κάσερ, ο Φάλκε, ο Τοότ και ο Μπενγκάτζα είναι οι ήρωες του δαχτυλογραφημένου χειρογράφου που ο Κόριμ βρίσκει στ’ Αρχεία όπου εργάζεται. Το διαβάζει, το ξαναδιαβάζει και, συγκλονισμένος από την αφήγηση, εγκαταλείπει την Ουγγαρία, πηγαίνει στη Νέα Υόρκη, στο κέντρο του κόσμου, «μέσα στην καρδιά αυτής της άγνωστης και τρομαχτικής πόλης, της πετρωμένης μέσα στην ελπίδα», και πληκτρολογεί το κείμενο, μέρα με τη μέρα, αναρτώντας το σταδιακά στο Διαδίκτυο, προκειμένου να έχει πρόσβαση ο καθένας, αιώνια.

Οι τέσσερις άντρες ταξιδεύουν μέσα στον χρόνο, από τη Μινωική Κρήτη, όπου ξεβράζονται, στην Κολωνία, την περίοδο που ολοκληρώνεται ο καθεδρικός ναός της πόλης, φτάνουν στην Πάδουα το 1423, πάνε στο Γιβραλτάρ το 1493, οδεύουν προς τη Ρώμη της Αυτοκρατορίας, συνεχώς μετακινούνται, προσπαθώντας ν’ αποφύγουν τον «ουράνιο πόλεμο», ενώ ο Κόριμ μένει ακίνητος σ’ ένα δωμάτιο που υπενοικιάζει από ένα ζοφερό ζευγάρι, έναν διερμηνέα και τη σχεδόν αμίλητη σύντροφό του, και γράφει (αντιγράφει): προφορικός λόγος, σιωπή και λογοτεχνία συστεγάζονται, λοιπόν, στο ίδιο διαμέρισμα.

Μόνο που, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι αυτό το πραγματικό θέμα του «Πόλεμος και πόλεμος». Το πραγματικό θέμα είναι οι μακριές προτάσεις του, εκείνες οι φιδίσιες προτάσεις που διατρέχουν τις 360 σελίδες του βιβλίου και κόβονται σε χιλιάδες κομμάτια από χιλιάδες κόμματα, λες και έχουν βάλει στόχο ν’ αποφύγουν την τελεία. Ωστόσο η τελεία είναι εκεί, υπενθυμίζει διαρκώς την απουσία της στον αναγνώστη, παρόλο που ο Κρασναχορκάι προτιμά να την αγνοεί μ’ ένα παιδιάστικο πείσμα, με αποτέλεσμα να τεντώνει την κάθε φράση, να τη μακραίνει όσο περισσότερο μπορεί, να την ξεχειλώνει και να τη νερώνει.

Μια μεγάλη πρόταση, όμως, είναι ουσιαστικά μεγάλη, όταν ο αναγνώστης δεν αναζητεί την τελεία κατά τη διάρκεια της ανάγνωσής της (μια μεγάλη πρόταση πρέπει να προσποιείται πως είναι μικρή), γιατί μόνο τότε μπορεί να νιώσει το συναίσθημα του κολυμβητή που ξαφνικά διαπιστώνει πως έχει απομακρυνθεί επικίνδυνα από την ακτή, δίχως να υπάρχει καμιά σημαδούρα (τελεία) κοντά του για να κρατηθεί. Κι επειδή, εκείνη τη στιγμή, αισθάνεται πως πνίγεται, κολυμπά γρήγορα προς την άκρη της πρότασης για να βρει την τελεία και να σωθεί.

Γι’ αυτό και η σύγκριση του Κρασναχορκάι με την πρόζα του Τόμας Μπέρνχαρντ, σύγκριση που διαβάζω ακόμη και στο «αυτί» της ελληνικής έκδοσης, μου φαίνεται κάπως άστοχη, αφού ο μακροπερίοδος γραπτός λόγος του Μπέρνχαρντ βγαίνει απόλυτα φυσικά και οργανικά, και συνδέεται άμεσα με την ανάσα του –το λαχάνιασμα στη γραφή του έχει μεταδοθεί από τα χρόνια αναπνευστικά προβλήματα που αντιμετώπιζε–, ενώ, αντιθέτως, το ύφος του Κρασναχορκάι προκύπτει από μια ανάγκη καθαρά λογοτεχνική, μα διόλου σωματική.

Ούτως ή άλλως, η έκδοση ενός μυθιστορήματος του Κρασναχορκάι, για πρώτη φορά στη χώρα μας, είναι γεγονός, αν και ο Ούγγρος συγγραφέας δεν είναι άγνωστος εδώ. Μόνιμος συνεργάτης στα σενάρια του Μπέλα Ταρ, από το Κολαστήριο (1988) και το επτάωρο Σαταντάνγκο (1994), ταινίες που κουβαλάνε ένα χλωμό φως και μια ατόφια λασπουριά, ώς τις Αρμονίες του Βερκμάιστερ (2000) και το Αλογο του Τορίνο (2011), όπου η λασπουριά ξεραίνεται και το χλωμό φως σβήνει, δίνοντας τη θέση τους σ’ ένα αυτάρεσκο στυλιζάρισμα της εικόνας, οι δυο τους φαίνεται να συνεννοούνται περίφημα: τα αργόσυρτα πλάνα μεγάλης διάρκειας του Ταρ και η κίνηση της κινηματογραφικής του μηχανής που κυλάει μπροστά από τα ζώα, τα πράγματα και τους ανθρώπους, ανταποκρίνονται πλήρως στο γράψιμο του Κρασναχορκάι και στη μεγαλόπνοη φράση του, πετυχαίνοντας έτσι, αμφότεροι, ν’ αναδείξουν, στην καλύτερη περίπτωση, τη συγκινητική ποταπότητα της καθημερινότητας, και τη βιαιότητα που αποδίδει με τον πιο αποκαλυπτικό τρόπο την ανθρώπινη αγωνία, και, στη χειρότερη περίπτωση, τίποτα πέρα από μια δεξιοτεχνία που υπερβαίνει το περιεχόμενο: τότε βλέπουμε την κάμερα να πηγαίνει από το ένα σημείο στο άλλο, και την πρόταση να σέρνεται από τη μία σελίδα στην άλλη, αφήνοντας την οδύνη κάπου στο περιθώριο, παραμελημένη, εκτός κάδρου και εκτός φύλλου.

Ξανακοιτάζω το επεισόδιο με το κορίτσι από το Σαταντάνγκο: το κορίτσι έχει γραπώσει τη γάτα απ’ το κεφάλι, τη σπρώχνει μέσα στο πιάτο για να πιει γάλα και ταυτόχρονα χτυπά το κεφάλι της στον πάτο του πιάτου.

Τάισμα και πνίξιμο μαζί. Λίγο αργότερα, η γάτα ψοφά κι όταν πιάνω το ομώνυμο –πρώτο– μυθιστόρημα του Κρασναχορκάι, στο οποίο έχει βασιστεί το φιλμ, και διαβάζω το αντίστοιχο κεφάλαιο στην αγγλική του μετάφραση, μου είναι αδύνατον ν’ αποδεσμευτώ από την αλλόκοτη κοριτσίστικη όψη της Ερίκα Μποκ (τα πεταχτά αυτιά, το γυάλινο βλέμμα, το μικρό στόμα), η οποία εμφανίζεται στην ταινία του Ταρ: η κινηματογραφική εικόνα έχει καταστρέψει την καθαρή ασάφεια που υπάρχει στη λογοτεχνία, αφαιρώντας την απόλαυση που σου προσφέρει η ανάγνωση όταν καταφέρνεις να δεις τα πρόσωπα, τους χώρους, το φως και τ’ αντικείμενα, που πολλές φορές απλά τρεμοπαίζουν πίσω από τις λέξεις, και είναι ακριβώς αυτή η δυνατότητα που κάνει τον Κόριμ να περιγράψει με τέτοια λεπτομέρεια τα πρόσωπα των τεσσάρων αντρών.

Iσως το παραπάνω σχόλιο να μην έχει καμιά ιδιαίτερη σημασία, καθώς η ωμή βία του κοριτσιού διατηρείται ακέραια και στις δύο εκδοχές, φιλμ και βιβλίο, και το μόνο που μένει σε μας τελικά είναι να την αποκωδικοποιήσουμε. «Η ειρήνη υπήρξε το μεγαλύτερο, το επιφανέστερο, το ύψιστο έργο του ανθρώπου» γράφει, στη σελίδα 235, ο Μπενγκάτζα. Ομως, κανένας πόλεμος δεν έχει τελειώσει ακόμα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ