ΒΙΒΛΙΟ

Σύγκρουση γενεών με φόντο ιστορικές πληγές

ΝΙΚΟΣ ΔΑΒΒΕΤΑΣ

Αύγουστος του 2014, κάτοικοι της Μπογκοτά σε συγκέντρωση για να τιμήσουν τη μνήμη των θυμάτων της επίθεσης στο Μέγαρο της Δικαιοσύνης που κόστισε τη ζωή 100 και πλέον ανθρώπων.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

​​Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες
«Οι πληροφοριοδότες»
μτφρ: Αχιλλέας Κυριακίδης
εκδ. «Ικαρος» 

Πριν από έναν χρόνο, από αυτήν εδώ τη στήλη και με αφορμή το πολυβραβευμένο βιβλίο «Ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν», είχαμε εγκαίρως μιλήσει για τον ταλαντούχο Κολομβιανό συγγραφέα Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες. Πρόσφατα ο εκδοτικός οίκος «Ικαρος», στην αξιόλογη σειρά του της ξένης λογοτεχνίας, κυκλοφόρησε τους «Πληροφοριοδότες», το πρώτο μυθιστόρημα που έγραψε ο Βάσκες το 2004. Και το πρωτόλειο, που καθόλου πρωτόλειο δεν είναι, επιβεβαίωσε την αρχική μας εκτίμηση, ότι ο δημιουργός του δίκαια θεωρείται ένα από τα «βαριά χαρτιά» της νέας λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας.

«Οι πληροφοριοδότες» βασίζονται σε ένα πραγματικό γεγονός: το 1941 οι ΗΠΑ απαίτησαν από την κυβέρνηση της Κολομβίας να αποκλείσει από κάθε οικονομική, εμπορική και πολιτική δραστηριότητα Γερμανούς μετανάστες και Κολομβιανούς πολίτες που είχαν εκδηλωθεί υπέρ των ναζί. Οι «ύποπτοι» συμπεριλήφθηκαν στις λεγόμενες «Μαύρες λίστες» ύστερα από συγκεκριμένες καταγγελίες προερχόμενες οι περισσότερες από ένα εκτεταμένο δίκτυο πληροφοριοδοτών. Μόνο που οι πληροφορίες τους δεν ήταν πάντα σωστές, έτσι κατηγορήθηκαν για «συνεργασία με τον εχθρό» και εντελώς αθώοι πολίτες επειδή κάποτε συναναστράφηκαν με Γερμανούς.

Ο κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος, ένας πολλά υποσχόμενος νέος συγγραφέας, εκδίδει το 1988 το πρώτο του βιβλίο με θέμα τη ζωή της Σάρας Γκούτερμαν, μιας Γερμανοεβραίας που βρήκε καταφύγιο στην Κολομβία, μαζί με την οικογένειά της, για να αποφύγει τα χιτλερικά πογκρόμ. Το βιβλίο του, με τον εύγλωττο τίτλο «Μια ζωή στην εξορία», βασίστηκε ως επί το πλείστον στη μαρτυρία της, καθώς η Σάρα ήταν μαζί με τον γερμανικής καταγωγής έμπορο Κόνραντ Ντερέσερ οι δύο αδελφικοί φίλοι του πατέρα του Γκαμπριέλ, καθηγητή της Νομικής και εμπνευσμένου ρήτορα.

Ο νεαρός συγγραφέας όμως δεν θα μπορούσε ποτέ να διανοηθεί ότι λίγες ημέρες αργότερα η πιο αρνητική κριτική θα γραφόταν από τον ίδιο τον πατέρα του! Το σοκ της απόρριψης είναι μεγάλο για αυτόν όταν διαβάζει στον Τύπο: «Ο νεαρός συγγραφέας μάς λέει ότι η μετανάστευση είναι κακό πράγμα, ότι η εξορία είναι σκληρή, ότι ένας ξεριζωμένος δεν θα ’ναι ποτέ ο ίδιος. Οι κοινοτοπίες της κοινωνιολογίας αφθονούν στις σελίδες του βιβλίου, ενώ οι ερεθιστικές αλήθειες, όπως π.χ. η ικανότητα του ανθρώπου ν’ αναδημιουργείται, να παλινορθώνεται, παραμένουν άδηλες. Δεν ενδιαφέρουν τον συγγραφέα, ίσως γι’ αυτό και το βιβλίο του δεν ενδιαφέρει εμάς».

Η ρήξη που ακολουθεί φαντάζει μονόδρομος για τον πληγωμένο γιο. Μόνο όταν ο πατέρας του αρρωστήσει βαριά, τρία χρόνια αργότερα, θα καταδεχθεί να τον επισκεφθεί, όχι όμως και να τον συγχωρέσει. Ακόμη έχει μέσα του οργή και θυμό. Και ο θυμός του επιτείνεται από το γεγονός ότι ο πατέρας του δεν φαίνεται διατεθειμένος, έστω και με το ένα πόδι στον τάφο, να ζητήσει συγγνώμη ή να επανορθώσει κατά κάποιον τρόπο την ενδοοικογενειακή προδοσία του. Η συμπεριφορά του είναι κάτι παραπάνω από ανεξήγητη. Σταδιακά ο πληγωμένος γιος, με τη βοήθεια της Σάρας, θα αρχίσει ένα επώδυνο ταξίδι στο παρελθόν του πατέρα του και της χώρας του. Και κατά τη διάρκεια αυτής της αναδρομής θα ανακαλύψει ότι ο καθηγητής Γκαμπριέλ ήταν ένας από τους «ανώνυμους» κρατικούς πληροφοριοδότες και μάλιστα ο πρώτος πολίτης που «κάρφωσε» ως ναζιστή ήταν ο επιστήθιος φίλος του Κόνραντ Ντερέσερ. Μετά την καταγγελία η ζωή του Ντερέσερ θα καταστραφεί κι αυτός θα αυτοκτονήσει.

Η ευφάνταστη μυθιστορία που πλάθει ο Βάσκες δεν είναι μονάχα μια σύγκρουση γενεών, μια αδιέξοδη διαμάχη μεταξύ ενός επιτυχημένου πατέρα κι ενός «αποτυχημένου» γιου που δεν ικανοποιεί τις πατρικές νόρμες, είναι και κάτι παραπάνω: η διαχείριση ενός συλλογικού και ατομικού τραύματος που έχει τη βάση του στη στυγνή προδοσία και την εξαπάτηση. Οι κληρονόμοι αυτού του ιστορικού τραύματος, ο γιος του καταδότη-καθηγητή και ο γιος του θύματος, θα συναντηθούν μετά τον θάνατο των πατεράδων τους και θα προσπαθήσουν από κοινού να κλείσουν τις παλιές πληγές χωρίς παράλληλα να ανοίξουν καινούργιες.

Ενα εγχείρημα εξαιρετικά δύσκολο στην ταραγμένη Κολομβία, όπου η έξαρση της τρομοκρατίας και της εγκληματικότητας αποσάθρωσε τη δεκαετία του ’90 τον κοινωνικό ιστό και αποσταθεροποίησε την πολιτική σκηνή της χώρας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ