ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Κίνδυνος απώλειας του ευρωπαϊκού κεκτημένου

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ι. ΑΥΛΩΝΙΤΗΣ*

Την επομένη των εκλογών θα πρέπει να σχηματισθεί σταθερή κυβέρνηση συνεργασίας με στρατηγικό στόχο την παραμονή της χώρας στην Ευρώπη και στην Ευρωζώνη.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Μελέτησα πρόσφατα το περίφημο «τρίτο Μνημόνιο», δίνοντας ιδιαίτερη προσοχή στο άρθρο 3, παράγραφο Γ -Συμφωνία Δημοσιονομικών Στόχων και Διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων- του σχετικού Νομοσχεδίου (Νόμος 4336, ΦΕΚ 94Α/14-8-2015). Υποστηρίζεται στην υπογραφείσα συμφωνία ότι η εφαρμογή του προγράμματος θα αποτελέσει τη βάση για βιώσιμη ανάπτυξη, καθώς στηρίζεται σε τέσσερις πυλώνες που περιλαμβάνουν αντίστοιχα την αποκατάσταση της δημοσιονομικής βιωσιμότητας, τη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, διορθωτικές πολιτικές για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της ανάπτυξης και τη δημιουργία ενός σύγχρονου κράτους και μιας σύγχρονης δημόσιας διοίκησης.

Τέσσερα θέματα με προβλημάτισαν έντονα σχετικά με την υπογραφείσα συμφωνία:

1. Τα εκατοντάδες, στην κυριολεξία, «Θα» που περιλαμβάνονται στη συμφωνία και αντιπροσωπεύουν δεσμεύσεις της ελληνικής πολιτείας. Μάλιστα, όπως αναφέρεται και στην «Καθημερινή» της Κυριακής 6/9/2015, περιλαμβάνει 223 ενέργειες που θα πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί μέχρι τη λήξη του προγράμματος το 2018.

2. Τα ασφυκτικά χρονικά περιθώρια που τίθενται για την υλοποίηση των δεσμεύσεων/ενεργειών αυτών, καθώς μια σειρά ασφαλιστικών, εργασιακών και φορολογικών μεταρρυθμίσεων όπως και μεταρρυθμίσεων σχετικών με την αγορά προϊόντων και υπηρεσιών που αντιπροσωπεύουν 127 δράσεις/ενέργειες, θα πρέπει να έχουν υλοποιηθεί μέχρι τέλος του χρόνου!

3. Το γεγονός ότι οι όροι της συμφωνίας θα επικαιροποιούνται σε τριμηνιαία βάση λαμβανομένης υπόψη της επιτευχθείσης προόδου όσον αφορά τις μεταρρυθμίσεις κατά το προηγούμενο τρίμηνο.

4. Το πιο σημαντικό από όλα και το οποίο ρητώς αναφέρεται στη συμφωνία «Για την επιτυχία απαιτείται ο ενστερνισμός του προγράμματος μεταρρυθμίσεων από τις Ελληνικές Αρχές».

Με άλλα λόγια, πιστεύω ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η χώρα μας δεν είναι κάποια επώδυνα αναμφισβήτητα μέτρα που περιλαμβάνονται στη συμφωνία και το ασφυκτικό χρονοδιάγραμμα, αλλά το εάν η κυβέρνηση που θα προκύψει στις επερχόμενες εκλογές έχει την πολιτική βούληση, την εμπειρία και την ικανότητα να τα υλοποιήσει.

Είναι γεγονός ότι στις επερχόμενες εκλογές δεν θα αναμετρηθεί το παραπλανητικό δίπολο μνημόνιο-αντιμνημόνιο και το πρόσφατο ψεύτικο δίλημμα παλαιό-νέο που κάποιες πολιτικές δυνάμεις κατασκεύασαν. Στις εκλογές θα κριθεί το μέλλον της χώρας καθώς το διακύβευμά τους δεν είναι μόνο η εφαρμογή δημοσιονομικών μέτρων και η πρόθεση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αλλά ο κίνδυνος απώλειας του ευρωπαϊκού κεκτημένου. Γι’ αυτό την επομένη κιόλας των εκλογών θα πρέπει να σχηματισθεί σταθερή κυβέρνηση συνεργασίας με ορίζοντα τετραετίας που θα απολαμβάνει την αποδοχή της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού και με στρατηγικό στόχο την παραμονή της χώρας στην Ευρώπη και στην Ευρωζώνη.

Τρεις βασικές προϋποθέσεις επίτευξης αυτού του στόχου είναι:

1. Η επιλογή των αρίστων για καίριες κυβερνητικές θέσεις, οι οποίοι θα συμβάλλουν στην ορθολογική ανασυγκρότηση του κράτους εξαλείφοντας, στο μέτρο του δυνατού, τις πελατειακές σχέσεις, την απραξία, την αδιαφάνεια, την ανοχή στην ανομία, τις συντεχνιακές πρακτικές και την αναξιοκρατία.
 

2. Η ενίσχυση της παιδείας, της έρευνας και της καινοτομίας. Οπως αναφέρεται ρητά στην υπογραφείσα συμφωνία «Οι αρχές σε συνεργασία με τον ΟΟΣΑ και ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες θα επικαιροποιήσουν έως τον Απρίλιο του 2016 την αξιολόγηση του εκπαιδευτικού συστήματος που εκπόνησε ο ΟΟΣΑ το 2011. Η εν λόγω επανεξέταση θα καλύπτει όλα τα επίπεδα εκπαίδευσης, συμπεριλαμβανομένων των δεσμών μεταξύ έρευνας και εκπαίδευσης και της συνεργασίας μεταξύ πανεπιστημίων, ερευνητικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων με σκοπό την ενίσχυση της καινοτομίας και της επιχειρηματικότητας». Θα πρέπει να αναφερθεί ότι η έκθεση του ΟΟΣΑ του 2011, όσον αφορά τα ΑΕΙ, εκθειάζει τον νόμο 4009/11 ή Νόμο Διαμαντοπούλου, που η προηγούμενη κυβέρνηση ετοίμαζε να καταργήσει.

3. Η ριζική αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου που θα ενισχύει την επιχειρηματικότητα και ιδίως τις νεοφυείς επιχειρήσεις και θα ενθαρρύνει την εξωστρέφεια και την αύξηση της παραγωγής με ελληνικές και ξένες άμεσες επενδύσεις για τη δημιουργία «πλούτου» και θέσεων εργασίας, εξαλείφοντας παράλληλα στο μέτρο του δυνατού τη γραφειοκρατία και το ασταθές ρυθμιστικό και φορολογικό πλαίσιο που απομακρύνει τους επενδυτές.

Οι προϋποθέσεις αυτές είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με το «τρίτο Μνημόνιο» το οποίο δεν είναι τίποτα περισσότερο από προτροπές ώστε η ελληνική οικονομία και κοινωνία να προσαρμοστεί στην ευρωπαϊκή πραγματικότητα.

Θλίβομαι, ως Ελληνας πολίτης, όταν διαβάζω ότι χώρες της Ευρωζώνης, όπως η Πορτογαλία, η Ιρλανδία, η Λεττονία, η Κύπρος, που βίωσαν και αυτές μνημόνια, δείχνουν στοιχεία οικονομικής ανάκαμψης, επιστρέφουν στις αγορές και χρηματοδοτούν τις ανάγκες τους χωρίς μνημόνια και δεσμεύσεις, ενώ η χώρα μας, που μπήκε στο μνημόνιο το 2010 με προοπτική να βγει από αυτό πριν από τα τέλη του 2012, εξακολουθεί να βρίσκεται σε μνημόνιο και βαθιά κρίση.

Για παράδειγμα, η Πορτογαλία κατάφερε να εξέλθει από το δανειοδοτικό πρόγραμμα τον Μάιο του 2014 έπειτα από τριετή ύφεση. Το 2011 είχε συμφωνήσει πακέτο οικονομικής βοήθειας 78 δισ. ευρώ, το οποίο εμπεριείχε σκληρά μέτρα δημοσιονομικής λιτότητας, αλλά σήμερα παρουσιάζει ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 1,5% και ποσοστό ανεργίας γύρω στο 12% το οποίο είναι χαμηλότερο από αυτό του 2010, καθώς οι επενδυτές εμπιστεύονται πλέον την Πορτογαλία.

Επίσης, η Ιρλανδία, η οποία εξήλθε από το δανειοδοτικό πρόγραμμα της τρόικας στα μέσα του Δεκεμβρίου του 2013, παρουσιάζει τη μεγαλύτερη δυναμική ανάπτυξη στην Ευρωζώνη. Για το 2015 ο ρυθμός ανάπτυξης εκτιμάται γύρω στο 4%, ενώ η ανεργία τον Ιούνιο του 2015 προσέγγισε το 9,5% από το 15% που ίσχυε στις αρχές του 2012.

Η νέα κυβέρνηση θα πρέπει να ακολουθήσει τον δρόμο που χάραξαν αυτές οι χώρες γιατί είναι αναμφισβήτητο γεγονός ότι στην αντιπαραγωγική και υπερχρεωμένη Ελλάδα η αντιμνημονιακή ρητορεία, δείγμα πολιτικής ανευθυνότητας, οδήγησε σε τεράστια οικονομικά προβλήματα, στο κλείσιμο των τραπεζών και στα capital controls.

* Ο κ. Γεώργιος Ι. Αυλωνίτης είναι καθηγητής, αναπληρωτής πρόεδρος συμβουλίου του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ