Μια κοπέλα περπατάει φορώντας από πάνω μόνο ένα λευκό κασκόλ που μετά βίας κρύβει τη γύμνια της. Το πρόσωπό της είναι κενό από μάτια, μύτη ή στόμα. Μπροστά της άλλοι διαβάτες, δίπλα περνάει ένα τρένο, εικόνες από εξώφυλλα δίσκων παντού γύρω, κομμάτια ξύλων, ένα κοντομάνικο μπλουζάκι μετέωρο κάπου ψηλά. «Ξέρεις πως κάτι συμβαίνει εδώ, αλλά δεν ξέρεις τι», όπως λέει ο στίχος του Dylan. Πρόκειται για το έργο «Σταθμοί Ι», έναν από τους καινούργιους πίνακες του ζωγράφου Στέφανου Ρόκου, που φιλοξενούνται αυτές τις μέρες στην Πινακοθήκη Βογιατζόγλου, σε μια έκθεση με τίτλο «Η εποχή του ηλεκτρισμού». Μπορείς να ξεχωρίσεις, να αγαπήσεις έναν πίνακα του Ρόκου επειδή σημαίνει κάτι για σένα, χωρίς να μάθεις ποτέ τι σημαίνει για τον ίδιο ή τι ήθελε να πει. Αλλά αυτό μάλλον είναι και ένα από τα πιο δυνατά χαρτιά ολόκληρης της τέχνης.

Αν υπάρχει πάντως ένα θέμα που επανέρχεται στους πίνακές του μέσα στα χρόνια και τους «ηλεκτρίζει», αυτό είναι η Γυναίκα. Δροσερή, όμορφη αλλά όχι αψεγάδιαστη, συνυφασμένη στο μυαλό με χρώματα και μουσικές, επικίνδυνη πολλές φορές και ίσως γι’ αυτό γοητευτική, προσωποποίηση της ίδιας της ζωής. Αντί για μια συνέντευξη γενικού περιεχομένου, λοιπόν, ζητήσαμε από τον Στέφανο Ρόκο να μας μιλήσει για τη Γυναίκα στο έργο του, για το πώς λειτουργεί τέλος πάντων αυτή η πολυακουσμένη σχέση μούσας και καλλιτέχνη σε έναν ζωγράφο που ζει και δημιουργεί στην Αθήνα του σήμερα. Και με την ευκαιρία, έψαξε στους φακέλους του και βρήκε τα πιο χαρακτηριστικά έργα του με πρωταγωνίστριες γυναίκες, από το μακρινό 1999 μέχρι σήμερα, εκ των οποίων ορισμένα δημοσιεύονται στο διαδίκτυο για πρώτη φορά. (Δείτε πάνω στην gallery)

Στέφανος Ρόκος

 «Η ζωγραφική είναι ακόμα ένας τρόπος να κρατάς ημερολόγιο» είχε πει ο Πικάσο. Γιατί όμως να θέλει κανείς να εκθέσει τα προσωπικά του σε μια γκαλερί;

Το σωστό ερώτημα είναι ποια να είναι η πραγματική ανάγκη των καλλιτεχνών να εκτίθενται με τέτοιον τρόπο και με τέτοια συχνότητα σε ένα ακροατήριο που πιθανόν να μην τους αποδεχθεί ή να μην τους καταλάβει ποτέ. Η γκαλερί δεν είναι ο σκοπός, είναι το μέσο. Η ανάγκη ενός καλλιτέχνη είναι η δημιουργική διαδικασία και η έκθεση σε μια γκαλερί ο τρόπος να επικοινωνήσει το έργο με το κοινό του και να διακινηθούν εμπορικά τα έργα ώστε να μπορέσει να ξαναεκτεθεί και να συνεχίσει να εκτίθεται. Κάποιος που κρατάει ένα ημερολόγιο, αξίζει να το δημοσιεύσει αν έχει ενδιαφέρον η καθημερινότητά του, οι σκέψεις που τον βασανίζουν και αν γράφει με έναν ιδιαίτερο τρόπο. Αν όχι, πρέπει να ξέρει ότι αφορά μόνον αυτόν, πράγμα καθόλου κακό. Αντιθέτως μπορεί να είναι πιο ειλικρινές και σαφώς λιγότερο φιλόδοξο.

Οι γυναίκες που πρωταγωνιστούν στους πίνακές σου είναι όλες υπαρκτά πρόσωπα;

Οι πρωταγωνίστριες ναι, οι δεύτεροι και τρίτοι ρόλοι όχι. Στην τελευταία μου δουλειά πάντως η γυναικεία παρουσία, αν και ιδιαίτερα έντονη, είναι πολύ πιο διακριτική, και μάλιστα οι καλά κρυμμένοι κομπάρσοι ίσως και να παίζουν σημαντικότερο ρόλο από τους πρωταγωνιστές. Στο έργο μου «Σταθμοί Ι» η γυναικεία παρουσία είναι παντού ως πρωταγωνιστής, αλλά δεν φαίνεται πουθενά.

Πώς αντιδρά συνήθως μια κοπέλα όταν δει τον εαυτό της ζωγραφισμένο; Σου έχει τύχει π.χ. να ενοχληθεί;

Όχι, γιατί κατά μία έννοια επιλέγουμε μαζί τον τρόπο με τον οποίο θα πρωταγωνιστήσει. Όταν κατασταλάξω στην θεματολογία του έργου, αρχίζω να αναζητώ τα πρόσωπα που θα επιθυμούσα να ζωγραφίσω. Η επιλογή μου δεν έχει να κάνει μόνο με την εμφάνισή τους, αλλά και με τον χαρακτήρα που βγάζουν, την δυναμικότητα ή την ευαισθησία τους. Συζητάμε αρκετά για το θέμα κι έτσι γίνεται μια πολύ ωραία δημιουργική διαδικασία που προετοιμάζει και στιγματίζει την ατμόσφαιρα του έργου. Ωστόσο, στις καλά κρυμμένες ή στις αδέξια καμουφλαρισμένες αναφορές προσώπων, παίρνω το ρίσκο απρόβλεπτων αντιδράσεων.

Η δημοφιλής φαντασίωση του γυμνού πορτρέτου σε έχει οδηγήσει ποτέ σε έναν καλό πίνακα κατά την εφαρμογή της στην πράξη;

Ναι. Αν και μου έχει τύχει κάποιες φορές την στιγμή που ζωγραφίζω ένα γυμνό πορτρέτο να μην μπορώ να τραβήξω ούτε γραμμή, σαν να με βάζουν να κάνω το πιο δύσκολο πράγμα του κόσμου όντας τρομερά άσχετος.

Τα έργα σου χαρακτηρίζονται συνήθως από ένα αινιγματικό νόημα, με σουρεαλιστική ματιά. Η απλή αποτύπωση της γυναικείας ομορφιάς με ρεαλιστικό τρόπο είναι κάτι που σε αφήνει αδιάφορο;

Αυτήν την περίοδο, ναι. Βέβαια ποτέ δεν με είλκυε απόλυτα η εντελώς ρεαλιστική απόδοση των προσώπων στην ζωγραφική ή ο φωτορεαλισμός. Τα πιο ρεαλιστικά πορτρέτα που ζήλευα και δεν χόρταινα να βλέπω είναι αυτά του πρώιμου (κυρίως) Lucian Freud ή του David Hockney, τα οποία όμως δεν συνδέονται με το κίνημα του ρεαλισμού στην ζωγραφική. Έχουν μια προσωπική προσέγγιση και μια ελευθερία που ξεπερνούν την εικόνα και ενισχύουν άλλους κανόνες, όρους και στόχους που βάζουν οι ίδιοι στην ζωγραφική τους. Βέβαια στην ιστορία της τέχνης υπάρχουν πάρα πολλές απεικονίσεις της γυναικείας ομορφιάς με εκπληκτικό ρεαλιστικό τρόπο, όπως λ.χ. στα πορτρέτα του Vermeer. Αυτή είναι μεν μια ζωγραφική που απολαμβάνω να βλέπω και από την οποία εμπνέομαι, όχι όμως και αυτή που εξυπηρετεί τον τρόπο έκφρασής μου και την ανάγκη να δημιουργήσω.

Ποιες είναι οι προκαταλήψεις των κοριτσιών για τους ζωγράφους; Αισθάνεσαι ποτέ ότι σε θεωρούν αλαφροΐσκιωτο, ονειροπαρμένο καλλιτέχνη;

 Ίσως ναι (γέλια)! Θα είχε ενδιαφέρον να μάθαιναν ότι κατεβαίνω στο εργαστήριο πρωί- πρωί με τις πορτοκαλί παντόφλες μου, ότι δυσκολεύομαι πολύ κατά την διαδικασία και ότι μετά από λίγες ώρες με πονάει η μέση μου.

Επίτρεψέ μου και μια προσωπική ερώτηση: Σου έχει συμβεί να σε ελκύει μια κοπέλα ακριβώς επειδή τη βλέπεις και σκέφτεσαι ότι θα σε οδηγήσει σε ωραίους πίνακες;
Όλες οι ερωτήσεις που μου έκανες είναι προσωπικές. Ναι, μου έχει συμβεί κάποιες φορές, αλλά το ζητούμενο πια για εμένα δεν είναι να κάνω έναν ωραίο πίνακα. Επιστρέφοντας στην πρώτη ερώτηση για το ημερολόγιο που είπε ο Πικάσο, αυτήν την περίοδο έχω την ανάγκη να αποτυπώνω φιλτραρισμένα –κατά το ήμισυ στύβοντας το μυαλό μου και καλά επεξεργασμένα και κατά το άλλο ήμισυ όσο αυθόρμητα μπορώ– τα πράγματα που αντιλαμβάνομαι να συμβαίνουν μέσα μου και γύρω μου. Και επειδή ό,τι και να συμβαίνει, όλα τελικά καταλήγουν σε ένα συναίσθημα, θέλω να αναφερθώ σε αυτό. Προχθές είδα στο Ιn-edit festival το μουσικό ντοκιμαντέρ “REM by MTV”. Κάποια στιγμή ο Michael Stipe μίλησε για το “The One I Love”, και είπε ότι κάθε φορά που έπαιζε αυτό το τραγούδι στις συναυλίες έβλεπε ξαφνικά έκπληκτος όλα τα ζευγαράκια στο κοινό αυτόματα να αγκαλιάζονται και να φιλιούνται, και αναρωτιόταν πώς έχει παρερμηνευθεί τόσο πολύ αυτό το τραγούδι, το οποίο στην πραγματικότητα είναι τόσο σκοτεινό, με θέμα τον χωρισμό, προβληματικές καταστάσεις ή κάτι τέτοιο. Και αμέσως μετά όλο το γκρουπ συμφώνησε ότι η αξία του τραγουδιού είναι ότι γεννήθηκε μεν από μια προσωπική, πηγαία ιδέα και εμπειρία, αλλά από εκεί και πέρα ανήκει σε καθέναν ξεχωριστά από τους αποδέκτες του, οι οποίοι δίνουν ανά περίπτωση την δική τους ερμηνεία. Μερικές φορές αισθάνομαι έτσι για τα έργα που κάνω. Και ξέρω ότι και στην τελευταία μου έκθεση υπάρχει στο μυαλό μου το δικό μου “The One I Love”.

Info: Στέφανος Ρόκος, «Η Εποχή του Ηλεκτρισμού». Διάρκεια έκθεσης: 8 Φεβρουαρίου – 9 Απριλίου 2016. Πέμ-Παρ: 11:00 – 19:00 Σάβ: 11:00 – 15:00 Πινακοθήκη Γ. Βογιατζόγλου Ελ. Βενιζέλου 63, Νέα Ιωνία, 14231, Αθήνα τηλ: 210 2710472. facebook.com/StefanosRokos

 

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ