ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Τα ημίμετρα συμβάλλουν στη συνέχιση της ανθρωπιστικής κρίσης

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Β. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο​​λοι –με πρώτη την κυβέρνηση– αναμένουμε με ανυπομονησία την ολοκλήρωση της αναφοράς του κουαρτέτου για την πρόοδο της αξιολόγησης των μέτρων που η κυβέρνηση συμφώνησε να ψηφίσει και να εφαρμόσει.

Οι προσδοκίες για θετικό αποτέλεσμα είναι υψηλές και βασίζονται στις κυβερνητικές διαβεβαιώσεις για μία τέτοια εξέλιξη στις επίσημες δηλώσεις της, με την αισιοδοξία αυτή να αντανακλάται στον τραπεζικό τομέα και στο Xρηματιστήριο. Επίσης, μία θετική αναφορά θα προσφέρει στην κυβέρνηση ένα «δυνατό χαρτί» στο παιχνίδι για την αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους.

Την ίδια ώρα, το ευρύ κοινό βρίσκεται και αυτό σε αγωνία, αφού ενδεχόμενη αρνητική έκθεση θα σήμαινε περαιτέρω «σφίξιμο της ζώνης», είτε με περικοπές των δημοσίων δαπανών, ανάμεσα στις οποίες εντάσσονται οι κοινωνικές παροχές και οι συντάξεις, είτε με νέα αύξηση της φορολογίας, είτε και με συνδυασμό των δύο. Τέτοια μέτρα θα ήταν αναπόφευκτα, παρά την ανακοίνωση της Στατιστικής Αρχής ότι και το 2015 ήταν έτος ύφεσης. Παρότι η ύφεση αυτή υπήρξε ηπιότερη από το αναμενόμενο, η οικονομία συνέχισε να συρρικνώνεται για μία ακόμη χρονιά.

Οι περιορισμένες περικοπές στις δημόσιες δαπάνες και οι υψηλότερες από τις προσδοκώμενες μεταβιβάσεις κεφαλαίων από το εξωτερικό υπήρξαν οι κινητήριες δυνάμεις για την ηπιότερη μορφή της ύφεσης, που εξισορρόπησαν τις αναιμικές δαπάνες στον ιδιωτικό τομέα –στην κατανάλωση και τις επενδύσεις– και τις μικρότερες από το αναμενόμενο εξαγωγές.

Σύμφωνα, όμως, και με τα πλέον αισιόδοξα σενάρια, η συνταγή που ακολουθείται με βάση το μνημόνιο του Ιουλίου του 2015 δεν θα βοηθήσει στην ανάκτηση των απολεσθέντων εισοδημάτων και των χαμένων θέσεων εργασίας στο άμεσο μέλλον, ανεξάρτητα από τις προβλέψεις που θέλουν την οικονομία να ανακάμπτει στο δεύτερο μισό αυτού του έτους.

Παρότι ένα ευρέως συζητημένο πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων, χρηματοδοτούμενο από τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα, που θα συμπεριλάμβανε το σχέδιο Γιουνκέρ, ή η υλοποίηση των ιδιωτικών επενδύσεων που αναζητά η κυβέρνηση θα μπορούσαν να βοηθήσουν, μία πιο καινοτόμα, καλύτερα στοχευμένη λύση είναι η ενδεδειγμένη μέθοδος για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης κρίσης ανεργίας στην Ελλάδα.

Οι προσομοιώσεις μας, που βασίσθηκαν σε μακροοικονομικό πρότυπο, διαμορφωμένο στα δεδομένα της ελληνικής οικονομίας, έδειξαν ότι το ΑΕΠ θα ανακάμψει το 2017, ύστερα από την ολοκλήρωση της επιβληθείσας δημοσιονομικής λιτότητας. Το πρότυπο αυτό βασίσθηκε στην υπόθεση εργασίας ότι η κυβέρνηση θα τηρήσει τη σημερινή της πολιτική για την ερχόμενη τριετία, επιβάλλοντας νέες περικοπές δαπανών και αυξάνοντας περαιτέρω τη φορολογία, σύμφωνα με τις επιταγές του τρίτου μνημονίου.

Οι προβλέψεις του Ινστιτούτου Levy δείχνουν επιστροφή στην ανάπτυξη της τάξεως του 1,8% το 2017 και του 2% το 2018, που θα οφείλεται κυρίως σε αύξηση των εξαγωγών σε αγαθά και υπηρεσίες (τουρισμός).

Ωστόσο, δεδομένης της σχετικά χαμηλής ελαστικότητας των τιμών στο ελληνικό εμπόριο, μόνο ένα μικρό μέρος της προβλεπόμενης αύξησης στις εξαγωγές θα ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα στις τιμές. Το μεγαλύτερο μέρος της βελτίωσης στις ελληνικές εξαγωγές μπορεί να αποδοθεί, αντιθέτως, στις υπερβολικά αισιόδοξες προβλέψεις του ΔΝΤ για τις τύχες των εμπορικών εταίρων της Ελλάδας.

Αποκαλύπτεται με αυτό τον τρόπο ότι –ακόμη και εάν οι αισιόδοξες προβλέψεις του ΔΝΤ εκπληρωθούν– ο αναμενόμενος ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης δεν θα είναι αρκετά υψηλός ώστε να οδηγήσει σε αύξηση των πραγματικών εισοδημάτων στα επίπεδα του 2006, μέσα στα επόμενα 15 χρόνια. Εάν, πάλι, το ΔΝΤ σφάλλει σε ό,τι αφορά τον ρυθμό ανάπτυξης των εμπορικών εταίρων της Ελλάδας, η πλήρης ανάκαμψη θα απομακρυνθεί ακόμη περισσότερο στο μέλλον.

Ουσιώδης καθίσταται έτσι μία αλλαγή πολιτικής, με στόχο την έγκαιρη αποκατάσταση της επιχειρηματικής εμπιστοσύνης και την αντιμετώπιση των κοινωνικοοικονομικών πληγών.

Οι συνηθέστερες εναλλακτικές λύσεις είναι, όμως, ανεπαρκείς. Η εφαρμογή, σε συνθήκες προσομοίωσης, επενδυτικού προγράμματος με χρηματοδότηση από εξωτερικά κεφάλαια του ενός δισ. ευρώ το 2016, των δύο δισ. το 2017 και των τριών δισ. το 2018, αν και υψηλότερα σε σχέση με το υπάρχον καθεστώς, δεν θα απέδιδε τους αναμενόμενους καρπούς, εξαιτίας της ελλιπούς του στόχευσης.

Παρότι ο ρυθμός ανάπτυξης, με την εφαρμογή τέτοιου επενδυτικού προγράμματος, θα άγγιζε το 3% το 2017 και το 2018, η συνήθης καθυστέρηση ανάμεσα στην αύξηση της παραγωγής και στην ενίσχυση της απασχόλησης θα σήμαινε ότι ο αριθμός θέσεων εργασίας που θα δημιουργούνταν δεν θα επηρέαζε σημαντικά το ποσοστό ανεργίας. Η μείωση της ανεργίας μπορεί να επιτευχθεί μόνο με μαζικές επενδύσεις –δημόσιες και ιδιωτικές, πολύ μεγαλύτερου μεγέθους από αυτές που χρησιμοποιήθηκαν στην παραπάνω προσομοίωση–, οι οποίες θα έπρεπε να είναι της τάξης των πέντε, οκτώ και 10 δισ. ευρώ αντίστοιχα, στόχος ολωσδιόλου μη ρεαλιστικός. Οπως όλοι όμως γνωρίζουν, η ελπίδα δεν μπορεί να υποκαταστήσει την πολιτική.

Για την ελληνική κρίση ανεργίας απαιτείται επειγόντως λύση, η οποία θα αντιμετωπίζει καίρια το πρόβλημα. Ενα πρόγραμμα άμεσης δημιουργίας θέσεων εργασίας θα βοηθούσε σημαντικά στη μείωση του αριθμού των ανέργων και θα έβαζε τα θεμέλια για τη σταδιακή αντιμετώπιση της ανησυχητικά αυξανόμενης φτώχειας στην Ελλάδα. Καθώς τα εισοδήματα θα αυξάνονταν, λόγω της άμεσης και έμμεσης ενίσχυσης της απασχόλησης, ανάλογη πορεία θα ακολουθούσαν και τα φορολογικά έσοδα, τα οποία με τη σειρά τους θα στήριζαν το συνταξιοδοτικό. Το προφανές ερώτημα είναι πώς θα χρηματοδοτούνταν ένα τέτοιο πρόγραμμα εργασίας. Ορισμένα κεφάλαια θα μπορούσαν να προέλθουν από το πολυσυζητημένο πρόγραμμα Γιουνκέρ ή από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων ή και από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και θα αντλούνταν μέσω ειδικής έκδοσης ομολόγων μακροπρόθεσμης ωρίμανσης. Εν τω μεταξύ, πρώην επίτροπος Εργασίας της Ε.Ε. είχε πρόσφατα προτείνει τη στήριξη κρατών-μελών που πλήττονται από πρωτοφανή επίπεδα ανεργίας από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Εργασίας, και είναι καιρός η ιδέα αυτή να αναβιώσει.

Πρέπει να κοιτάμε πέρα από το υπάρχον καθεστώς και τις προφανείς εναλλακτικές λύσεις. Το να εναποθέτει κανείς τις ελπίδες μιας χώρας σε λάθος στοχευμένα ημίμετρα ή να περιμένει διαφορετικά αποτελέσματα από τις ίδιες πολιτικές έχει ως αποτέλεσμα τη συνέχιση της ανθρωπιστικής κρίσης για περισσότερο από μία δεκαετία.

* Ο κ. Δημήτρης Β. Παπαδημητρίου είναι πρόεδρος του Οικονομικού Ινστιτούτου Levy και καθηγητής Οικονομικών στο Bard College της Νέας Υόρκης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ