ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η Βρετανία σήμερα, αύριο η Γερμανία;

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο​​πως και με τον γάμο, η συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ενωση και στην Ευρωζώνη υποτίθεται ότι είναι μακροχρόνια δέσμευση, σε εύκολους και σε δύσκολους καιρούς. Παρ’ όλα αυτά, προκύπτουν διαζύγια – ακόμη και όταν κάποιος έχει παντρευτεί με τις καλύτερες των προθέσεων, συμβαίνουν διαζύγια. Η αναταραχή ξέσπασε πρώτα στα κράτη-μέλη της περιφέρειας, καλλιέργησε την ιδέα ότι η συμμετοχή στο ευρώ ή στην Ε.Ε. μπορεί να μην είναι παντοτινή και ότι μία ή και περισσότερες χώρες θα μπορούσαν να επιστρέψουν σε εθνικό νόμισμα ή να εγκαταλείψουν την Ε.Ε.

Συχνά οι σχολιαστές υπέθεταν ότι το πρώτο κράτος-μέλος που θα έφευγε θα ήταν ένα από τα αδύναμα της περιφέρειας (στην περίπτωση της Ελλάδας, θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι θα ήταν δικαιολογημένο το διαζύγιο, εξαιτίας της διαρκούς συζυγικής κακομεταχείρισης και εκτόξευσης απειλών). Τελικά μπορεί τα πράγματα να μην εξελιχθούν έτσι, διότι οι μεγαλύτεροι ευρωσκεπτικιστές δεν είναι οι μη νομοταγείς Ελληνες, αλλά οι Βρετανοί –όπως απέδειξε το πρόσφατο δημοψήφισμα– οι Γερμανοί και οι Αυστριακοί. Δυστυχώς, φαίνεται ότι το βασικό αίτιο για το Brexit ήταν η μετανάστευση, αλλά το υπόβαθρο ήταν πολιτικά και οικονομικά αίτια. Η μακροπρόθεσμη επιβίωση της Ευρώπης είναι αμφίβολη εξαιτίας των προβλημάτων στον τραπεζικό τομέα και της υπό τη γερμανική ηγεσία αντιδημοκρατικής και σκληρωτικής διακυβέρνησης της Ενωσης. Οι οικονομικοί αναλυτές, πάντοτε συγχρονισμένοι με το status quo, έχουν ήδη ανακηρύξει ότι οι τραπεζίτες θα εγκαταλείψουν το Λονδίνο, το μεγαλύτερο τραπεζικό κέντρο στον κόσμο.

Θα ρωτήσει κανείς για να πάνε πού; Στο Παρίσι ή στη Φρανκφούρτη; Είναι μάλλον απίθανο ότι το αμερικανικό και βρετανικό τραπεζικό κατεστημένο θα εμπιστευτεί το μέλλον του στα χέρια των Γάλλων ή των Γερμανών, δεδομένου ότι οι αγγλόφωνοι –και ειδικότερα στον κόσμο της οικονομίας– δεν έχουν δείξει την παραμικρή πρόθεση να ζήσουν ή να εργαστούν σε χώρες που μιλούν διαφορετική γλώσσα. Επιπλέον, είναι εξίσου απίθανο η Ε.Ε. να θέσει εμπόδια στο εμπόριο της με τη Βρετανία, δεδομένου ότι έχει εμπορικό πλεόνασμα ύψους 77 δισ. ευρώ. Δεν είναι, λοιπόν, να απορεί κανείς που η καγκελάριος Μέρκελ δεν βιάζεται να αρχίσει τη διαδικασία εξόδου της Βρετανίας. Επίσης θα πρέπει να θυμόμαστε ότι η Βρετανία απασχολεί περισσότερο από δύο εκατομμύρια πολίτες από άλλα κράτη-μέλη της Ε.Ε. Τα σύνορα και οι κανόνες περί απασχόλησης δεν πρόκειται να διαταραχθούν σοβαρά. Είναι εξίσου αμφίβολο ότι η Ε.Ε. θα περιορίσει σοβαρά την ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων και εργαζομένων με τη Βρετανία.

Το πιο σημαντικό μήνυμα που στέλνει ενδεχομένως το Brexit είναι προς τους ηγέτες της Ε.Ε. και της Ευρωζώνης σε Βερολίνο και σε Βρυξέλλες. Οι οιωνοί είναι ξεκάθαροι. Υπάρχει ο κίνδυνος με τη στάση τους να ενισχύσουν ακόμη περισσότερο την ήδη ισχυρές φωνές των ευρωσκεπτικιστών σε Γαλλία, Γερμανία και αλλού με καταστροφικές συνέπειες. Τι θα γινόταν αν αποφάσιζε η Γερμανία να εγκαταλείψει την Ευρωζώνη;

Δεδομένης της φήμης που έχει η Γερμανία ότι διαχειρίζεται συνετά τα δημόσια οικονομικά της, είναι πιθανό ότι το γερμανικό μάρκο θα ήταν πολύ ισχυρό. Χρησιμοποιώντας τη μεθοδολογία του ΔΝΤ, υπολογίζω ότι θα ανατιμούνταν κατά 15% με 25% και ότι θα γινόταν ασφαλές καταφύγιο για όσους συναλλάσσονται στην αγορά συναλλάγματος. Το νέο γερμανικό μάρκο θα ανατιμούνταν έντονα έναντι του ευρώ και θα περιόριζε τις επιπτώσεις από την αναπόφευκτη διαγραφή χρεών σε ευρώ. Ακόμη και αν κατάρρεε το ίδιο το ευρώ, η Γερμανία απλώς θα αποπλήρωνε χρέη με το παλιό ευρώ, πιθανότατα πολύ κάτω από την παλαιά ονομαστική τους αξία. Αυτές θα ήταν οι θετικές συνέπειες από την έξοδο της Γερμανίας από την Ευρωζώνη. Από την άλλη πλευρά, θα υπήρχαν σημαντικές αρνητικές συνέπειες από την έξοδο της Γερμανίας από το ευρώ και έχουν σχέση με το τεράστιο πλεόνασμα, ύψους 8% του ΑΕΠ που έχει η Γερμανία στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, το οποίο θα εξαφανιζόταν. Το νέο ισχυρότερο μάρκο θα περιόριζε τη ζήτηση για γερμανικά καταναλωτικά και βιομηχανικά προϊόντα προκαλώντας σοκ στο γερμανικό εμπόριο. Η ανάπτυξη της γερμανικής οικονομίας θα επιβραδυνόταν δραματικά. Η μείωση του εμπορικού της πλεονάσματος θα οδηγούσε σε αύξηση του δημοσιονομικού ελλείμματος, εκτός και αν άρχισε να επεκτείνεται ταχέως ο ιδιωτικός τομέας, εξέλιξη απίθανη, δεδομένου ότι ιστορικά η τάση του ιδιωτικού τομέα είναι να αποταμιεύει. Αν η Γερμανία εξακολουθούσε να ακολουθεί την ίδια οικονομική πολιτική με σήμερα, τότε θα έπρεπε να είναι έτοιμη να ανακουφίσει τους πολίτες της που θα υφίσταντο τις συνέπειες της επιλογής για άσκηση αποπληθωριστικής πολιτικής. Είναι, λοιπόν, σαφές ότι η Γερμανία έχει αναπτύξει μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης που ωφελεί πρωτίστως την ίδια. Σε μια νομισματική ένωση χωρίς την ύπαρξη δημοσιονομικής ένωσης, δεν είναι δυνατό όλα τα κράτη-μέλη να επιτυγχάνουν εμπορικά πλεονάσματα. Χωρίς την ύπαρξη αναδιανεμητικού μηχανισμού, η Γερμανία είναι αντίθετη προς κάτι τέτοιο επιμένοντας στη διατήρηση της παρούσης κατάστασης με τον άρρητο στόχο να υπονομεύει τους εταίρους της κατά παράβαση των κανόνων της Ευρωζώνης, είναι απλώς θέμα χρόνου η διάλυση της Ε.Ε. και της Ευρωζώνης. Οπως έχει πει ο Ντέσμοντ Λάχμαν του American Enterprise Institute, είναι επείγον «η Γερμανία να επιδείξει πραγματικά ηγετική στάση στην Ευρώπη εγκαταλείποντας το ευρώ». Η Ε.Ε. είχε συλληφθεί ως μια ένωση ανάπτυξης και ευημερίας, όχι ως ένωση καθοδηγούμενης από τη Γερμανία λιτότητας.

* Ο κ. Δημήτρης Παπαδημητρίου είναι αρθρογράφος, πρόεδρος του Ινστιτούτου Levy για την Οικονομία και καθηγητής Οικονομικών στο Bard College της Νέας Υόρκης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ