ΘΑΛΕΙΑ ΔΡΑΓΩΝΑ, ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΟΥΣΣΑΚΗΣ

Εκπαιδεύοντας τους εκπαιδευτικούς

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Θέλουμε νέου τύπου εκπαιδευτικούς ή να μην αλλάξει τίποτα; Η διδακτική και παιδαγωγική επάρκεια των εκπαιδευτικών είναι θέμα μείζονος σημασίας. Ηταν στο επίκεντρο πρόσφατων εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων σε πολλές χώρες. Η επιτυχία της Φινλανδίας στην εκπαίδευση θεωρείται ότι σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στην αναβάθμιση των προσόντων των εκπαιδευτικών με πενταετείς σπουδές.

Η Ελλάδα είναι ίσως από τις τελευταίες χώρες της Ε.Ε. όπου το πτυχίο θεωρείται ικανό προσόν για την παροχή ποιοτικού εκπαιδευτικού έργου. Ας δούμε το γιατί. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει ενιαία πολιτική για την εκπαίδευση των εκπαιδευτικών της πρωτοβάθμιας ούτε της δευτεροβάθμιας. Οι λιγότερο προετοιμασμένοι για τη σχολική τάξη είναι οι εκπαιδευτικοί της δευτεροβάθμιας. Ο νομοθέτης (2010 και 2013) ορθώς προέβλεψε το «πιστοποιητικό διδακτικής και παιδαγωγικής επάρκειας». Ωστόσο, όπως συχνά συμβαίνει, η λύση που δόθηκε ήταν πρόχειρη και εμβαλωματική. Δεν προετοιμάζει τον εκπαιδευτικό πώς θα μετατρέψει τη γνώση σε διδακτική πράξη. Ουσιαστικά, οδήγησε στον εφησυχασμό ότι λίγο πολύ θα μείνουν όλα ως είχαν.

Η εκπαίδευση των εκπαιδευτικών του δημοτικού άλλαξε 30 χρόνια πριν όταν τις Παιδαγωγικές Ακαδημίες αντικατέστησαν τα πανεπιστημιακά Παιδαγωγικά Τμήματα. Και εδώ ο νομοθέτης, όμως, έκανε αστοχίες. Διαχώρισε την εκπαίδευση των νηπιαγωγών από των δασκάλων και έφτιαξε Σχολές Εκπαίδευσης που ετοιμάζουν διδάσκοντες για παιδιά από 4 έως 12 χρόνων. Τρίτη αστοχία ήταν η συγκόλληση της Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας. Η Φιλοσοφία περιορίστηκε, η Ψυχολογία βρέθηκε σφικταγκαλιασμένη με τη Φιλολογία και η Παιδαγωγική με αδιευκρίνιστο αντικείμενο.

Ο Εθνικός και Κοινωνικός Διάλογος για την Εκπαίδευση (ΕΚΔΕ) και η Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής κατέληξαν ότι οι εκπαιδευτικοί με μόνο εφόδιο το πτυχίο τους δεν έχουν τις ικανότητες διδασκαλίας στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και πρότειναν λύσεις που δημιούργησαν αντιστάσεις σε όσους φοβούνται τις αλλαγές. Ενδεικτικές αντιδράσεις είναι το πρόσφατο κείμενο της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών που υποστηρίζει το δόγμα «να μην αλλάξει τίποτα», η αντίδραση εκπαιδευτικών ομοσπονδιών και η θέση αρτηριοσκληρωτικών πολιτικών δυνάμεων.

Εδώ θα ασχοληθούμε με το πόρισμα του ΕΚΔΕ στο οποίο συμβάλαμε. Βασικές παραδοχές υπήρξαν ότι και η διδακτική και παιδαγωγική επάρκεια των μελλοντικών εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας, μολονότι ενσωματωμένη στο πτυχίο, είναι κι αυτή ελλειμματική. Επιπλέον, ότι η εκπαίδευση των εκπαιδευτικών είναι ένα μόνο στοιχείο του συστήματος και δεν αντιμετωπίζεται μεμονωμένα. Είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το είδος του μελλοντικού πολίτη που προσδοκάται να προετοιμάζει το σχολείο. Συνδέεται επίσης με απαραίτητες συστημικές αλλαγές στη λειτουργία των σχολείων και με την ανάγκη να αρθεί η ακινησία της διοικητικής μηχανής του εκπαιδευτικού συστήματος. Ο σχεδιασμός της διδακτικής και παιδαγωγικής επάρκειας πρέπει να συνάδει με το επιθυμητό προφίλ του εκπαιδευτικού, όπως το ορίζει η πολιτεία, συνυφασμένο με το προφίλ του μαθητή. Αρα η πολιτεία ορίζει τι πρέπει να ξέρει και να κάνει ο εκπαιδευτικός. Και τα ΑΕΙ το υλοποιούν.

Η Επιτροπή, για να ελαχιστοποιήσει την αναστάτωση στα πανεπιστήμια, πρότεινε απλώς βελτίωση της από το 2013 θεσμοθετημένης διαδικασίας, δηλαδή την ενσωμάτωση της διδακτικής και παιδαγωγικής επάρκειας στο πτυχίο όσων θα γίνουν εκπαιδευτικοί.

Πρότεινε όμως το μετασχηματισμό των Σχολών Εκπαίδευσης, οι οποίες δασυνδεδεμένες με τα τμήματα όπου διδάσκονται τα γνωστικά αντικείμενα του σχολικού προγράμματος θα προετοιμάζουν τους εκπαιδευτικούς όλων των βαθμίδων. Θα προσφέρουν στη συνέχεια μεταπτυχιακές σπουδές στη διδακτική και την παιδαγωγική, με μεγάλης έκτασης πρακτική στην τάξη. Επιπλέον, θα προετοιμάζουν μέντορες για τη διασύνδεση πανεπιστημίου και σχολείου και θα παρέχουν ποικίλης φύσης και διάρκειας επιμορφωτικά προγράμματα.

Τέλος, η Επιτροπή πρότεινε μια υποχρεωτική διετή εισαγωγική περίοδο ένταξης στο επάγγελμα του εκπαιδευτικού, ως την ουσιαστική απόκτηση της διδακτικής και παιδαγωγικής του επάρκειας. Δόκιμοι εκπαιδευτικοί (θεσμός που προβλέπεται από το 2010) θα προσλαμβάνονται μέσω ΑΣΕΠ και θα επιμορφώνονται συστηματικά (διά ζώσης και εξ αποστάσεως) στα περιεχόμενα και τη διδακτική των σχετικών επιστημονικών αντικειμένων, αλλά και στο σύνολο των σύγχρονων παιδαγωγικών και διδακτικών αρχών. Μετά τη διετία, θα πιστοποιούνται με βάση συγκεκριμένες δοκιμασίες. Προφανώς, το σχήμα αυτό θα προσαρμοστεί διαφορετικά σε εκπαιδευτικούς που έχουν ήδη υπηρετήσει ως αναπληρωτές. Ολα τα παραπάνω εισηγούνται συνολικού τύπου αλλαγές που θα επηρεάσουν τη «γραμματική» των πρακτικών που ισχύουν μέχρι σήμερα και θα ευνοήσουν την κινητικότητα των εκπαιδευτικών.

* Η Θάλεια Δραγώνα είναι κοσμήτωρ Σχολής Επιστημών της Αγωγής, ΕΚΠΑ, και ο Γιάννης Ρουσσάκης εκπαιδευτικός, μέλος Επιστημονικής Επιτροπής ΙΕΠ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ