ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Απουσία στρατηγικής στις αποκρατικοποιήσεις

Κ.Ν. ΣΤΑΜΠΟΛΗΣ*

Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα της ΔΕΠΑ, για την οποία αφού απεφασίσθη πρόωρα η αποκρατικοποίηση, δεν επέλεγη ο ασφαλής και δοκιμασμένος δρόμος της τμηματικής μετοχοποίησής της μέσω Χρηματιστηρίου Αθηνών, συγκεντρώνοντας άμεσα χρήματα και ενισχύοντας ταυτόχρονα τον χρηματιστηριακό θεσμό που κυριολεκτικά δοκιμάζεται τα τελευταία έτη.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

​​Ο ενεργειακός τομέας μαζί με τις μεταφορές αποτελούν το φιλέτο του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων, που ξεκίνησε το α΄ εξάμηνο του 2011 με την ίδρυση και δραστηριοποίηση του ΤΑΙΠΕΔ. Ομως από τότε μέχρι σήμερα, δηλ. εδώ και πέντε χρόνια, δεν έχει εισπραχθεί ούτε ένα ευρώ παρά την καταβληθείσα προσπάθεια και το όχι αμελητέο ενδιαφέρον από πλευράς επενδυτών. Παρά το δυσμενές οικονομικό κλίμα και την εν γένει αναξιοπιστία του διοικητικού και φορολογικού μηχανισμού της χώρας, το επενδυτικό ενδιαφέρον εξακολουθεί να υπάρχει εάν κρίνουμε από την πολύ θετική ανταπόκριση γνωστών ξένων εταιρειών στον πρόσφατο διαγωνισμό (Ιούλιος 2016) για την πώληση του 24% του ΑΔΜΗΕ.

Το δε διεθνές ενδιαφέρον είναι απόλυτα δικαιολογημένο γιατί ο κλάδος αποτελείται ως επί το πλείστον από δυναμικές και εξωστρεφείς εταιρείες του κρατικού και ιδιωτικού τομέα, οι οποίες μακροπρόθεσμα εμφανίζουν πολύ καλές προοπτικές ανάπτυξης τόσο σε τοπικό αλλά κυρίως σε περιφερειακό επίπεδο στην ΝΑ Ευρώπη. Με τον γεωπολιτικό παράγοντα να μετράει ιδιαίτερα στους όποιους υπολογισμούς και επενδυτικά σχέδια. Μ’ έναν συνολικό κύκλο εργασιών που ξεπέρασε τα 25 δισ. ευρώ το 2015, ο ελληνικός ενεργειακός τομέας παρουσιάζει εντυπωσιακή ανθεκτικότητα υποβοηθούμενος τόσο από την έντονα εξαγωγική του κατεύθυνση (στην περίπτωση των πετρελαιοειδών και των κατασκευών) όσο και από τις εσωτερικές ανακατατάξεις, λόγω του αναπτυσσόμενου ανταγωνισμού. Αξίζει να αναφερθεί ότι στην περίπτωση του ηλεκτρισμού η ΔΕΗ έχει απολέσει το απόλυτο μονοπώλιο, με ένα 10% της αγοράς να ελέγχεται πλέον από ιδιώτες παρόχους.

Και ενώ λοιπόν τα θεμελιώδη του ενεργειακού τομέα όσο και οι προοπτικές του εμφανίζονται αρκετά θετικά, παρά την αρνητική οικονομική συγκυρία, με σταθερό το διεθνές ενδιαφέρον για επενδύσεις, είναι απορίας άξιον πώς την τελευταία πενταετία δεν έχει ολοκληρωθεί ούτε ένα deal. Η δε όλη πορεία της προσπάθειας αποκρατικοποιήσεων στον ενεργειακό τομέα, αρχής γενομένης με τη ΔΕΠΑ, μετά τον ΔΕΣΦΑ, ακολούθως τη μικρή ΔΕΗ και τώρα τον ΑΔΜΗΕ, παρουσιάζεται να είναι τελείως στοιχειωμένη. Φαίνεται σαν τίποτα να μην μπορεί να προχωρήσει και τίποτα να στεριώσει, με πλέον κτυπητό παράδειγμα την πώληση του 66% του ΔΕΣΦΑ, όπου παρά το γεγονός ότι και επενδυτής έχει βρεθεί (από τον Ιούνιο του 2013) και εγγυημένη προσφορά υπάρχει η πώληση δεν μπορεί να ολοκληρωθεί για απόλυτα προβλέψιμους λόγους, δηλ. την παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για θέματα ανταγωνισμού – κάτι που ήτο, όμως, γνωστό πριν από την προκήρυξη του διαγωνισμού.

Το «ναυάγιο» των αποκρατικοποιήσεων στον ενεργειακό κλάδο μπορούσε άνετα να είχε αποφευχθεί, εάν υπήρχε μια καλά μελετημένη στρατηγική και επεξεργασμένη προσέγγιση στο όλο θέμα. Μια τέτοια στρατηγική θα είχε ως βασικό μέλημα την εξασφάλιση μιας επιτυχίας στην αρχή της όλης διαδικασίας, έτσι ώστε να υπάρξει μια προοδευτική επιτάχυνση του επενδυτικού ενδιαφέροντος. Για αυτό η αρχή έπρεπε να είχε γίνει από την πώληση μετοχικών πακέτων εταιρειών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αθηνών (δηλ. ΕΛΠΕ και ΔΕΗ) όπου η όλη διαδικασία είναι ξεκάθαρη και σχετικά σύντομη, χωρίς να χρειάζεται χρονοβόρο due dilligence, αφού πρόκειται ουσιαστικά για πλειοδοτικό διαγωνισμό που αφορά ένα πριμ επί της τρέχουσας τιμής της μετοχής. Στη δε περίπτωση των ΕΛΠΕ η προβαλλόμενη αιτιολογία ότι υπήρχε δέσμευση προς τον όμιλο Λάτση για την μη πώληση του 34% του Δημοσίου δεν ευσταθεί, αφού αυτός είχε παραιτηθεί από τα first refusal rights.

Αντίθετα, επελέγη η αρχή να γίνει από εταιρείες που όχι μόνο δεν ήσαν εισηγμένες, όπως η ΔΕΠΑ, ο ΔΕΣΦΑ και ο ΑΔΜΗΕ, αλλά παρουσίαζαν σημαντικές δυσκολίες στην αξιολόγησή τους από οικονομικής και νομικής άποψης, με αποτέλεσμα τη διαστολή του χρονικού πλαισίου έτσι που τελικά αυτό έφθασε να συμβαδίσει με τον πολιτικό χρόνο της κάθε κυβέρνησης. Κάτι που φαίνεται ότι τις βόλευε απόλυτα! Επιπλέον, απεδείχθη τελείως λάθος η επιλογή να προσφερθούν πρώτα ΔΕΣΦΑ και ΑΔΜΗΕ για ιδιωτικοποίηση τη στιγμή που αποτελούν βασικούς πυλώνες ελέγχου και λειτουργίας της ενεργειακής αγοράς, κάτι που έχει ιδιαίτερη σημασία για τον ΔΕΣΦΑ αφού η νεόκοπη αγορά φυσικού αερίου στην Ελλάδα δεν έχει εισέλθει ακόμη σε περίοδο ωρίμανσης και άρα ο ρόλος του διαχειριστή κρίνεται υψηλής στρατηγικής σημασίας για την ανάπτυξή της. Οσο δε για την υποβληθείσα προσφορά των 400 εκατ. ευρώ, από την αζέρικη κρατική πετρελαϊκή Socar, για το 66% του ΔΕΣΦΑ, που αποτιμά την αξία του διαχειριστή μόλις στα 600 εκατ. ευρώ, έπρεπε να είχε απορριφθεί από την αρχή ως τελείως ανεπαρκής αφού μόνο η αξία των παγίων του διαχειριστή ξεπερνά σήμερα τα 2,0 δισ. ευρώ.

Εκ των άνω προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι όχι μόνο δεν υπήρξε κάποια στρατηγική στη σχεδίαση του προγράμματος των ενεργειακών αποκρατικοποιήσεων, αλλά έγινε σωρεία λαθεμένων χειρισμών. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα της ΔΕΠΑ, για την οποία αφού απεφασίσθη πρόωρα η αποκρατικοποίηση δεν επελέγη ο πλέον ασφαλής και δοκιμασμένος δρόμος της τμηματικής μετοχοποίησής της μέσω Χρηματιστηρίου Αθηνών, συγκεντρώνοντας άμεσα χρήματα και ενισχύοντας ταυτόχρονα τον χρηματιστηριακό θεσμό που κυριολεκτικά δοκιμάζεται τα τελευταία χρόνια.

Ακούγεται τελείως κυνικό και μακιαβελικό στη σύλληψη, αλλά η όλη υπόθεση και η εκ των υστέρων ανάλυση της πορείας των αποκρατικοποιήσεων, τουλάχιστον στον ενεργειακό τομέα, φανερώνουν μία καλά μελετημένη προσπάθεια καθυστέρησης, παρέλκυσης ή και ακύρωσης, όπου αυτό ήτο δυνατόν, της όλης διαδικασίας. Γιατί, κακά τα ψέματα, ουδεμία κυβέρνηση όμως θα αισθάνετο ιδιαίτερα ευτυχής με την απώλεια αίφνης του ελέγχου των διοικήσεων των μεγάλων ενεργειακών επιχειρήσεων, που θα ήτο το άμεσο αποτέλεσμα των όποιων αποκρατικοποιήσεων. Αφού, με άλλα λόγια, θα έχαναν τη δυνατότητα παρέμβασης, προσλήψεων, ρουσφετιών και τα τοιαύτα. Μπορεί μια σωστή στρατηγική στις αποκρατικοποιήσεις του ενεργειακού τομέα, εάν είχε υιοθετηθεί στην αρχή του προγράμματος, να είχε αποφέρει σήμερα απτά αποτελέσματα, κάτι τέτοιο όμως, όπως προκύπτει εκ των υστέρων, δεν ήτο το ζητούμενο.

* Ο Κ.Ν. Σταμπολής είναι εκτελεστικός διευθυντής, Ινστιτούτο Ενέργειας ΝΑ Ευρώπης (ΙΕΝΕ) και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος στο Energy and Innovation, Said Business School, University of Oxford, UK.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ