ΓΙΑΝΝΗΣ Μ. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ

Περί πολεμικών αποζημιώσεων

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο​​πως κάθε Ελληνας, εύχομαι οι επιδιώξεις των ελληνικών κυβερνήσεων, στο απώτερο αλλά και στο πιο πρόσφατο παρελθόν, για την παροχή πολεμικών αποζημιώσεων από τη Γερμανία, να είχαν ευοδωθεί. Φοβάμαι όμως ότι για μία ακόμα φορά θα παραμείνουν στον χώρο των ονείρων, ή ακόμα χειρότερα, στον χώρο των πολιτικών συνθημάτων.

Το πρώτο πρόβλημα είναι φυσικά νομικό, και οποιαδήποτε επιδίωξη πρέπει να διερευνηθεί ενδελεχώς με βάση τις αρχές του διεθνούς δικαίου. Η Ελλάδα όμως έχει υπογράψει μια σειρά από συνθήκες που από ό,τι φαίνεται από (πρόχειρη) ανάγνωση των αρχείων περιορίζουν αν όχι αποκλείουν ανακίνηση του θέματος. Αλλά ας υποθέσουμε ότι το θέμα μπορεί να τεθεί. Τότε, πώς μπορεί να αποτιμηθεί δίκαιη αποζημίωση για εκτεταμένα τεκμηριωμένες θηριωδίες των ναζί (αλλά) και άλλων ολοκληρωτικών και μη καθεστώτων εις βάρος άλλων εθνών; Πώς μπορεί να αποτιμηθεί το κόστος του δουλεμπορίου για τις αφρικανικές κοινωνίες που κατέστρεψε; Της βρετανικής διοίκησης στις Ινδίες; Των πολέμων στη Νοτιοανατολική Ασία; Της ιαπωνικής κατοχής στην Κίνα; Και πότε αρχίζει ο υπολογισμός; Να επιδιώξει η Μ. Βρετανία αποζημίωση για την εισβολή των Νορμανδών τον 11ο μ.Χ. αιώνα; Η Ελλάδα για την οθωμανική κατοχή;

Τελικά η διεθνής πρακτική και το δίκαιο καταλήγουν σε διακανονισμούς που επιτρέπουν στα κράτη να μάθουν από λάθη του παρελθόντος (π.χ. τη Συνθήκη των Βερσαλλιών) και να επιδιώξουν επανέναρξη σχέσεων και ειρηνική συμβίωση.

Εάν ήταν κάποια στενή οικονομική λογική να διέπει τον υπολογισμό του κόστους του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου για τα θύματα του ναζισμού, τότε η Γερμανία θα πλήρωνε στον αιώνα τον άπαντα. Αλλά ξέρουμε ότι δεν λύνονται έτσι οι διαφορές μεταξύ κρατών. Από ειδικούς που έχουν εντρυφήσει επί του θέματος διακρίνεται ο καθηγητής Οικονομικής Ιστορίας του LSE Albert Ritschl. Οι υπολογισμοί του για την Ελλάδα δείχνουν πολύ μικρότερα ποσά από αυτά που πλησιάζουν (κάπως περίεργα) το ελληνικό δημόσιο χρέος.

Ας υποθέσουμε ότι η Γερμανία συμφωνεί σε κάποια λογική αποτίμηση με βάση τα δεδομένα, που θα ήταν πολύ μικρότερη του ελληνικού δημόσιου χρέους. Να περιμένουμε λοιπόν ότι θα συμφωνήσει στην αντίστοιχη απομείωση του χρέους; Οχι!

Η ιδέα που έριξε ο Γερμανός πρόεδρος Joachim Gauck για τη δημιουργία «Ταμείου για το Μέλλον» μέσω του οποίου η Γερμανία να αποπληρώσει το ηθικό της χρέος προς την Ελλάδα με τη μορφή υποτροφιών έχει ένα ενδιαφέρον ιστορικό «προηγούμενο». Η εξέγερση των Μπόξερς στην Κίνα στην αρχή του 20ού αιώνα κατέληξε στην απονομή (τεραστίων) αποζημιώσεων σε οκτώ ξένες δυνάμεις εις βάρος της Κίνας. Οι ΗΠΑ (και στη συνέχεια και εν μέρει και η Μ. Βρετανία) αποποιήθηκαν την είσπραξη αποζημιώσεων. Αντί αυτών, οι πόροι χρηματοδότησαν πρόγραμμα υποτροφιών για τις σπουδές νέων Κινέζων επιστημόνων στις ΗΠΑ (Boxer Indemnity Scholarship Program). Πολλοί από αυτούς επέστρεψαν στην Κίνα και αποτέλεσαν την επιστημονική της ελίτ. Το ίδρυμα που δημιουργήθηκε για την προετοιμασία των υποτρόφων μετεξελίχθηκε στο Πανεπιστήμιο Tsinghua, ένα από τα καλύτερα της Κίνας (και του κόσμου). Και η διακριτά στενή σχέση μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας δεν είναι άσχετη με αυτό το ιστορικό γεγονός.

Αναστρέφοντας τους όρους, ας ζητήσουμε από τη Γερμανία γενναιόδωρη χρηματοδότηση του «Ταμείου για το Μέλλον». Η κολοσσιαία προσπάθεια, επενδύσεις 70 - 200 δισ. ευρώ, που απαιτείται για να επανέλθουν η απασχόληση και το εισόδημα στην Ελλάδα στο επίπεδα πριν από την κρίση, χρειάζεται φρέσκιες ιδέες για μια Μεγάλη Ωθηση, και κίνητρα για να αξιοποιηθεί το ανθρώπινο κεφάλαιο, υπάρχον και καινούργιο, για μεγάλο χρονικό διάστημα. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος.

*Ο κ. Γιάννης Μ. Ιωαννίδης είναι καθηγητής Οικονομικής στην Τιμητική Εδρα Max and Herta Neubauer του Πανεπιστημίου Tufts.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ