ΚΟΣΜΟΣ

Η πτώση του Νικίτα Χρουστσόφ

ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ ΚΟΥΡΚΟΥΒΕΛΑΣ*

Ο Λεονίντ Μπρέζνιεφ (αριστερά) χειροκροτεί τον Νικίτα Χρουστσόφ. Λίγο καιρό πριν τον αντικαταστήσει στην ηγεσία της ΕΣΣΔ, είχε αναρριχηθεί στα ύπατα αξιώματα της Γραμματείας της Κεντρικής Επιτροπής χάρις στην εύνοια του Χρουστσόφ.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Ο θάνατος του Στάλιν το 1953 αποτέλεσε τομή στην ιστορία της Σοβιετικής Ενωσης, καθώς σηματοδότησε την απαρχή θεμελιωδών μεταρρυθμίσεων που θα εκτείνονταν σε μεγάλο φάσμα της κοινωνικοπολιτικής ζωής της χώρας και θα έμεναν γνωστές με τον όρο «αποσταλινοποίηση». Κεντρική πολιτική φυσιογνωμία της διαδικασίας της αποσταλινοποίησης ήταν ο Νικήτα Χρουστσόφ, ο οποίος βρέθηκε στην ηγεσία της χώρας επί σχεδόν έντεκα χρόνια, μέχρι την αποπομπή του τον Οκτώβριο του 1964.

Τα αμεσότερα αποτελέσματα του θανάτου του Στάλιν ήταν η προσπάθεια για την εγκατάλειψη της προσωπολατρίας, που αποτέλεσε ένα από τα κεντρικότερα χαρακτηριστικά της σταλινικής εποχής, και η συγκρότηση «συλλογικής ηγεσίας». Μέχρι τον Φεβρουάριο 1955 στην ανώτατη εξουσία της ΕΣΣΔ βρισκόταν η «τριανδρία» των Γκεόργκι Μαλένκοφ (πρόεδρος του Συμβουλίου των Υπουργών), Νικήτα Χρουστσόφ («πρώτος γραμματέας» του Κομμουνιστικού Κόμματος) και Βιάτσεσλαβ Μολότοφ (υπουργός Εξωτερικών), η οποία ξεκίνησε σειρά προγραμματικών πολιτικών ανατροπών με κύρια αιχμή την απομάκρυνση πλήθους υποστηρικτών του Στάλιν από το Κομμουνιστικό Κόμμα (ΚΚΣΕ) και την κρατική γραφειοκρατία. Από την άλλη μεριά, η συνύπαρξη των τριών ανδρών στην εξουσία δεν αφορούσε μόνο τον στόχο της εγκατάλειψης της προσωπολατρίας αλλά αποτελούσε και μια συμβιβαστική λύση, καθώς κανείς δεν είχε καταφέρει να κυριαρχήσει στην πολιτική σκηνή της Σοβιετικής Ενωσης. Η μάχη για την εξουσία, που διεξήχθη κυρίως ανάμεσα στον Μαλένκοφ και τον Χρουστσόφ, και είχε ως επίκεντρο την οικονομική πολιτική, έληξε με την επικράτηση του δεύτερου το 1955, όταν ο πρώτος εξαναγκάστηκε σε παραίτηση από τη θέση του προέδρου του Συμβουλίου Υπουργών.

Σύντομα, όμως, και ο Χρουστσόφ αντιμετώπισε προβλήματα, λόγω της ταχύτητας αλλά και της ίδιας της φύσης της πολιτικής της αποσταλινοποίησης που έθιγε διάφορα συμφέροντα εντός του ΚΚΣΕ, της KGB και της κρατικής γραφειοκρατίας. Οι αντιδράσεις που δημιουργήθηκαν οδήγησαν στη λεγόμενη «αντικομματική συνωμοσία» του 1957, που εκφράστηκε με την αντίθεση της πλειοψηφίας του Πρεζίντιουμ της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος (το οποίο μετονομάστηκε σε Πολίτμπιρο το 1966) προς το πρόσωπό του. Ο Χρουστσόφ, κινούμενος στρατηγικά και παρακάμπτοντας το Πρεζίντιουμ, απευθύνθηκε επιτυχώς στην Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΣΕ, και με την υποστήριξη της KGB και του στρατεύματος, ιδίως του υπουργού Αμυνας και εμβληματικής φυσιογνωμίας του Κόκκινου Στρατού από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στρατάρχη Ζούκοφ, κατάφερε να κερδίσει τη «μάχη» και να εδραιωθεί στην εξουσία.

Σχεδόν ταυτόχρονα με αυτές τις εξελίξεις, στα τέλη Φεβρουαρίου 1956, ο Χρουστσόφ, με τη μνημειώδη, πλέον, ομιλία του στο 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ, «αποκαθήλωνε» τον σταλινισμό και εισήγαγε την ΕΣΣΔ σε μια νέα μορφή πολιτικής και κοινωνικής φιλελευθεροποίησης, που θα είχε τεράστιες συνέπειες όχι μόνο για την εξέλιξη του Ψυχρού Πολέμου αλλά και για τον ίδιο προσωπικά.

Δύο παράμετροι που οδήγησαν στην αποπομπή

Η συζήτηση για τα αίτια της πτώσης του Χρουστσόφ ξεκίνησε την περίοδο της φιλελευθεροποίησης και των μεταρρυθμίσεων του Γκορμπατσόφ με την εμφάνιση μιας σειράς συνεντεύξεων, απομνημονευμάτων και αναλύσεων κάποιων από τους συμμετέχοντες στα γεγονότα. Η έμφαση αναφορικά με τους λόγους που οδήγησαν στην αποπομπή του Χρουστσόφ δίνεται, κυρίως, σε δύο παραμέτρους: σε εσωτερικούς παράγοντες που έθιγαν τα συμφέροντα της κομματικής ελίτ και του ευρύτερου συστήματος εξουσίας στη Σοβιετική Ενωση, από τη μία πλευρά, και στον ρόλο των διεθνών σχέσεων και πιο συγκεκριμένα στην εξωτερική πολιτική του Χρουστσόφ, από την άλλη.

Ως προς τις εσωτερικές παραμέτρους, σημαντικό ρόλο έπαιξε η δυσαρέσκεια σχετικά με την περίπλοκη και δύσχρηστη δομή της οικονομικής διοίκησης (σύστημα Σοβναρκόζ – Sovnarkhoz) που είχε εισαγάγει ο Χρουστσόφ από τον Μάιο 1957 και που είχε ως στόχο την αποκέντρωση. Πέραν του ότι δημιούργησε δυσεπίλυτα προβλήματα στη συνεργασία μεταξύ των περιφερειών, προξένησε, επίσης, και τη δυσαρέσκεια των γραφειοκρατών, καθώς έπρεπε να φύγουν από τη Μόσχα και να ζήσουν στις περιφέρειες. Επιπλέον, το 1962 ο Χρουστσόφ προχώρησε σε μια πολιτική που ενόχλησε έντονα τον κομματικό μηχανισμό. Το Νοέμβριο χώρισε το κόμμα σε όλα τα επίπεδα σε αγροτικούς και αστικούς τομείς, μια ενέργεια που διαμοίραζε την εξουσία των αξιωματούχων που υπήρχαν στο κόμμα, δημιουργώντας νέους ανταγωνισμούς και προξενώντας τρομερή σύγχυση σχετικά με τις τοπικές αρμοδιότητες. Σε γενικές γραμμές, αυτό που είχε συμβεί μέχρι το 1964 ήταν η δημιουργία ενός κλίματος εξαιρετικά αρνητικού ως προς τον ίδιο τον Χρουστσόφ και την πολιτική του, που εκτεινόταν από τις κατηγορίες για την αδυναμία της σοβιετικής οικονομίας να αναπτυχθεί και τις προσπάθειες ελέγχου του κομματικού μηχανισμού, μέχρι τις επικρίσεις για τη δημόσια εικόνα του, την απότομη και αγενή του συμπεριφορά και τις απόπειρες για τη δημιουργία «προσωπολατρικών» πρακτικών.

Η δεύτερη κύρια ερμηνευτική προσέγγιση έχει επικεντρωθεί στα προβλήματα της εξωτερικής πολιτικής του Χρουστσόφ ή, καλύτερα, στο πώς αυτά προσλαμβάνονταν από το πλέγμα εξουσίας εντός του Κρεμλίνου. Ο Χρουστσόφ κατηγορήθηκε για τυχοδιωκτισμό και επικίνδυνη εμπλοκή της ΕΣΣΔ στο ενδεχόμενο ενός καταστροφικού πυρηνικού πολέμου με τις ΗΠΑ στις περιπτώσεις της Κρίσης του Σουέζ (1956), του Βερολίνου (1958-61) και της Κούβας (1962). Επιπροσθέτως, η υιοθέτηση μιας υψηλής στρατηγικής που προέβλεπε την ευρεία χρήση πυρηνικών όπλων και τη συνακόλουθη δραστική μείωση των συμβατικών στρατιωτικών δυνάμεων αποξένωσε την ηγεσία του Κόκκινου Στρατού, η οποία τον είχε διατηρήσει στην εξουσία το 1957, όμως τώρα πλέον έμεινε απαθής. Πάντως, κατά την άποψη των υποστηρικτών της ερμηνευτικής θέσης που δίνει έμφαση στους εσωτερικούς παράγοντες, η εξωτερική πολιτική δεν έπαιξε ουσιαστικό ρόλο, διότι, όπως και ο ίδιος ο Χρουστσόφ υποστήριξε την ημέρα της αποπομπής του, οι μείζονες αποφάσεις σχετικά με την εξωτερική πολιτική της ΕΣΣΔ λαμβάνονταν με τη σύμφωνη γνώμη της πλειοψηφίας του Πρεζίντιουμ. Αξίζει πάντως να τονιστεί ότι η έρευνα δεν έχει αναδείξει κάποιον αποφασιστικό παράγοντα, είτε εσωτερικό είτε εσωτερικό, που να οδήγησε στην πτώση του Χρουστσόφ, ενώ η έμφαση που δίνεται σε πλειάδα αιτίων ποικίλλει ανάλογα με την οπτική γωνία του εκάστοτε ερευνητή.

Η καθοριστική διήμερη συνεδρίαση του Πρεζίντιουμ

Η πτώση του Χρουστσόφ από την ηγεσία της ΕΣΣΔ επήλθε ως αποτέλεσμα προσεκτικών σχεδιασμών πλειάδας στελεχών του ΚΚΣΕ στις οποίες συμπεριλαμβάνονταν ηγετικές φυσιογνωμίες του κόμματος, όπως ο Μπρέζνιεφ (πρόεδρος του Πρεζίντιουμ του Ανώτατου Σοβιέτ, το οποίο πρέπει να διαχωριστεί από το Πρεζίντιουμ της Κεντρικής Επιτροπής) και ο Νικολάι Ποντγκόρνι (γενικός γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος Ουκρανίας και, μετά την αποπομπή του Χρουστσόφ, πρόεδρος του Πρεζίντιουμ της Κεντρικής Επιτροπής) αλλά και δεκάδες μέλη της περιφερειακής και τοπικής κομματικής ελίτ. Μάλιστα, η συμπερίληψη των τοπικών κομματικών ελίτ στη συνωμοσία μετέβαλε ουσιαστικά την εικόνα των δυτικών ερευνητών, πάγια θέση των οποίων ήταν η απολυτοποίηση του ρόλου του «σκληρού» πυρήνα του Κρεμλίνου στις ενδοσοβιετικές σχέσεις εξουσίας.

Οι συνωμότες, οι οποίοι δεν ήθελαν να δοθεί η δημόσια αίσθηση ενός πραξικοπήματος, κάλεσαν εσπευσμένα τον Χρουστσόφ από την Πιτσούντα (στη Μαύρη Θάλασσα), όπου βρισκόταν για διακοπές, με το πρόσχημα ότι έπρεπε να συζητηθούν άμεσα κάποια ζητήματα αναφορικά με την οικονομική πολιτική της χώρας. Είχαν εξασφαλίσει την μη επέμβαση του Κόκκινου Στρατού μέσω της εκφρασμένης απροθυμίας του Μαλινόφκσι (υπουργού Αμυνας) να αναμειχθεί στην κατάσταση και φυσικά τη στήριξη της πανίσχυρης KGB. Στις συνεδριάσεις της 13ης και 14ης Οκτωβρίου, ο Χρουστσόφ, ο οποίος είχε ενημερωθεί για το ενδεχόμενο συνωμοσίας, βρέθηκε μπροστά σε μια δριμεία κριτική της πολιτικής και του προσώπου του από το σύνολο σχεδόν του Πρεζίντιουμ. Μάλιστα, είχε ετοιμαστεί και ένα κείμενο από μέλος του Πρεζίντιουμ, τον Ντ. Σ. Πολιάνσκι, στο οποίο εμπεριεχόταν το σύνολο της επιχειρηματολογίας των συνωμοτών για την αποπομπή του Χρουστσόφ. Το γεγονός ότι ο τελευταίος δεν αντέδρασε ουσιαστικά στις κατηγορίες κράτησε το κείμενο στα συρτάρια. Πρέπει να υπογραμμιστεί πως η «αναφορά Πολιάνσκι» έχει αποτελέσει μία από τις κυριότερες πηγές και για τις δύο ερμηνευτικές προσεγγίσεις στις οποίες αναφερθήκαμε.

Η απάντηση του Χρουστσόφ στις επικρίσεις δόθηκε με την ομιλία του ιδίου στη συνεδρίαση του Πρεζίντιουμ της 14ης Οκτωβρίου. Παραδεχόμενος την εγκυρότητα κάποιων από τις επικρίσεις, και απορρίπτοντας άλλες κατηγορηματικά, ο γενικός γραμματέας του ΚΚΣΕ, έκανε μια απέλπιδα απόπειρα να δικαιολογήσει τον εαυτό του, η οποία, όπως ήταν φυσικό, έπεσε στο κενό. Το ερώτημα για τη χαλαρή αντίδραση του Χρουστσόφ παραμένει, με τις περισσότερες αφηγήσεις να δίνουν έμφαση στο γεγονός ότι ήταν κουρασμένος και απογοητευμένος από την έλλειψη στήριξης των πιο έμπιστων συνεργατών του, ενώ υπάρχουν και κάποιες αναφορές που υποστηρίζουν πως ο ίδιος σκεφτόταν να παραιτηθεί ούτως ή άλλως σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Ακολούθησε, έπειτα από μερικές ώρες, η συνεδρίαση της Ολομέλειας της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΣΕ, η οποία ομοφώνως απάλλαξε τον Χρουστσόφ από τα καθήκοντά του με το αιτιολογικό της μεγάλης ηλικίας και της κακής κατάστασης της υγείας του. Τη θέση του γενικού γραμματέα ανέλαβε ο Λεονίντ Μπρέζνιεφ και του πρωθυπουργού ο Αλεξέι Κοσίγκιν. Ο τελευταίος πραγματοποίησε μια μικρή ομιλία και η Ολομέλεια έκλεισε τη συνεδρίασή της. Η εποχή Χρουστσόφ είχε τελειώσει. Είχε αφήσει όμως, πέρα από τις τεράστιες συνέπειες για την ίδια την πορεία των διεθνών σχέσεων σε μια κρίσιμη εποχή, την παρακαταθήκη της αποσταλινοποίησης. Χωρίς αυτή θα ήταν μάλλον απίθανο να πραγματοποιηθεί η πιο ομαλή μετάβαση σε μια νέα ηγεσία στην ιστορία της Σοβιετικής Ενωσης. Οπως φέρεται να δήλωσε ο ίδιος ο Χρουστσόφ λίγο καιρό μετά την αποχώρησή του: «Ισως το πιο σημαντικό πράγμα που κατάφερα ήταν ακριβώς αυτό – ότι είχαν τη δυνατότητα να απαλλαγούν από εμένα με μια απλή ψηφοφορία, ενώ ο Στάλιν θα τους είχε συλλάβει όλους».

*Ο κ. Λυκούργος Κουρκουβέλας διδάσκει στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ