ΕΛΛΑΔΑ

Σύνταγμα: Γαστρονομικός προορισμός και μια νέα γειτονιά

ΓΙΩΡΓΟΣ ΡΟΜΠΟΛΑΣ

Φωτογραφία: Ορέστης Σεφέρογλου.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Μέχρι πριν από κάποια χρόνια, κατηφορίζοντας κανείς τη Μητροπόλεως για δουλειά ή για διασκέδαση, σπάνια έστριβε αριστερά. Δεν περνούσε μέσα από δρόμους όπως η Νίκης, η Απόλλωνος, η Βουλής ή η Σκούφου, ούτε από τον πεζόδρομο της Ηπίτου - και ακόμα πιο σπάνια κοιτούσε στους πιο ψηλούς ορόφους των πολυκατοικιών, όπου καλοντυμένοι Αθηναίοι, παλαιάς κοπής, έπιναν τον ελληνικό καφέ τους, σε μπαλκόνια γεμάτα γλάστρες, φροντισμένες με αγάπη και μεράκι.

Σήμερα, όταν περνάει κανείς πρωί από την οδό Απόλλωνος, οι περαστικοί δεν είναι πολλοί, η εμπορική κίνηση είναι μικρή, οι προετοιμασίες όμως πυρετώδεις• μπαχαρικά από την Ινδία, ολόφρεσκα ψάρια για σούσι, σπάνια μυρωδικά από την Κίνα, άρωμα καβουρδισμένου καφέ, λαχανικά από βιολογικά μποστάνια και πρόσωπα από κάθε γωνιά της Γης που συνθέτουν ένα πολύχρωμο ψηφιδωτό. Η γειτονιά, μέσα σε πέντε χρόνια, έχει αλλάξει εικόνα, έχει αποκτήσει ένα μητροπολιτικό πρόσωπο. Καθημερινά, τα πάμπολλα μαγαζιά της προετοιμάζονται από νωρίς για αυτό που πρόκειται να ακολουθήσει τις βραδινές ώρες. Τότε που πλήθος κόσμου θα κατακλύσει τους δρόμους της για να δοκιμάσει γεύσεις εξωτικές, που άλλοτε πατάνε γερά στην παράδοση και άλλοτε κλείνουν το μάτι προς το νεωτερισμό.

«Διαλέξαμε τη γειτονιά καθαρά για το διεθνές προφίλ της», θα μας πει ο Κώστας Πισσιώτης του νεοαφιχθέντος Nolan (Βουλής και Απόλλωνος), δίνοντας το στίγμα για το πώς η περιοχή έχει γίνει το κέντρο μιας πολυεθνικής γαστρονομικής έκρηξης. «Δεν έχετε ιδέα πού έχουν φτάσει τα νοίκια!», θα συνεχίσει. Και πράγματι, όπως μας επιβεβαίωσε ο Φάνης Σπηλιωτόπουλος, ιδιοκτήτης των μεσιτικών γραφείων Infocasa, από τις αρχές της οικονομικής κρίσης έως σήμερα, οι εμπορικές αξίες της γειτονιάς αντί να πέφτουν έχουν εκτοξευτεί. Μας επισήμανε επιπροσθέτως πως τα προσφερόμενα προς ενοικίαση διαμερίσματα είναι πολύ λίγα και «κρατάνε» τις τιμές τους. Οσο δε για τους τουρίστες που μπαίνουν στις εισόδους των παλιών πολυκατοικιών με τις βαλίτσες στο χέρι, αποτελούν την απτή απόδειξη της μεγάλης airbnb κινητικότητας.

«Μια ήσυχη γειτονιά δίπλα ακριβώς στο πολύβουο κέντρο, όπου μπορεί να ηρεμήσει το αυτί σου», ήταν οι λέξεις που χρησιμοποίησε ο Αντώνης Δρακουλαράκος τού μόλις δέκα μηνών Sushimou (Σκούφου 6). «Οι παλιοί κάτοικοι αγκάλιασαν τα μαγαζιά, από εδώ παίρνουν τον καφέ τους», προσθέτει ο Γιάννης Κοκκίνης, ιδιοκτήτης του ατμοσφαιρικού all-day bar Twin Peaks (Βουλής 47) που βρίσκεται στην περιοχή από το 2012. «Τα όποια προβλήματα λύνονται με κουβέντα και κατανόηση και από τις δύο πλευρές, ακριβώς όπως γίνεται και στις γειτονιές», θα συμπληρώσει. Στο Σοκολάτα (Βουλής 35), στο στέκι των φανατικών του είδους, ο Χρήστος Παπαγιαννόπουλος, φτιάχνοντας καφέ, όρθιος δίπλα σε μία αφίσα του Amarcord του Φελίνι, ενίσχυσε τα παραπάνω επιχειρήματα, λέγοντας πως «εδώ είμαστε πάντα ήσυχα, μπορεί να πέφτουν δακρυγόνα στο Σύνταγμα, αλλά εδώ δεν μας πιάνει τίποτα».

Επιλογές μίας multi-culti γαστρονομίας

«Γοργός σαν τον άνεμο, σιωπηλός σαν το δάσος, τρομερός σαν τη φωτιά, ακλόνητος σαν το βουνό», θα μας γράψει με ιαπωνικούς χαρακτήρες, σε ένα κομματάκι χαρτί, ο συμπαθέστατος κ. Κάχο Κινεμπούτσι, συνιδιοκτήτης του Furin Kazan (Απόλλωνος 2), προσπαθώντας να ετυμολογήσει με ακρίβεια το όνομα του διάσημου εστιατορίου του. Τον ρωτήσαμε αν υπήρχαν παλιότερα άλλα μαγαζιά εστίασης στην περιοχή, για να λάβουμε την απάντηση, σε σπαστά ελληνικά με ιαπωνική προφορά: «Τί-πο-τα». Προσέθεσε, με ένα ευγενικό χαμόγελο, τόσο χαρακτηριστικό στους Ιάπωνες, πως μονάχα μαγαζιά ύποπτης φήμης βρίσκονταν δίπλα στο δικό τους τα πρώτα εκείνα χρόνια, πριν αλλάξει η γειτονιά προς το καλύτερο.

Το Furin Kazan υπήρξε το πρώτο ιαπωνικό της Αθήνας, και εδώ και τριάντα και πλέον χρόνια συστήνει σε Ελληνες και ξένους την κουζίνα της χώρας του Ανατέλλοντος Ηλίου. Δικαιωματικά, λοιπόν, διεκδικεί πια το ρόλο τοπόσημου, μιας και προσφέροντας σούσι με ολόφρεσκο ψάρι, καθώς και πιάτα λιγότερο γνωστά στο ευρύ κοινό, έχει πραγματικά μείνει «ακλόνητο σαν το βουνό» για τρεις δεκαετίες. Το μόνο που έχει αλλάξει είναι πως, ενώ παλιότερα οι Ελληνες δεν ήθελαν να ακούσουν για σούσι, τώρα έχουν αντικαταστήσει το παραδοσιακά τουριστικό πελατολόγιο, καθώς συρρέουν αναζητώντας φανατικά πια την ιαπωνική σπεσιαλιτέ. Ο υπεύθυνος του κορεατικού Dosirak (Βουλής 33), Γιόχαν Κο, μας παρουσίασε μια διαφορετική εξέλιξη της συγκεκριμένης μόδας, αφού «με την κρίση, άνοιξαν πολλά μαγαζιά με πολύ φθηνό σούσι σε όλη την Αθήνα, έτσι πια ο κόσμος σε εμάς έρχεται αναζητώντας κυρίως παραδοσιακά κορεατικά πιάτα».

Στην επόμενη γωνιά, μιλώντας με τον φιλικότατο κ. Λου από το Πεκίνο, ιδιοκτήτη του Jing (Νίκης 13), η συζήτηση περιστράφηκε γύρω από την παράδοση. Ο ίδιος, λάτρης της ιστορίας, τόσο της πατρίδας του όσο και της Ελλάδας, θεωρεί πως «τα φαγητό είναι πολιτισμός» και αυτό είναι κάτι που θέλει να προσφέρει στους πελάτες του: καθαρά παραδοσιακές γεύσεις από διαφορετικές περιοχές της Κίνας και όχι το κακώς εννοούμενο «ευρωπαϊκό κινέζικο» -όπως ο ίδιος το όρισε- μέσα σε μία διακόσμηση που φέρνει στο νου την Απω Ανατολή. Προτείνει στους συμπατριώτες του, που συρρέουν στο μαγαζί του, να μην τρώνε μονάχα εκεί, αλλά να δοκιμάσουν και ελληνικές γεύσεις, όπως τα παϊδάκια, τα οποία θεωρεί εξαιρετικά. Πράγματι, όσο κράτησε η κουβέντα μας, καθοδήγησε έναν από αυτούς, που ζήτησε οδηγίες για το Athens Beer Restaurant (Νίκης 20), κατευθείαν σε αυτό - δίχως να δυσανασχετήσει, όπως συνηθίζεται.

«Ολοι κρατήσαμε ένα προσεγμένο ύφος»

«Προσπαθώ να είμαι πολύ κοντά στην παράδοση, χωρίς όμως να καταπιέζομαι για κάτι αν δεν μου αρέσει», θα μας πει ο Α. Δρακουλαράκος του Sushimou. «Η συμβουλή που μου έδωσαν οι Ιάπωνες σεφ είναι, όταν γυρίσω στην Ελλάδα, να κάνω το δικό μου σούσι, να μη μεταφέρω τυφλά ό,τι έμαθα εκεί». Το δικό του μαγαζί είναι μια πολύ προσωπική προσπάθεια που ξεκίνησε από ένα ταξίδι στην Ιαπωνία, με τη σκέψη να κάνει ακριβώς αυτό: να μάθει τα πραγματικά μυστικά της τέχνης του και να κάνει το όραμά του πραγματικότητα. Κάτι που φαίνεται πως ταίριαξε και στην ψυχολογία των πελατών του αφού, όπως μας εκμυστηρεύθηκε, εκείνοι του λένε πως το μικρό καλαίσθητο Sushimou αποτελεί το «αποκούμπι» τους. Σε παρόμοιο τόνο, ο Κώστας Πισσιώτης του Nolan θα μας πει: «Σερβίρουμε φαγητό που αρέσει σε εμάς». Ο κόσμος έρχεται στο καθημερινό αυτό αστικό εστιατόριο για να γευτεί μια ελληνοασιατική κουζίνα, ιδωμένη μέσα από μία πολύ προσωπική οπτική. Και αν στην αρχή υπήρξε διστακτικός με κάποια τολμηρά πιάτα, τώρα πια ζητάει συνεχώς τα αμπελοφάσουλα με τα αμύγδαλα, τα ροδάκινα και την πραγματικά παγωμένη πούδρα από συκωτάκια.

«Στην αρχή το μαγαζί και ο πεζόδρομος της Ηπίτου ήταν μυστικά που ο κόσμος χαιρόταν να ανακαλύπτει, τώρα πια έχουν γίνει στέκια», μας είπε η Σκεύη Ερωτοκρίτου για το δικό της Bluebird. «Είμαστε μαγαζιά με διαφορετικό κόσμο, διαφορετικό στυλ και εν τέλει διαφορετικό προϊόν. Ολοι όμως αντιληφθήκαμε σε ποιο μέρος ερχόμαστε και κρατήσαμε ένα προσεγμένο ύφος», συμπλήρωσε, φέρνοντάς μας στο νου το γεγονός πως η ανάπτυξη της γειτονιάς, με υγιή και καλαίσθητο τρόπο, δεν έχει σταματήσει. Αντιθέτως είναι εν εξελίξει, με νέες αφίξεις ethnic εστιατορίων και το άνοιγμα του πολυτελούς ξενοδοχείου Electra Metropolis. Για να προσθέσουν το λιθαράκι τους στη μεταμόρφωση της περιοχής μέσα σε λιγότερο από πέντε χρόνια· από μία φιλήσυχη γειτονιά σε ένα γαστρονομικό θύλακα, με ενδιαφέρουσα νυχτερινή ζωή, που καλεί σαν μαγνήτης τους απανταχού εξερευνητές της περιπέτειας της γεύσης.

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ