ΒΙΒΛΙΟ

Και εγώ ειμί ξένη

Φύλλο του κώδικα Alexandrinus, ο οποίος περιλαμβάνει την Παλαιά Διαθήκη στη μετάφραση των Ο΄.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η ​Ρουθ είναι ξένη, Μωαβίτισσα, ανήκει σε έναν λαό ακάθαρτο, καρπό αιμομειξίας της κόρης του Λωτ με τον πατέρα της (Γεν 19:36-37), με τον οποίο οι Ισραηλίτες απαγορευόταν να έχουν οποιαδήποτε επαφή. Και όμως το όνομά της δίνει τον τίτλο σε ένα βιβλίο της Γραφής. Στην εβραϊκή λειτουργική παράδοση το βιβλίο αυτό διαβάζεται ολόκληρο την εύσημη ημέρα της Πεντηκοστής (Σαβουότ), κατά την οποία εορτάζεται η δωρεά της Τορά στους Ισραηλίτες στο Ορος Σινά. Ποια είναι αυτή η ξένη την οποία τιμά ο Ισραήλ;

Στη Βηθλεέμ της Ιούδα πέφτει κάποτε πείνα και ο Ελιμέλεχ παίρνει τη γυναίκα του Νωεμίν και τους δυο γιους του και μεταναστεύει στη Μωάβ, ώσπου να περάσει ο λιμός. Ο Ελιμέλεχ θα πεθάνει εκεί και οι δυο γιοι θα παντρευτούν γυναίκες του τόπου, Μωαβίτισσες, αλλόθρησκες. Νέα συμφορά θα πικράνει τη Νωεμίν: οι γιοι της θα πεθάνουν κι αυτοί στη Μωάβ. Καθώς ο λιμός στη Βηθλεέμ έχει περάσει, η Νωεμίν αποφασίζει να επιστρέψει. Θα συστήσει στις νύφες της να μείνουν στον τόπο τους, με τον λαό τους και τους θεούς τους. Η μία, η Ορφά, θα την ακούσει, η άλλη, η Ρουθ, είναι κατηγορηματική: «όπου εάν πορευθής, πορεύσομαι, και ου αν αυλισθής, αυλισθήσομαι· ο λαός σου λαός μου, και ο θεός σου θεός μου· και ου εάν αποθάνης αποθανούμαι κακεί ταφήσομαι· [...] ότι θάνατος διαστελεί ανά μέσον εμου και σου» (1:16-17).

Θα γυρίσουν λοιπόν οι δυο γυναίκες, πεθερά και νύφη, στη Βηθλεέμ, μόνες, απροστάτευτες και φτωχές. Η Ρουθ είναι έτοιμη να κάνει κάθε δουλειά για να ζήσουν. Θα γίνει σταχομαζώχτρα. Οπως ξέρουμε όλοι, στο «Λευιτικό» (19:9-10, 23:22) υπάρχει ρητή εντολή να μη θερίζουν όλο το χωράφι οι θεριστές και να μη γυρίζουν πίσω να μαζέψουν τα στάχυα που παράπεσαν, το ίδιο και οι τρυγητές στο αμπέλι τους, αλλά να αφήνουν στάχυα και σταφύλια για τον φτωχό και τον ξένο. Αυτά τα στάχυα μαζεύει ακάματα η Ρουθ, από το πρωί έως το βράδυ, για να καταφέρουν να ζήσουν, πεθερά και νύφη. Θα ελκύσει όμως την προσοχή και τη συμπάθεια του κυρίου του χωραφιού, του καλού Βοόζ, που θα τη βοηθήσει και θα την προστατέψει. Ο ξένος δεν μπορεί να ζήσει χωρίς βοήθεια και προστασία. Ο Βοόζ για να προστατέψει την ξένη γυναίκα εφαρμόζει το Λευιτικό προς τα πάνω, περισσότερο από ό,τι ορίζει. Η καλή και τίμια Ρουθ απορεί που ο Βοόζ της δείχνει τόση φροντίδα: «και εγώ ειμί ξένη», του λέει. Και ο Βοόζ: «κατέλιπες τον πατέρα σου και την μητέρα σου και την γην της γενέσεώς σου και επορεύθης προς λαόν ον ουκ ήδεις (=τον οποίο δεν γνώριζες)» (2:11). Ο Βοόζ δηλαδή αναγνωρίζει στη Ρουθ ότι έκανε ακριβώς την κίνηση του Αβραάμ, του πατέρα της πίστεως, που έφυγε από τη γη του και από τον οίκο του πατρός του και πορεύτηκε σε άγνωστη γη (Γεν 12:1). Η Ρουθ μάλιστα κάνει την κίνηση του Αβραάμ όχι επειδή άκουσε τη φωνή και την υπόσχεση του Θεού, αλλά από αγάπη μόνο και αφοσίωση σε ένα ανθρώπινο πλάσμα, τη Νωεμίν. Η Μωαβίτισσα Ρουθ γίνεται έτσι τέκνο Αβραάμ, και ας λέει ό,τι θέλει εν προκειμένω το «Δευτερονόμιο» (23:4). Τέκνο Αβραάμ δεν σε κάνει ούτε η φυλή ούτε η καταγωγή ούτε η μάνα σου και ο πατέρας σου, αλλά η προσωπική απόφαση να τηρήσεις τον Νόμο του Θεού, την εντολή της αγάπης. Η Ρουθ, φεύγοντας από την πατρίδα της, δεν πήρε απόφαση να εγκαταλείψει τον πολυθεϊσμό και να μεταστραφεί στον μονοθεϊσμό, εκείνο μόνο που αποφάσισε ήταν να μην εγκαταλείψει ποτέ έναν πληγωμένο και πικραμένο άνθρωπο, τη Νωεμίν. Ο Βοόζ είναι κοντινός συγγενής του πεθερού της Ρουθ, «αγχιστεύς» ή «αγχιστευτής», στα ελληνικά των Ο΄. Η Νωεμίν λοιπόν θα υποδείξει στη νύφη της να ντυθεί, να στολιστεί, να αρωματιστεί και να πάει να χωθεί τη νύχτα κάτω από τα σκεπάσματα του Βοόζ, στα πόδια του. Η Ρουθ θα κάνει ακριβώς ό,τι της είπε η πεθερά της, ο Βοόζ θα ξυπνήσει σαστισμένος βρίσκοντας στα πόδια μια γυναίκα, η Ρουθ θα του ζητήσει να την πάρει υπό την προστασία του. Από εκεί και πέρα τα πράγματα θα τραβήξουν τον δρόμο τους: ο Βοόζ θα παντρευτεί τη Ρουθ, θα αποκτήσει έναν γιο μαζί της και η περιουσία του Ελιμέλεχ θα μείνει στην οικογένεια, βάσει της ιουδαϊκής νομοθεσίας περί ανδραδελφικού ή λευιρατικού γάμου (Δτ 25:5-10).

Ξέρω τι θα σκέφτεται, διαβάζοντας αυτές τις αράδες, ο καλοπροαίρετος (και μη) αναγνώστης. Μπορεί στη «Ρουθ» να ευλογείται πράγματι ο μεικτός γάμος, στα βιβλία όμως «Εσδρας» («Β΄ Εσδρας», στη Βίβλο των Ο΄) και «Νεεμίας» οι γυναίκες και τα παιδιά των μεικτών γάμων, μετά την επιστροφή των Ισραηλιτών από τη βαβυλώνια αιχμαλωσία, ξαποστέλνονται βάναυσα πίσω στον τόπο τους (επαναπροωθούνται, όπως θα έλεγε η σημερινή γραφειοκρατική γλώσσα της σκληρότητας). Ναι, πράγματι έτσι είναι. Η Βίβλος δεν είναι ένα βιβλίο, είναι πολλά βιβλία. Το κοινώς λεγόμενο για τις τρεις μονοθεϊστικές θρησκείες ότι είναι θρησκείες του Βιβλίου ισχύει ουσιαστικά μόνο για το Ισλάμ. Ο ιουδαϊσμός και ο χριστιανισμός είναι θρησκείες των βιβλίων, όχι του ενός βιβλίου. Η Βίβλος, με όλα της τα βιβλία, αποτελεί ένα σύνολο πολυφωνικό και συχνά αντιφατικό. Οι αντιφάσεις αυτές μπορεί να εξηγούνται εν πολλοίς με την επίκληση της ιστορικότητας των κειμένων, αλλά δεν αίρονται. Ο σημερινός άνθρωπος, αν η Βίβλος δεν είναι για αυτόν αρχαιολογία αλλά λόγος που του απευθύνεται προσωπικά, θα υποχρεωθεί σε πολλές περιπτώσεις να διαλέξει.

Ας σημειώσουμε, τέλος, μια γενεαλογική λεπτομέρεια: η Μωαβίτισσα Ρουθ είναι προγιαγιά του Δαβίδ (ο Ωβήδ, ο γιος της, είναι πατέρας του Ιεσσαί, που είναι πατέρας του Δαβίδ), από τη γενιά του οποίου θα γεννηθεί αργότερα ο Χριστός.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ