ΒΙΒΛΙΟ

Αστυνομικό και λαϊκισμός

ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΚΟΤΖΙΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ
Offshore
εκδ. Γαβριηλίδης

Η​​ έντονη μεσογειακή αίσθηση, οι ζωντανοί χαρακτήρες, ο αξιοζήλευτος ρυθμός, οι ζωηροί διάλογοι, το καλόγνωμο χιούμορ κι οι κορυφώσεις στην πλοκή αποτελούν μερικές απ’ τις αρετές του αστυνομικού μυθιστορήματος του Πέτρου Μάρκαρη. Το είδος που στη δεκαετία του ’50 εισήγαγε στα ελληνικά γράμματα ο Γιάννης Μαρής βρήκε στον Μάρκαρη τον κορυφαίο εκπρόσωπό του ανάμεσα στους δεκάδες συγγραφείς που το καλλιεργούν σήμερα. Οπως παλαιότερα ο Μπέκας, ο Κώστας Χαρίτος έγινε η αγαπημένη μορφή του συμπαθούς αστυνόμου που εξιχνιάζει δεκάδες δύσκολα εγκλήματα. Ψύχραιμος και προσγειωμένος βάζει τη σκέψη του στην υπηρεσία του κοινού νου και την εμπειρία του στην προάσπιση της ασφάλειας του άλλου. Δραστήριος και θυμόσοφος αντιπροσωπεύει τον τύπο του φερέγγυου Ελληνα μικροαστού που στις μέρες μας τείνει να εκλείψει.

Αν ο Γιάννης Μαρής (συμπτωματικά;) αποτύπωσε κάποιες από τις νεοελληνικές κοινωνικές ορίζουσες στα πρόσωπα ηρώων που ανήκουν σε ποικίλα ταξικά στρώματα, σαράντα χρόνια αργότερα ο Πέτρος Μάρκαρης καλλιέργησε συστηματικά τον κοινωνικό χαρακτήρα του ελληνικού αστυνομικού εκλεπτύνοντας παράλληλα τη μορφή του κεντρικού ντετέκτιβ. Συναντάμε έτσι μες στις σελίδες του ένα ευρύτατο φάσμα νεοελληνικών τύπων –συνδικαλιστές, επιχειρηματίες, καθηγητές, φοιτητές, άνεργους, γραμματείς, νοικοκυρές, αγρότες, μετανάστες, πρόσφυγες, παλαιούς αγωνιστές– κι ένα τεράστιο πλήθος απ’ τις αναρίθμητες ελληνικές παθογένειες – απ’ τις επίμονες ιδεολογικές αγκυλώσεις μας έως τα αιματηρά εγχειρήματα του αδίστακτου «μαύρου» χρήματος κι απ’ τις αυθαιρεσίες των ΜΜΕ έως τα ντροπιαστικά αθλητικά ντόπινγκ. Ειδικότερα τα τελευταία πέντε μυθιστορήματα «Ληξιπρόθεσμα δάνεια» (2010), «Περαίωση» (2011), «Ψωμί, παιδεία, ελευθερία» (2012), «Τίτλοι τέλους» (2014) και «Offshore» (2016) επιδίωξαν να ακτινογραφήσουν την ελληνική κρίση: τα εγκλήματα που ο Χαρίτος καλείται να εξιχνιάσει τον φέρνουν αντιμέτωπο όχι μόνο με τα δίκτυα των παρανόμων αλλά και με τη συνοδό κατάπτωση του σύγχρονου ελληνικού ήθους. Στο σημείο αυτό ο Μάρκαρης αντιμετωπίζει τα ισχυρά διλήμματα που η αστυνομική λογοτεχνία παγίως θέτει στους δημιουργούς της.

Οι ιστορίες του προσφεύγουν σε πλήθος στερεότυπα –το αθηναϊκό μποτιλιάρισμα, τα γεμιστά της Αδριανής, οι γκρίνιες του Γκίκα, ο απαραίτητος πρωινός καφές, τα αναρίθμητα θυμοσοφικά ρητά– αναγκαίες οφειλές της αστυνομικής λογοτεχνίας στη λαϊκή καταγωγή της. Η φιλοδοξία ωστόσο του σημερινού αστυνομικού να μετεξελιχθεί στη σύγχρονη μορφή του παραδοσιακού κοινωνικού μυθιστορήματος θέτει ταυτόχρονα και υψηλές απαιτήσεις – το ν’ αντικρίζουμε τον κόσμο με πρωτότυπο διεισδυτικό βλέμμα. Και εδώ ο Μάρκαρης αμφιταλαντεύεται. Από τη μια οι τύποι και οι συνθήκες στις οποίες τους τοποθετεί είναι αντιπροσωπευτικές – βουλιμία κατανάλωσης, εύκολος πλουτισμός, πολλαπλά ψυχολογικά τραύματα οφειλόμενα στο ανώμαλο πολιτικό παρελθόν μας, απουσία δημιουργικού οράματος, κομπίνες. Από την άλλη όμως η κεντρική ματιά δεν αποφεύγει πάντοτε την εύκολη παραχώρηση σε λαϊκιστικά κλισέ και εύπεπτες σχηματικές ερμηνείες. Ναι λοιπόν, στην «Περαίωση» οι αιματηρές επιτυχίες του εθνικού φοροεισπράκτορα εύστοχα αποτυπώνουν τη σύγχρονη σουρεαλιστική ατμόσφαιρα, οι πολυάριθμες όμως αυτοκτονίες εξαιτίας της κρίσης, που επανέρχονται ως μοτίβο, δεν υπήρξαν παρά αδίστακτη λαϊκιστική προπαγάνδα του ΣΥΡΙΖΑ. Ναι, οι κοινωνικοί παραβάτες είναι όντως αθέατοι και παντοδύναμοι όπως συμβαίνει στο «Offshore», στο «Ψωμί, παιδεία, ελευθερία» όμως η χρήση του όρου «γενιά του Πολυτεχνείου» ενδίδει σε έναν ακροδεξιάς κοπής λαϊκισμό δαιμονοποιώντας τα 1.000 έως 2.000 άτομα που με προσωπικό κίνδυνο αντιτάχθηκαν στη δικτατορία, καθώς τους αποδίδει όλες τις ανομίες που διαπράχθηκαν από την επομένη της μεταπολίτευσης. Κρίμα. Διότι η πραγματικότητα είναι βαθέως σύνθετη, και αν το σύγχρονο αστυνομικό μυθιστόρημα επιθυμεί να αποκτήσει αληθινή λογοτεχνική βαρύτητα, χρειάζεται να αντιληφθεί ότι δεν «δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ