ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η ανατομία της ελληνικής κρίσης

PIERRE-OLIVIER GOURINCHAS*, THOMAS PHILIPPON**, DIMITRI VAYANOS***

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΝΑΛΥΣΗ

Η ελληνική κρίση είναι πρωτοφανής, τόσο λόγω της έντασής της όσο και της διάρκειάς της. Ενα και μόνο στοιχείο τα λέει όλα. Το κατά κεφαλήν πραγματικό εισόδημα συρρικνωνόταν συνεχώς κάθε χρόνο από το 2007 έως και το 2013 με συνολική απώλεια 26%. Εκτοτε, δεν σημείωσε αύξηση. Σε μία συνολικότερη θεώρηση, μπορούμε να συγκρίνουμε την κρίση αυτή με όσες ξέσπασαν από το 1980 και μετά και αποτελούσαν συνδυασμό τριών παραγόντων: της αιφνίδιας κατάρρευσης της παραγωγής, μίας κρίσης δημοσίου χρέους και ενός κύκλου εκτίναξης και διάλυσης του δανεισμού. Πρόκειται για χρηματοπιστωτικές κρίσεις, οι οποίες παρατηρήθηκαν στην Αργεντινή και την Τουρκία το 2001, στο Εκουαδόρ το 1999, στην Ινδονησία και τη Ρωσία το 1998, στη Χιλή και την Ουρουγουάη το 1983 και στο Μεξικό το 1982. Ωστόσο, η μείωση στην παραγωγή της Ελλάδας ήταν σημαντικά δραστικότερη και πιο παρατεταμένη από τις προαναφερθείσες.

Ορισμένοι διατείνονται ότι η κρίση οφείλεται στην κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος του υπερφορτωμένου με μη εξυπηρετούμενα δάνεια και την αβεβαιότητα σχετικά με την έξοδο της χώρας από την Ευρωζώνη. Ο συνδυασμός αυτός έπληξε τις επενδύσεις και τη συνολική ζήτηση. Κάποιοι επίσης κατηγορούν το άθλιο καθεστώς λιτότητας, που επέβαλαν οι πιστωτές της Ελλάδας, και άλλοι τους περιορισμούς του κοινού νομίσματος, οι οποίοι εκτραχύνθηκαν από τη μη ευελιξία μισθών και τιμών, δυσχεραίνοντας την αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας. Η ποσοτικοποίηση του ρόλου, που διαδραμάτισε καθένας από τους ανωτέρω παράγοντες ξεχωριστά, είναι δύσκολο αλλά ουσιώδες έργο για να γίνει κατανοητή η κρίση και να διαμορφωθούν κατάλληλες πολιτικές. Το μοντέλο που ακολουθήσαμε συνεκτιμά σημαντικά χαρακτηριστικά της ελληνικής κρίσης: το ξένο κεφάλαιο μπορεί ξαφνικά να στερέψει, η κυβέρνηση να χρεοκοπήσει μαζί με τις εταιρείες και τα νοικοκυριά, ο τραπεζικός κλάδος να αντιμετωπίσει κεφαλαιακούς περιορισμούς και οι τιμές και οι μισθοί να προσαρμόζονται αργά.

Ο συνδυασμός του χρέους, της χρεοκοπίας και της ακινησίας των τιμών φανερώνει πάμπολλες διασυνδέσεις ανάμεσα στο αξιόχρεο της κυβέρνησης και το αξιόχρεο τραπεζών, εταιρειών και νοικοκυριών. Μπορεί κανείς να σκεφθεί ένα σοκ, που αυξάνει τις πιθανότητες χρεοκοπίας της χώρας, διογκώνοντας το κόστος χρηματοδότησης για το κράτος. Η απάντηση είναι αύξηση της φορολογίας και περικοπή δαπανών, με αποτέλεσμα να περισταλεί η οικονομία και να αυξηθούν οι πιθανότητες χρεοκοπίας εταιρειών και νοικοκυριών. Οι τράπεζες για να προστατευθούν αυξάνουν το κόστος δανεισμού σε εταιρείες και νοικοκυριά. Οι ιδιωτικές επενδύσεις μειώνονται και η ζήτηση καταρρέει κι άλλο. Μία άλλη υπόθεση θα ήταν ένα σοκ, που εκτινάσσει το κόστος χρηματοδότησης για τις τράπεζες. Οι τελευταίες μετακυλίουν το κόστος αυτό σε εταιρείες και νοικοκυριά, οι επενδύσεις υποχωρούν και η παραγωγή περιορίζεται. Η συνεπαγόμενη ελάττωση των δημοσίων εσόδων επηρεάζει δυσμενώς τις δημοσιονομικές προοπτικές, καθιστώντας πιθανότερη μία κρίση δημοσίου χρέους και διογκώνοντας το κόστος χρηματοδότησης του Δημοσίου. Βάσει των συμπερασμάτων μας, ο σημαντικότερος παράγοντας για τη μείωση της παραγωγής ήταν η αναπόφευκτη δημοσιονομική προσαρμογή, η οποία, ωστόσο, αντιστοιχούσε μόνον στο ήμισυ αυτής της πτώσης. Μεγάλο μέρος του υπολοίπου μπορεί να αποδοθεί στο υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης του κράτους και των ιδιωτών λόγω της αιφνίδιας συρρίκνωσης του ΑΕΠ. Εάν η μόχλευση έφθανε το 50% των προ κρίσης επιπέδων, θα είχε κατά κάποιον τρόπο προστατευθεί η ελληνική οικονομία από την ξαφνική διακοπή χρηματοδότησής της και πιθανώς η συρρίκνωση της παραγωγής να ήταν κατά ένα τρίτο μικρότερη.

*Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας.
**Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Νέας Υόρκης.
*** Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο London School of Economics.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ