ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η ασθμαίνουσα παγκόσμια ανάπτυξη και οι επιπτώσεις σε ΗΠΑ, Ε.Ε.

NEIL IRWIN / THE NEW YORK TIMES

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η οικονομική ανάπτυξη στον ανεπτυγμένο κόσμο παραμένει ασθενέστερη για ασυνήθιστα μεγάλο χρονικό διάστημα. Αυτό εξηγεί γιατί είναι τόσο αργή η αύξηση των εισοδημάτων τελευταία, γιατί είναι τόσο χαμηλά τα επιτόκια, γιατί ανεβαίνει η δημοτικότητα του Ντόναλντ Τραμπ, γιατί οι Βρετανοί ψήφισαν υπέρ της αποχώρησης από την Ε.Ε. και γιατί βρίσκονται σε άνοδο τα λαϊκιστικά κινήματα στην Ευρώπη.

Στις ΗΠΑ το κατά κεφαλήν ΑΕΠ αυξανόταν κατά μέσον όρο 2,2% από το 1947 έως το 2000. Από το 2001, όμως, το αντίστοιχο ποσοστό είναι μόλις 0,9%, ενώ οι οικονομίες της Δυτικής Ευρώπης και της Ιαπωνίας πηγαίνουν ακόμη χειρότερα. Αυτό σημαίνει πως είναι πολύ μικρότερη η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου.

Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση του Ινστιτούτου McKinsey, την τελευταία δεκαετία το 81% του πληθυσμού των ΗΠΑ είτε δεν βλέπει καμία βελτίωση στο εισόδημά του είτε το βλέπει να μειώνεται. Τα αντίστοιχα ποσοστά είναι 97% στην Ιταλία, 70% στη Βρετανία και 63% στη Γαλλία. Οπως και τα περισσότερα πράγματα στα οικονομικά, η επιβράδυνση σχετίζεται με τη σχέση προσφοράς και ζήτησης: δηλαδή, τη δυνατότητα της οικονομίας να παράγει αγαθά και υπηρεσίες και την επιθυμία καταναλωτών και επιχειρήσεων να τα αγοράσουν.

Το ανησυχητικό είναι πως η μείωση τόσο της προσφοράς όσο και της ζήτησης παγκοσμίως φαίνεται να οδηγεί σε φαύλο κύκλο. Σαν να έχει χαλάσει κάτι θεμελιώδες τη μηχανή της ανάπτυξης και δεν μπορούν να το διορθώσουν οι παραδοσιακές πολιτικές όπως οι μειώσεις των επιτοκίων και οι τονωτικές ενέσεις.

Το πρόβλημα της χαμηλής ανάπτυξης θα απασχολήσει τον νέο ένοικο του Λευκού Οίκου όπως και τους ηγέτες Ευρώπης και Ιαπωνίας. Η επιβράδυνση έχει πιθανώς δύο συνθετικά στοιχεία: ότι οι άνθρωποι δουλεύουν λιγότερες ώρες και ότι παράγουν λιγότερο σε κάθε ώρα εργασίας. Σε μελέτη του το 2000 ο Ρόμπερτ Γκόρντον, οικονομολόγος του Πανεπιστημίου Northwestern, υποστήριξε ότι το Ιντερνετ δεν θα καθορίσει το πόσο παράγει ένας άνθρωπος σε μία ώρα εργασίας όπως το καθόρισαν ο ηλεκτρισμός, οι αερομεταφορές και οι υδραυλικές εγκαταστάσεις. Εξέφραζε την άποψη μιας μειοψηφίας, καθώς η επικρατούσα αντίληψη ήταν πως η παραγωγικότητα βρίσκεται σε εκρηκτική άνοδο.

Λίγα χρόνια αργότερα, όμως, η αύξηση της παραγωγικότητας επιβραδύνθηκε και ο κόσμος άρχισε να υιοθετεί την άποψή του. Ο Λάρι Σάμερς, οικονομολόγος του Χάρβαρντ και πρώην στέλεχος των κυβερνήσεων Ομπάμα και Κλίντον, μιλώντας τον Νοέμβριο του 2013 σε συνέδριο του ΔΝΤ αναφέρθηκε στη στασιμότητα της οικονομίας εν μέσω ανεπαρκούς ζήτησης, χαμηλής ανάπτυξης, χαμηλού πληθωρισμού και χαμηλών επιτοκίων.

Παρουσίασε την κατάσταση ως αντιστροφή της θεωρίας ότι η προσφορά δημιουργεί τη ζήτηση, ότι οι άνθρωποι παράγουν αγαθά και υπηρεσίες γι’ αυτό έχουν τα εισοδήματα που τους επιτρέπουν να τα αγοράσουν.

Οπως το διατύπωσε ο ίδιος, «η έλλειψη ζήτησης προκαλεί έλλειψη προσφοράς».

Η λύση που πρότεινε είναι να αυξήσει ραγδαία τις επενδύσεις η κυβέρνηση σε έργα υποδομής, ώστε να επιφέρει εκτίναξη της ζήτησης που θα ενισχύσει την προσφορά και θα βοηθήσει τους ανέργους να επανενταχθούν στην αγορά εργασίας. Δεν είναι τυχαίο ότι η αύξηση των δαπανών σε έργα υποδομής βρίσκεται στην ατζέντα τόσο της Χίλαρι Κλίντον όσο και του Τραμπ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ