ΕΛΛΑΔΑ

«Καζίνο, με χτυπήματα των 500 χιλιάδων»

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΖΟΥΛΑΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Δεν έπρεπε να γνωρίζεις μόνο πόκερ. Διότι στο πόκερ όχι μόνο ξέρεις το ποσόν που καλείσαι να απορρίψεις ή να διακινδυνεύσεις, αλλά βλέπεις τουλάχιστον το πρόσωπο του αντιπάλου σου και μπορείς να προσπαθήσεις να τον ψυχολογήσεις. Αυτό που ζήσαμε μάλλον δεν έχει προηγούμενο σε όλο τον πολιτισμένο κόσμο».

Η περιγραφή ανήκει σε ένα από τα έξι στελέχη του ΣΚΑΪ που μετείχαν στο «καζίνο» το οποίο έστησε η κυβέρνηση για να επαίρεται σήμερα ότι κέρδισε από τους καναλάρχες το μυθώδες ποσόν των 246 εκατ. ευρώ.

Και έχει ενδιαφέρον να συνεχίσουμε την περιγραφή για να καταλάβει ο καθένας πώς παίχτηκε το πρωτοφανές αυτό παιχνίδι.

«Από τον πρώτο γύρο εκπλαγήκαμε, καθώς το ποσόν της διεκδίκησης ανέβαινε λεπτό το λεπτό σε πρωτάκουστα επίπεδα. Τα 500άρικα (χιλιάδες ευρώ) ποντάρονταν σαν να ’ναι στραγάλια, και πριν καλά καλά το καταλάβουμε τα 5 εκατ. ευρώ είχαν γίνει 10, στη συνέχεια 20, και όλος αυτός ο τζόγος έδειχνε να μην έχει τελειωμό για πολλούς από τους μετέχοντες. Η δική μας στρατηγική ήταν εξαρχής να διεκδικήσουμε την πρώτη άδεια, καθώς, εν αντιθέσει με τους άλλους και όσα γράφονταν τις τελευταίες ημέρες στις εφημερίδες, εμείς πιστεύαμε ότι η πρώτη άδεια θα εξασφαλιστεί με λιγότερα χρήματα. Και έτσι ακολουθούσαμε τον τζόγο, χωρίς όμως να ξέρουμε αν έχουμε απέναντί μας π.χ. τον Μαρινάκη, τον Καλογρίτσα, τον Κοντομηνά ή και όλους μαζί».

Το μήνυμα

«Κάποια στιγμή, ύστερα από 10 ολόκληρες ώρες και 58 χτυπήματα, στον υπολογιστή μας έφτασε ξαφνικά ένα μήνυμα ότι είχαμε μείνει μόνο δύο στην κούρσα. Δηλαδή εμείς και κάποιος άλλος, που επίσης βέβαια δεν ξέραμε ποιος είναι. Το μόνο που γνωρίζαμε είναι ότι και εκείνος, όπως και εμείς, είχαμε δεχθεί να βάλουμε από 31 εκατ. ευρώ και ότι όλοι οι άλλοι είχαν εγκαταλείψει την κούρσα σε “χαμηλότερο” ποσό. Οπως προέβλεπε η πρωτοφανής αυτή διαδικασία, στη συνέχεια έπρεπε, σε δύο φάσεις, να καταθέσουμε διαδοχικά σε δύο φακέλους τις τελικές μας προσφορές. Εμείς στην πρώτη φάση βάλαμε 31,1 εκατ. ευρώ. Δώσαμε δηλαδή “μόνο” 100.000 ευρώ παραπάνω για να τσεκάρουμε μήπως ο άλλος είναι “λαγός”. Μήπως δηλαδή κάποιος αντίπαλός μας σκοπίμως ανέβαζε την τιμή έτοιμος να εγκαταλείψει, όταν είδε ότι ο ΣΚΑΪ δέχθηκε να δώσει 31 εκατομμύρια. Στον υπολογιστή, όμως, ήρθε ένα μήνυμα ότι ήμασταν δεύτεροι με τα 31,1 εκατ. ευρώ και έτσι άρχισε ένας νέος γολγοθάς για να ψυχολογήσουμε τον αντίπαλό μας, πριν κάνουμε την τελεσίδικη πρότασή μας».

Το άγνωστο

Και συνεχίζει: «Και πάλι όμως δεν ξέραμε ποιος είναι απέναντί μας. Αλλοι έλεγαν ότι είναι ο Μαρινάκης και άλλοι ο Καλογρίτσας. Κλεισμένοι μέσα στο δωμάτιο, δεν είχαμε βέβαια ιδέα αν ο αντίπαλός μας μπορούσε να έχει προνομιακή ενημέρωση. Ξέραμε όμως ότι αν εκείνος έχει πλειοδοτήσει π.χ. με 34 εκατ. ευρώ στον πρώτο φάκελο (έναντι των 31,1 που προτείναμε εμείς), θα πόνταρε στον δεύτερο φάκελο ακόμη παραπάνω.

Κι έτσι πήραμε το ρίσκο να κάνουμε πρόταση 43,6 εκατ. ευρώ προσπαθώντας να είμαστε πιο πάνω ακόμη και από την τελική του προσφορά. Οταν είδαμε στον υπολογιστή ότι κερδίσαμε, φυσικά πανηγυρίσαμε.

Αλλά είχαμε μείνει άφωνοι με το ποσόν που έφτασε τελικώς να δημοπρατηθεί η πρώτη άδεια. Και βέβαια είχαμε το άγχος αν η στρατηγική μας είχε επιτύχει. Αν δηλαδή οι επόμενες άδειες θα πωλούνταν σε ακόμη μεγαλύτερο τίμημα, όπως απεδείχθη».

Δεν παρατέθηκε τυχαία τόσο αναλυτικά η περιγραφή του στελέχους του ΣΚΑΪ για το πώς έζησε εκ των έσω όλη αυτή τη διαδικασία. Ο λόγος είναι για να καταλάβουν οι αναγνώστες πόσο αλλόκοτο ήταν τελικά όλο αυτό το σύστημα που σκαρφίστηκε η κυβέρνηση. «Οταν κερδίσαμε την άδεια, δεν είχαμε πλέον πλήρη πρόσβαση στα ποσά που παίζονταν από τους άλλους. Αλλά μπορούσαμε να τα υπολογίσουμε, καθώς κάθε εξίμισι λεπτά ακουγόταν στον υπολογιστή ένα ήχος-κλικ. Ξέραμε ότι κάθε κλικ αντιστοιχεί σε 500.000 ευρώ. Καθώς γνωρίζαμε ότι για να δοθεί η δεύτερη άδεια η διαδικασία πάλι εκκινεί από τα 3 εκατ. ευρώ, υπολογίζαμε με κάθε κλικ πώς ανέβαινε το ποσό. Μιλάμε για ατέλειωτες ώρες. Οταν είδαμε ότι η δεύτερη άδεια θα δοθεί ανάμεσα στους δύο νέους διεκδικητές με τιμή εκκίνησης τα 41 εκατομμύρια (από τα 31 που ήταν η δική μας), καταλάβαμε ότι είχαμε δικαιωθεί. Και πολύ περισσότερο όταν καταλάβαμε πόσο ψηλά παιζόταν η τρίτη και η τέταρτη άδεια. Η κατάσταση τότε ξέφυγε εντελώς. Η τιμή εκκίνησης των δύο τελικών διεκδικητών περνούσε πια τα 50 και τα 60 εκατομμύρια ευρώ. Γελούσαμε πικρά στην ιδέα ότι κάποιος νόμιζε ότι έχει απέναντί του τον ΣΚΑΪ και πλειοδοτούσε πεισματικά για να μας αφήσει απέξω, ενώ εμείς είχαμε ήδη εξασφαλίσει από την αρχή την άδεια».

Η επόμενη μέρα

Ούτε η λέξη «πικρά» ελέχθη τυχαία από το στέλεχος του ΣΚΑΪ. Οσοι γνωρίζουν έστω και στοιχειωδώς την αγορά των ΜΜΕ στη χώρα μας, ξέρουν ότι τα ποσά που παίχτηκαν στο τριήμερο «καζίνο» είναι εξωπραγματικά. Με απλά λόγια, είναι δύσκολο να αποσβεσθούν και να επιστραφούν βάσει της σημερινής αγοράς και της διαφημιστικής πίτας. Και αν απορείτε γιατί δόθηκαν (τουλάχιστον από τα υφιστάμενα κανάλια), ο λόγος είναι προφανής:

Οταν έχεις κάνει τεράστιες επενδύσεις επί 20 ή 30 χρόνια, δεν αφήνεις εύκολα την επιχείρησή σου να κλείσει. Eκτιμάς ότι βάσει των επενδύσεών σου μπορείς να απορροφήσεις τα λύτρα που επί της ουσίας εξεβίασε η κυβέρνηση. Και βέβαια προσβλέπεις ότι η διαδικασία αυτή θα καταπέσει τελικώς από τη Δικαιοσύνη, καθώς εκτός του ότι την ευθύνη για τη χορήγηση των αδειών έχει εκ του Συντάγματος το ΕΣΡ, δεν υπήρχε κανένας απολύτως λόγος, όπως απεδείχθη, να περιοριστούν οι άδειες σε 4 εκτινάσσονταν έτσι τις τιμές τους.

Αλλά γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο το ίδιο ερώτημα είναι αμείλικτο για τους νέους καναλάρχες (τους κ. Καλογρίτσα και Μαρινάκη) οι οποίοι μαζί με την εξασφάλιση της άδειας πρέπει να βάλουν, επί συνόλου, τουλάχιστον 100-130 εκατ. ευρώ μέσα σε ελάχιστο χρόνο για να προσλάβουν (βάσει του νέου νόμου) 400 εργαζομένους, να αγοράσουν τον αναγκαίο τεχνολογικό εξοπλισμό, να δημιουργήσουν ανταγωνιστικό τηλεοπτικό πρόγραμμα και τελικά να βγουν στον αέρα. Με όποιον γνώστη της τηλεοπτικής αγοράς κι αν μιλήσεις, θα σου πει ότι οι εν λόγω νέες εταιρείες όχι μόνον δεν είναι βιώσιμες, αλλά ότι είναι απορίας άξιον γιατί η κυβέρνηση έσπευσε να πανηγυρίσει τάχα για την εξυγίανση του τηλεοπτικού τοπίου. Για να το διατυπώσουμε με ένα απλό ερώτημα, «πώς θα επιβιώσουν τα συγκεκριμένα κανάλια επενδύοντας 100-130 εκατ. ευρώ όταν το κέρδος του πιο επιτυχημένου καναλιού ήταν πέρυσι 1,5 εκατ. ευρώ;».

Εκκρεμότητες

Τι μέλλει γενέσθαι με όλο αυτό το σκηνικό που είναι πια προφανές ότι έστησε μόνον για επικοινωνιακούς λόγους η κυβέρνηση είναι δύσκολο να προβλεφθεί. Σε εκκρεμότητα είναι η απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ, η οποία δεν είναι καθόλου απίθανο να κρίνει αντισυνταγματική όλη τη διαδικασία. Αν τούτο συμβεί, θα είναι κόλαφος για την κυβέρνηση, καθώς θα πρέπει να αποδείξει ότι η κατ’ αυτήν «διαπλοκή» έπληξε ακόμη και το ανώτατο δικαστήριο.

Αμέσως μετά, η ίδια πρωτόγνωρη διαδικασία θα κριθεί και από τα ευρωπαϊκά δικαστήρια, τα οποία επίσης δεν είναι απίθανο να κρίνουν ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος να περιοριστεί η πολυφωνία στη χώρα μας.
Στο δε μεσοδιάστημα, η κυβέρνηση θα κληθεί ούτως ή άλλως να εξηγήσει πειστικά γιατί επέλεξε με τις τέσσερις άδειες που έδωσε να κλείσει αναιτίως, όπως απεδείχθη, δύο μεγάλες μιντιακές επιχειρήσεις (το Star και τον Αlpha), στέλνοντας έτσι στην ανεργία τουλάχιστον 1.000 εργαζομένους. Επιπλέον δε θα κληθεί να αντιμετωπίσει και την πιθανότητα τα κανάλια αυτά να πάψουν να αποπληρώνουν τα δάνειά τους επικαλούμενα αίτια που υπερβαίνουν τη βούλησή τους. Κάτι που διεφάνη ήδη ως ενδεχόμενο από την επιλογή του κ. Βαρδινογιάννη να μη διεκδικήσει προχθές κάποια άδεια (προσέφερε κατ’ ανώτατον 18 εκατ. ευρώ μέσω των δύο καναλιών με τα οποία μετείχε στον διαγωνισμό). Ο ίδιος, ενδεχομένως, προσβλέπει να αποκτήσει σε φθηνότερη τιμή μια θεματική άδεια από αυτές που έχει ασαφώς προαναγγείλει η κυβέρνηση. Οπως ίσως και ο κ. Κοντομηνάς (Αlpha), ο οποίος καίτοι πόνταρε προχθές 60 εκατ. ευρώ, δεν εξασφάλισε καμία άδεια.

Αλλά αν τούτο συμβεί, είναι βέβαιον ότι θα προκαλέσει τη σθεναρή αντίδραση όσων έλαβαν προχθές τις τέσσερις άδειες γενικού περιεχομένου, καθώς θα καταγγείλουν ευλόγως την κυβέρνηση ότι δημιουργεί συνθήκες de facto αθέμιτου ανταγωνισμού, χαρίζοντας φθηνότερες άδειες σε όσους απέτυχαν να τις διεκδικήσουν προχθές.

Παραπλάνηση

Ας σημειωθεί, τέλος, και τούτο. Αν διαβάσει κανείς προσεκτικά τους όρους του πλειστηριασμού θα καταλάβει ότι είναι εντελώς παραπλανητική η εξαγγελία του κ. Τσίπρα ότι τα 246 εκατομμύρια ευρώ που απέσπασε από τους καναλάρχες θα κατευθυνθούν άμεσα «σε έκτακτες», όπως είπε, «δράσεις για τη στήριξη των ευπαθών ομάδων». Βάσει της σχετικής προκήρυξης, στα δημόσια ταμεία θα εισρεύσει άμεσα μόνον το 33% του ποσού των 246 εκατ. ευρώ, δηλαδή 82 εκατ. ευρώ, ενώ τα υπόλοιπα προβλέπεται να καταβληθούν από τους νέους καναλάρχες σε δύο δόσεις, και συγκεκριμένα τον Νοέμβριο του 2017 και τον Νοέμβριο του 2018.

Με δυο λόγια, τα δύσκολα για την κυβέρνηση θα έρθουν αμέσως μόλις ολοκληρωθούν σήμερα οι αναμενόμενοι επικοινωνιακοί πανηγυρισμοί...

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ