ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οι δύο όψεις της γήρανσης των πληθυσμών στη Δύση

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ενα είδος ωρολογιακής βόμβας στα θεμέλια των συνταξιοδοτικών ταμείων όχι μόνον της Ε.Ε. αλλά και γενικότερα του ανεπτυγμένου κόσμου, αποτελεί το δημογραφικό πρόβλημα της υπογεννητικότητας και της γήρανσης του πληθυσμού.

Και η αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης μπορεί να αντιμετωπίζει το πρόβλημα που δημιουργείται από την αύξηση του προσδόκιμου ζωής, όχι όμως την υπογεννητικότητα.

Οπως αναφέρουν οι Financial Times, η επιμήκυνση του προσδόκιμου ζωής αποτελεί ένα από τα επιτεύγματα της ανθρωπότητας, αλλά ταυτοχρόνως στοιχειοθετεί και τη μεγαλύτερη πρόκληση για τα συνταξιοδοτικά ταμεία: οι συντάξεις καθώς και οι αποταμιεύσεις, που κάποτε θα συντηρούσαν τους απόμαχους της εργασίας περίπου μια δεκαετία, σήμερα καλούνται να καλύψουν τις ανάγκες δύο ή ακόμη και περισσότερων δεκαετιών.

Το πρόβλημα δεν εξαντλείται, όμως, στο ότι με τη βοήθεια της επιστήμης οι άνθρωποι ζουν περισσότερο. Η λεγόμενη «γήρανση του πληθυσμού» σε όλον τον ανεπτυγμένο κόσμο έχει και ένα δεύτερο σκέλος, αυτό της υπογεννητικότητας. Εδώ και αρκετές δεκαετίες οι άνθρωποι που ζουν στον ανεπτυγμένο κόσμο επιλέγουν να κάνουν λιγότερα παιδιά. Ο μέσος όρος γονιμότητας έχει μειωθεί κάτω από τα 2,1 παιδιά ανά γυναίκα, που έχει θεωρηθεί ότι αποτελεί το αναγκαίο ποσοστό για την πλήρη αποκατάσταση ενός πληθυσμού, δηλαδή τη διατήρησή του στα ίδια επίπεδα.

Στην Ευρώπη, ειδικότερα, ο ρυθμός των γεννήσεων έχει μειωθεί κατά 40% από τη δεκαετία του 1960. Σύμφωνα με στοιχεία των Ηνωμένων Εθνών, οι γεννήσεις αντιστοιχούν κατά μέσον όρο σε 1,5 παιδί ανά γυναίκα. Και την ίδια στιγμή, το προσδόκιμο ζωής έχει αυξηθεί περίπου στα 80 έτη από τα 69 στα οποία έφτανε πριν από λίγες δεκαετίες.

Κι αν αυτό μπορεί να αποτελεί γενικότερα απειλή επιβίωσης για τις χώρες του δυτικού κόσμου, είναι ακόμη πιο επικίνδυνο για τα συνταξιοδοτικά ταμεία. Εφόσον μειώνεται το ποσοστό των νέων επί του πληθυσμού, μειώνεται και το ποσοστό αυτών που προσχωρούν στην αγορά εργασίας. Το αποτέλεσμα είναι πως όλο και λιγότεροι εργαζόμενοι καλούνται να χρηματοδοτήσουν με τις εισφορές τους τα συνταξιοδοτικά ταμεία που χορηγούν συντάξεις σε όλο και περισσότερους συνταξιούχους.

Ενώ το ποσοστό των ατόμων κάτω των 15 ετών έχει μειωθεί κάτω από το 20% του πληθυσμού στις ΗΠΑ και αγγίζει το 15% στην Ε.Ε., την ίδια στιγμή το ποσοστό των ηλικιωμένων και κατά συνέπεια συνταξιούχων αυξάνεται διαρκώς και στις ΗΠΑ τείνει στο 15%, ενώ στην Ε.Ε. πλησιάζει ανησυχητικά το 20%. Σε ορισμένες χώρες, ο πληθυσμός ενισχύεται από τις τονωτικές ενέσεις της μετανάστευσης και θεωρητικά μπορούν να αυξηθούν έτσι και οι εισφορές στα συνταξιοδοτικά ταμεία.

Οπως, όμως, έχουν επισημάνει οικονομολόγοι, πολύ πριν διασφαλίσουν άδεια παραμονής και εργασίας, οι μετανάστες χρειάζονται στέγη, τροφή, εκπαίδευση και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Ετσι εκτός από το κόστος για τις κυβερνήσεις, η πραγματικότητα για τα συνταξιοδοτικά ταμεία παραμένει η ίδια. Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, για κάθε 100 εργαζόμενους στην Ε.Ε. αντιστοιχούν περίπου 42 Ευρωπαίοι άνω των 65 που δεν εργάζονται. Η αναλογία αναμένεται να φτάσει τους 65 συνταξιούχους ανά 100 εργαζόμενους μέχρι το 2060. Καλύτερη είναι η εικόνα στις ΗΠΑ, καθώς η στατιστική υπηρεσία υπολογίζει πως σε 100 εργαζόμενους αντιστοιχούν μόνον 24 συνταξιούχοι.

Εν ολίγοις οι προσδοκίες που δικαιολογημένα είχαν οι εργαζόμενοι όταν οι πληθυσμοί των ανεπτυγμένων οικονομιών ήσαν νεότεροι πως τα συνταξιοδοτικά ταμεία θα τους προσφέρουν ένα καλό βιοτικό επίπεδο στο λυκόφως της ζωής τους, τώρα είναι δύσκολο να ικανοποιηθούν. Ακόμη και στις ΗΠΑ, που διαθέτουν ένα ταμείο κοινωνικής ασφάλισης με κεφάλαια ύψους 2,8 τρισ. δολαρίων, είναι έντονες οι επικρίσεις ότι το κράτος έχει υποσχεθεί στους πολίτες περισσότερα από όσα μπορεί όντως να τους προσφέρει.

Υποχρεώσεις 78 τρισ.

Εκτός από τη διαρκή επιδείνωση της αναλογίας μεταξύ εργαζομένων και συνταξιούχων, πολλά συνταξιοδοτικά ταμεία αντιμετωπίζουν πρόβλημα ανεπαρκούς χρηματοδότησης. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του ομίλου Citi, το ύψος των υποχρεώσεων που έχουν 20 χώρες προς συνταξιοδοτικά ταμεία, τα οποία είτε χρηματοδοτούνται ανεπαρκώς είτε καθόλου, φτάνει στα 78 τρισ. για τις χώρες του ΟΟΣΑ. Το μέγεθος του προβλήματος καθίσταται σαφές, όταν ληφθεί υπόψη ότι συνολικά το ύψος του χρέους των ίδιων χωρών ανέρχεται επισήμως σε 44 τρισ. δολάρια. Σύμφωνα με τους συντάκτες του σχετικού ρεπορτάζ των FT, πολλά από αυτά τα προβλήματα είναι όντως ωρολογιακές βόμβες, αλλά βραδείας ανάφλεξης. Αφήνουν, έτσι, στις κυβερνήσεις τον απαιτούμενο χρόνο για να βρουν λύσεις. Τείνει, πάντως, να διαμορφωθεί συναίνεση ως προς το ότι η συνολική λύση δεν μπορεί να είναι άλλη από ένα ουδόλως δημοφιλές μείγμα παράτασης της επαγγελματικής ζωής, μεγαλύτερης αποταμίευσης και λιγότερο γενναιόδωρων συντάξεων.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ