Γράμματα Αναγνωστών

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Γραμματα Aναγνωστων

Η ψευδαίσθηση των επενδύσεων

Κύριε διευθυντά
Για να επαναληφθεί ένα αυτονόητο: Βασική προϋπόθεση για να γίνουν επενδύσεις είναι η περιρρέουσα ατμόσφαιρα εμπιστοσύνης σε μια χώρα και παρά τις συνεχείς επαγγελίες και ευχολόγια της κυβέρνησης το αντίθετο επιτυγχάνεται καθημερινά, όταν υπουργοί (Δρίτσας, Σκουρλέτης) συμβάλλουν στο να δυσφημούν τη χώρα προσπαθώντας να ανατρέψουν τις ανειλημμένες υποχρεώσεις του Δημοσίου με αδικαιολόγητα τεχνάσματα. Ο εγκλωβισμός  του ΣΥΡΙΖΑ στην αριστερή λογική είναι φυσικό να προσαρμοσθεί στην πραγματικότητα της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και της ελεύθερης αγοράς και είναι σχεδόν ανέφικτο να εφαρμόζεις μια «πολιτική Δεξιάς με νοοτροπία Αριστεράς». Δυστυχώς, τις επενδύσεις χωρίς τις οποίες δεν θα υπάρξει ανάκαμψη της οικονομίας δεν θα τις δούμε εάν οι υπεύθυνοι δεν καταφέρουν να βγουν από τη σπηλιά του Πλάτωνα και συνεχίζουν να βλέπουν ως συνέπεια των αριστερών βιωμάτων μόνο τις σκιές. Θα ήθελε πολύ θάρρος να προωθήσει η κυβέρνηση ένα νόμο που π.χ. θα προσέφερε φορολογική ατέλεια 10 ετών σε κάθε νέα επένδυση και θα εξασφάλιζε  μείωση της απέραντης γραφειοκρατίας.

Γ. Μελισσινος

Ντόπινγκ και... brain doping

Κύριε διευθυντά
Είναι κοινή πεποίθηση πλέον ότι ο αθλητισμός είναι ένα πολύ επικερδές επάγγελμα και οι μεγάλες αθλητικές διοργανώσεις είναι γεγονότα και δράσεις που εμπίπτουν στην οικονομία της αγοράς με όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα ενός εμπορικού γεγονότος.

Αφού θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε το αθλητικό παιχνίδι (αθλητισμό) ως μέσο για επαγγελματική δραστηριότητα μέσω των μεγάλων αθλητικών διοργανώσεων (Παγκόσμια και Ευρωπαϊκά πρωταθλήματα, Ολυμπιακοί Αγώνες) ας αφήσουμε τότε την οποιαδήποτε βελτίωση της αθλητικής επίδοσης ελεύθερη. Ας πραγματοποιήσουν λοιπόν οι αθλητές τη σωματική τους βελτίωση ανεμπόδιστα με τον τρόπο που θεωρούν ασφαλή και κατάλληλο. Η ελευθερία και η αξία της ατομικής ευθύνης αποτελούν δομικά στοιχεία του κράτους δικαίου στο οποίο στηρίζεται η ζωή στη δυτική κοινωνία. Θα αντιμετωπίζαμε έτσι ανυπόκριτα και με μεγαλύτερη συνέπεια τον επαγγελματία αθλητή, με γνώμονα τη σύγχρονη οικονομικοκοινωνική στόχευση που είναι η αναγνώριση και το κέρδος, με οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Ας σκεφτούμε, αν επιβάλλεται έλεγχος ντόπινγκ σε άλλους επαγγελματίες που χρησιμοποιούν απαγορευμένους τρόπους ενίσχυσης, προκειμένου να ανταποκριθούν στις αυξημένες και πολλές φορές υπεράνθρωπες απαιτήσεις του επαγγελματικού τους χώρου. Για παράδειγμα στους καλλιτέχνες, τραγουδιστές, εικαστικούς (χρήση ναρκωτικών ουσιών), επιστήμονες ερευνητές ακόμη και φοιτητές απαιτητικών πανεπιστημίων (brain doping, βελτίωση μνήμης), διευθυντές, διαχειριστές κεφαλαίων, πολιτικών που χρειάζονται αυξημένη αυτοπεποίθηση, αντοχή και αποτελεσματικότητα σε συνθήκες μεγάλης και συνεχούς πίεσης (χρήση αλκοόλ, αντικαταθλιπτικών, αμφεταμινών).

Είναι άδικο και ασυνεπές να απαιτούμε από μία επαγγελματική ομάδα όπως είναι οι πρωταθλητές να αριστεύουν στο πεδίο τους, διατηρώντας συγχρόνως την ηθική τους ακεραιότητα, ενώ δεν ελέγχουμε θεσμικά (αντιντόπινγκ) όλους τους άλλους επαγγελματίες που χρησιμοποιούν τέτοιες μεθόδους. Η παρά φύση ενίσχυση (ντόπινγκ) είναι κοινωνικό φαινόμενο που εξυπηρετεί την οικονομική αντίληψη για την ανθρώπινη επιτυχία που πρέπει να επιτευχθεί με κάθε μέσο. Ας ρίξουμε το βάρος στη διαπαιδαγώγηση μέσω της παιδείας και του πολιτισμού, στους μετέχοντες στις διάφορες κοινωνικές δράσεις αθλητικές ή άλλες, ότι δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούμε τη βελτίωση των σωματικών και νοητικών δυνατοτήτων μας με κάθε τρόπο, μόνον ως μέσο για την επίτευξη ενός σκοπού, γιατί έτσι κινδυνεύουμε να μετατρέψουμε το μέσον σε σκοπό της δράσης, ακυρώνοντας τον στόχο της επιδίωξής μας και εντέλει την πραγματοποίηση της επιθυμίας μας.

Ας αφήσουμε το αθλητικό παιχνίδι, τον αθλητισμό, να επιτελέσει τον πραγματικό του στόχο. Για τον Πλάτωνα ήταν η «αβλαβής ηδονή», για τον Καντ η αναζήτηση των φυσικών δυνάμεων του υποκειμένου μέσω της δράσης και της φαντασίας. Ο Schiller υποστήριξε ότι με την ορμή του αθλητικού παιχνιδιού ο άνθρωπος αρχίζει να ελευθερώνεται από την ορμή της ύλης και τις αισθησιακές ορέξεις, διαμορφώνοντας δηλαδή με την εξουσιαζόμενη από Λόγο βούληση, την ηθική του ζωή. Ο αθλητισμός και το παιχνίδι για τον Spencer έχει τον βιολογικό προορισμό να δίνει διέξοδο στην πλεονάζουσα ενέργεια που θα χρησιμοποιείτο ενδεχομένως άσκοπα για τη στοιχειώδη τάση της επιβίωσης για παράδειγμα. Μέσω της συμμετοχής μας στον αθλητισμό, παίζοντας δηλαδή, ζούμε πυκνά και έντονα χωρίς να ξοδεύουμε το ανάλογο ποσό ενέργειας που θα απαιτούσε η βίωση των αντίστοιχων ψυχικών καταστάσεων μέσα στο πλαίσιο της πραγματικότητας. Το παιδί συμμετέχοντας στο αθλητικό παιχνίδι ικανοποιεί εικονικά έστω τις επιθυμίες και τα όνειρα που δεν μπορεί ακόμη να πραγματοποιήσει. Ο έφηβος και ο νέος αθλούμενος προετοιμάζεται για να αντιμετωπίσει αργότερα τις πραγματικές ανάγκες της ζωής. Oσον αφορά τον ενήλικα αποφορτίζεται από την ένταση της καθημερινότητας, επαναφέροντας την πραγματοποίηση των ματαιώσεων που τον υποχρεώνει το «πρέπει» της ενσυνείδητης ζωής του, στον στίβο του αθλητικού παιχνιδιού με έναν ιδιόμορφο αλλά αποτελεσματικό ψυχαναλυτικό τρόπο. Η θεραπεία όμως του αθλητισμού, εκτός των συμμετεχόντων αφορά και τους θεατές, που απολαμβάνουν και αυτοί ένα μέρος της ωφέλειας που προσφέρει η θέαση του αθλητικού παιχνιδιού στην ψυχοσωματική τους οντότητα.  Η χρησιμοποίηση του αθλητισμού, από τον κύριο σκοπό του που είναι τα οφέλη που προαναφέραμε, ως μέσο για αναγνώριση, βιοπορισμό και πλουτισμό δηλαδή σε επάγγελμα, όπως και η κάθε λογής κρατική επιδίωξη με την αθλητική επιτυχία, δημιουργούν την ανάγκη στους επαγγελματίες αθλητές να επιδιώκουν τη νίκη πάση θυσία. Να τους αφήσουμε;

Γεωργιος Νταφλος - Καθηγητής Φυσικής Αγωγής με μεταπτυχιακές σπουδές στη Φιλοσοφία στο ΕΚΠΑ

Διάκριση εξουσιών, όχι «αποστάτες»...

Κύριε διευθυντά
Στην «Καθημερινή» της 28ης Αυγούστου φιλοξενείτε άρθρο του καθηγητή Νίκου Μαραντζίδη, με τίτλο «Οι “αποστάτες” δεν αρκούν», στο οποίο εκφράζει την άποψή του για το πώς πρέπει να κινηθούν οι κεντρώες πολιτικές δυνάμεις – αλλού και στην Ελλάδα. Με τη μεγάλη εκτίμηση που τρέφω στον εκλεκτό αρθρογράφο, παρακαλώ για την καταχώριση δύο ενστάσεών μου σε αντίστοιχα καίρια σημεία της επιχειρηματολογίας του.
Η πρώτη ένσταση έχει σχέση με τον σημερινό πρωθυπουργό μας, τον οποίο θεωρεί «αποστάτη» από τη ριζοσπαστική ιδεολογία του (συνθήκη ευνοϊκή αλλά όχι ικανή κατά τον κ. Μαραντζίδη, προκειμένου να κινηθούμε προς τη σωστή κατεύθυνση. Με άλλα λόγια –δικά μου– μακάρι να είχαμε πολλούς Τσίπρες). 

Αντίθετα με τον κύριο καθηγητή, πιστεύω ότι ο κ. Τσίπρας δεν έχει αποστατήσει από τη βασική ιδεολογία με την οποία γαλουχήθηκε από τα μαθητικά του χρόνια. Το μόνο που έχει κάνει είναι να «δείχνει» ότι έχει προσαρμοστεί σε ένα διεθνές περιβάλλον, προτιμώντας να το πολεμήσει από μέσα, παρά να το αντιστρατεύεται χωρίς εξουσία, μόνο από το πεζοδρόμιο. Και με μοναδικό κίνητρο την κατοχή και διατήρηση αυτής της εξουσίας, πολεμάει με κάθε μέσο οτιδήποτε φιλελεύθερο. 

Απόδειξη, η απερίφραστη δήλωσή του ότι τα μέτρα που παίρνει του τα επιβάλλουν οι δανειστές και η μηδέποτε υιοθέτηση της ιδιοκτησίας του προγράμματος αυτού. Εις επίρρωσιν, η επιλογή υπουργών που συνειδητά και φανερά «μπλοκάρουν» κάθε μεταρρύθμιση και ιδιωτικοποίηση, προσπαθώντας, αντίθετα, να κρατικοποιήσουν και το κομμάτι της εκπαίδευσης που λειτουργεί σωστά στον τόπο μας. Για να μην αναφέρω τις παρεμβάσεις στη Δικαιοσύνη, στα ΜΜΕ και στις ανεξάρτητες αρχές. Είναι αυτό «αποστασία»; Και το πραγματικό πρόσωπο του «αποστάτη» θα φανεί σε όλο του το μεγαλείο όταν βρεθεί στην αντιπολίτευση. Στοιχηματίζω ότι αυτή τη φορά δεν θα ανεβεί, απλά, σε ένα τρακτέρ, για να εκφωνήσει λόγο. Θα πάρει το τιμόνι και θα το οδηγήσει ο ίδιος στην Αθήνα. Για τέτοια «αποστασία» μιλάμε!

Η δεύτερη ένστασή μου έχει να κάνει με τα «δημοψηφίσματα», για τα οποία δεν πρέπει να ανησυχούν οι υπέρμαχοι της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Αν μιλάμε για δημοψηφίσματα σαν το περσινό, μάλλον πρέπει να ανησυχούν. Τα δημοψηφίσματα, εκτός από διχαστικά, είναι ενδεχομένως χρήσιμα σε εντελώς κρίσιμα (κυρίως εθνικά) θέματα και προϋποθέτουν όχι μόνο εντελώς σαφή και κατανοητά ερωτήματα αλλά –κυρίως αυτό– ενημερωμένους επαρκώς πολίτες για τις επιπτώσεις των αποτελεσμάτων τους. Υπάρχουν (ή μπορεί να υπάρξουν στο ορατό μέλλον) τέτοιες συνθήκες στην Ελλάδα; Αντί των προτεινόμενων τοπικών ή/και εθνικών δημοψηφισμάτων, λαϊκών πρωτοβουλιών κ.λπ., γνώμη μου είναι ότι εκείνο που χρειάζεται είναι ενίσχυση της διάκρισης των εξουσιών, που τώρα έχει σχεδόν καταργηθεί υπέρ της εκτελεστικής και σε βάρος των άλλων δύο, ενίσχυση των θεσμών των ανεξάρτητων αρχών και αποκέντρωση αρμοδιοτήτων και ευθυνών. Μικρότερο κράτος, ισχυρότερη Τοπική Αυτοδιοίκηση και σωστή λειτουργία των θεσμών. Απ’ αυτά πάσχουμε, όχι από έλλειψη άμεσης δημοκρατίας. Ας σκεφτούμε τι θα γινόταν αν, π.χ., ο Μεταξάς έκανε δημοψήφισμα μετά το τελεσίγραφο του Μουσολίνι (ή και πριν από αυτό, αφού ήδη το περίμενε) ή ο Κ. Καραμανλής για να ρωτήσει τον λαό αν θέλει να μπούμε στην (τότε) ΕΟΚ ή όχι. Μαύρο φίδι που θα μας έτρωγε... Τις περισσότερες φορές, τα δημοψηφίσματα αποτελούν υπεκφυγές και γι’ αυτό είναι σκοπίμως ασαφή ή εκβιαστικά και το αποτέλεσμά τους ερμηνεύεται κατά το δοκούν.

Συμπέρασμα: Oπως λέγεται για τη δημοκρατία ότι είναι το λιγότερο κακό πολίτευμα που έχει εφεύρει ο άνθρωπος, έτσι και η αντιπροσωπευτική δημοκρατία είναι το λιγότερο κακό είδος δημοκρατίας.

Θεμης Kεσισογλου - Αγία Παρασκευή, Αθήνα

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ